ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ …ΠΑΛΟΥΚΩΜΑ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ,

ΠΑΛΟΥΚΑ (Πάλουκα) – ΑΝΑΣΚΟΛΟΠΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ ΚΑΙ ΣΚΑΛΑ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ, ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΙ ΚΛΕΦΤΑΡΜΑΤΟΛΩΝ

Ο μαρτυρικός θάνατος με την διαδικασία της “παλούκας”

 ΈΣΤΕΙΛΕ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΔΕΡΒΕΝΑΓΕΣ ΚΑΙ ΚΥΝΗΓΟΥΝ ΤΟΥΣ ΚΛΕΦΤΕΣ – ΣΕΡΝΟΥΝ ΜΠΑΛΤΑΔΕΣ ΣΤΑ ΑΛΟΓΑ ΧΑΤΖΑΡΙΑ ΣΤΑ ΜΟΥΛΑΡΙΑ – ΑΚΟΥΣ ΤΙ ΛΕΝΕ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΙ ΜΟΛΟΓΟΥΝ ΤΑΪΔΟΝΙΑ; – ΒΑΡΟΥΝ ΤΣΑΚΙΖΟΥΝ ΚΟΚΚΑΛΑ ΚΑΙ ΠΑΛΟΥΚΩΝΟΥΝ ΚΛΕΦΤΕΣ. ΦΕΓΓΑΡΙ ΠΟΥΣΑΙ ΑΨΗΛΑ ΚΑΙ ΧΑΜΗΛΑ ΑΓΝΑΝΤΕΥΕΙΣ – ΜΥΝΑ ΣΕ ΚΛΕΦΤΑΡΜΑΤΩΛΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΔΟΥΒΛΕΤΙ – ΠΕΣΤΟΥΣ ΝΑ ΚΑΤΣΟΥΝ ΦΡΟΝΙΜΑ, ΠΟΛΥ ΤΑΠΕΙΝΩΜΕΝΑ. ΔΕΝ ΕΙΝ΄Ο ΠΕΡΣΙΝΟΣ ΚΑΙΡΟΣ Ο ΦΕΤΕΙΝΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ.

Η ΠΆΛΟΥΚΑ

Η ΠΆΛΟΥΚΑ

 Μετά την αποτυχιμένη επανάσταση κατά των τούρκων το 1769 – 1770, και την επιδρομήν των τουρκαλβανών  το 1770 – 1780, τα παιδιά και οι συγγενείς των αδικοχαμένων υπερ της λευτεριάς της πατρίδος σιγά σιγά άρχισαν να ενώνονται σε ομάδες και τα λιμέρια των κλεφταρματολών πληθύνανε. Απότερος σκοπός η απελευθέρωση. Οι Κολοκοτρωναίοι, ο Γιαννάκης Κοσμάς, ο Γιωργάκης κακίσης, ο Γιώργης Κοσμάς. Κωνσταντίνος Μέλλιος, Ντούφας, Ντάρας, Συρράκος, Τρουπάκης Μουρτζίνος, Ντόγκας, Μητροπέτροβας, Κοκοβέκης, Μπούρας, Πιπιλής, ο Μπουκουβάλας κ.α. αρχίζουν να οργανώνουν τους Έλληνες ραγιάδες. Οι οποίοι αρχίζουν και τιμωρούν τους Τούρκους και τους Έλληνες προδότες. Γύρω στο 1800 – 1805 οι κλέφτες και αρματωλοί ήσαν έτοιμοι για να κάνουν νέα επανάσταση. Το εξής γεγονός έγινε αφορμή του μεγάλου κατατρεγμού των κλεφτών το 1805 – 1806. Όπως γράφει ο Αγησίλαος Τσέλαλης στο έργο του “ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ”….Kλέφτες υπό την αρχηγίαν του Γιαννάκη Κολοκοτρώνη και Κοσμά Γιώργη αποφασίζουν να τιμωρήσουν τον Πρωτοσύγγελο Χριστιανουπολεως – Τριφυλίας Ανδριανόπουλο. Ο οποίος ήταν προεστός στους Γαργαλιάνους, ” Άρχων του Μωρέω ” και αγαπητός στους Τούρκους. Επειδή κυνηγούσε και τιμωρούσε τους κλέφτες και φορολογούσε άγρια τους  κτηνοτρόφους. Τόν συλαμβάνουν τον τιμωρούν παραδειγματικά και  του πέρνουν τα λεφτά που προορίζονταν για για τους Τούρκους και το Πατριαρχείο, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσουν για τον υπερ ελευθερίας αγώνα.Το περιστατικό συνέβει όταν ερχόταν από την Κυπαρυσσίαν με κατεύθυνση την Τρίπολι. Γράφει ο Κοσμάς Εμμ. Αντωνόπουλος στο βιβλίο του “Η ΤΡΙΦΥΛΙΑ” σελίδα 220-221…Επειδή όμως ήταν ιερωμένος δεν τον χάλασαν αλλά τον έφησαν ελεύθερο. Αυτός όμως εφέρθηκε ως ανάξιος Έλληνας και ιερωμένος. Με καθαρά κίνητρο την εκδίκηση και αδιαφορώντας για τις συνέπειες των ενεργειών του, αναφέρει στον πασά της Τριπόλεως και εις τον Πατριάρχην τι είχε συμβεί. Επίσης έγραψε στον ίδιο το Σουλτάνο ότι οι κλέφτες ληστεύουν και τιμωρούν τον κόσμο. Όμως δεν έγραψε μόνο, αλλά επήγε προσωπικά στην Κωνσταντινούπολι για να περιγράψει και προσωπικά στον σουλτάνο τι γινότανε. “Δεν είσαι συ του λέι, βασιλιάς,  βεζύρης και κατής αλλά οι κλέφτες και αρματωλοί του Μωριά”. Σχετικό δημοτικό τραγούδι αναφέρεται στα ανωτέρω…ΑΚΟΥΣ΄ΑΦΕΝΤΗ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΧΡΟΝΕΜΕΝΕ\ ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΩΡΙΑ ΓΙΝΗΚΑΝ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ\ Ο ΘΟΔΩΡΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΙΝ΄ΒΕΖΥΡΗΣ/ ΚΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΕΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΗΣ ΚΑΙ ΚΡΕΝΕΙ….

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ:

http://komianos.wordpress.com/2013/06/03

«ΞΕΛΑΣΗ» ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΕΘΙΜΟ ΠΟΥ ΞΑΝΑΚΤΥΠΑ ΤΗΝ …ΠΟΡΤΑ ΜΑΣ. ΔΥΟ ΑΡΘΡΑ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ. ΤΗΝ ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΧΡΥΣΟΜΠΟΛΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟ.

Φεστιβάλ «Μεσσηνίας Όψεις» – Festival «Messinias Opsis»

Εξ-ελαυνω, που σημαίνει προχωρώ, εξορμώ, κινούμαι προς βοήθεια.

Το έθιμο της «ξέλασης» έχει βαθιές τις ρίζες του, ίσως τώρα πια λίγοι το γνωρίζουν και ακόμα λιγότεροι, το κατανοούν.

Κι  όμως σ’ ένα ορεινό χωριό της επαρχίας Τριφυλίας, δεν ήταν απλά ένα έθιμο αλλά τρόπος ζωής. Στην Κεφαλόβρυση λοιπόν, γνωστή και ως Ρίπεσι, όταν ήθελε κάποιος να φυτέψει ένα αμπέλι, του έπαιρνε μόλις λίγες ώρες ,γιατί όλο το χωριό ήταν εκεί και φύτευε, αυτό βέβαια γινόταν για όλες τις αγροτικές εργασίες, ειδικά αν κάποιος νοικοκύρης δεν ήταν σε θέση να καλλιεργήσει, είτε από γεράματα ή από αρρώστια κ.α.

Το ίδιο όμως γινόταν στο χτίσιμο μιάς εκκλησίας, ή ενός σπιτιού , τάιζαν ακόμα και τους μαστόρους,μια μέρα ο καθένας προκειμένου έτσι να περιορίσουν τα έξοδα του ιδιοκτήτη. 
Το έθιμο αυτό όμως εκδηλωνόταν και στις χαρές, στους γάμους, στις γιορτές, στα πανηγύρια. Όλοι βοηθούσαν στις προετοιμασίες και όλοι γλεντούσαν μετά αφού ακολουθούσαν ατελείωτα τραπεζώματα με χορούς και γλέντια πολυήμερα.

Η ξέλαση δεν είναι άλλο από την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων, μια πνευματική και ηθική ανύψωση, που μόνο όταν νοιαζόμαστε για το διπλανό μπορούμε να τη νιώσουμε και να χαρούμε για τα μικρά θαύματα, που όλοι μαζί μπορούμε να δημιουργήσουμε .
Μόνο έτσι κατανοούμε πως το χρήμα δεν παίζει πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά ο άνθρωπος, που με ελεύθερη βούληση πράττει και βγάζει το αληθινό εξυψωμένο εαυτό, σε μια κοινή ισότιμη δράση, ουσιαστικής βοήθειας και προσφοράς.

Στις δύσκολες μέρες που ζούμε έχουμε ένα λόγο παραπάνω να θυμηθούμε τα έθιμα μας και να τα κάνουμε ξανά τρόπο ζωής. Να μην αφήσουμε τα ήθη που μας ένωσαν να περάσουν στο κατώφλι της αφάνειας και της λησμονιάς.
Εκεί βρίσκεται η δύναμή μας, από εκεί ξεκινά η Επ- Ανάστασή μας !

Οι παλιότεροι έλεγαν, «πρώτα η βοήθεια του Θεού και δεύτερη του γείτονα» και η τρίτη του εαυτού μας θα έλεγα εδώ. Aς μην αφεθούμε άλλο στην απομόνωση του σύγχρονου τρόπου ζωής, ας βοηθήσουμε, ας ενώσουμε και ας κρατηθούμε μακριά από τις σειρήνες που φωνάζουν προσκαλώντας μας σε κόσμους άλλους μαγικούς, γυαλιστερούς, και άδειους.
Το αμπέλι θέλει αμπελουργό, το σπίτι νοικοκύρη και ξέλαση ο συγχωριανός να κάνει πανηγύρι ! 

Πληροφορίες για το έθιμο αυτό βρήκα στην πολύ αξιόλογη έκδοση του «Μεσσηνιακού Ημερολόγιου» του Χρήστου Ρέππα, από διήγηση του Θανάση Σταθόπουλου.

Διονυσία Χρυσομπόλη, πρ/δρος του φεστιβάλ «Μεσσηνίας Όψεις»

“ΞΕΛΑΣΗ” ΕΝΑ ΥΠΕΡΟΧΟ ΕΘΙΜΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΜΟΝΙΚΗΣ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ.

ΞΕΛΑΣΗ (ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑ) ΓΙΑ ΜΑΖΕΜΑ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ

Ακόμη και για τους μεγάλους κατοίκους της περιοχής κάποιας ηλικίας, είναι πάρα πολύ δύσκολο ή μάλλον αδύνατο να θυμηθούν την εξήγηση της λέξις ” Ξέλαση “. Η λέξη αλληλοβοήθεια, σεμπριά είναι η πλέον γνωστές την σημερινή εποχή.  Πως να εξηγήσει κάποιος στους νέους και στις νεές μας, την σημασία της  λέξης “Ξέλαση”…Ακόμη δυσκολώτερο την σημερινή εποχή της αφθονίας των διατροφικών αγαθών αλλά και της σκληρής αδιαφορίας για τον γείτονα, και γενικά της τεμπελιάς ακόμη και για εργασίες που αφορούν την δική μας περιουσια, τα δικά μας συμφέροντα. Όσο ζουν οι γεροντότεροι υπάρχει και το σχετικό ενδοιαφέρον, διαφορετικά ας είναι καλά η λαϊκή αγορά του Κοπανακίου και του Δωρίου, όοοολα τα καλά έχουν, τώρα σου λέει ο άλλος για τα ζαρζαβατικά θα ενδοιαφέρομαι;…ή για το στάρι και το καλαμπόκι;…Κάποτε όμως αυτά αποτελούσαν τα απαραίτητα υλικά

ΞΕΛΑΣΗ (ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑ) ΓΙΑ ΚΤΙΣΙΜΟ ΣΠΙΤΙΟΥ

επιβοιώσεως για αυτούς τους ανθρώπους. τη φαμελιά  και τα ζωντανά τους. Η ξέλαση αποτελούσε στο χωριό βασικό δέσιμο στις ανθρώπινες σχέσεις εκείνης της εποχής, της εποχής της φτώχιας της ανάγκης και της ανέχειας. Αν το σπίτι δεν είχε σιτάρι, λάδι, κρασί και παστό κρέας, τότε τα έφερνε δύσκολα. Η λέξη “Ξέλαση”… πώς να εξηγήσεις και να βάλεις τον σημερινό νέο,  στο κλίμα που επικρατούσε εκείνη την εποχή, των παππούδων μας και των πετεράδων μας, στις “Σεμπριές” και τις “Δανικαριές”. Το έθιμο αφορούσε την συγκέντρωση ενός αριθμού κατοίκων, για την εκτέλεση μιας ορισμένης εργασίας που χρειαζόταν πολλά εργατικά χέρια και ένας χωρικός ή μία φαμελιά, δεν μπορούσε ή δεν προλάβαινε να τη φέρει εις πέρας. Έτσι εκείνος που ήθελε να κάνει ξέλαση, πληροφορούσε για την εργασία που ήθελε στα μαγαζιά ή τους τόπους συγκέντρωσης τους κατοίκους ότι την τάδε Κυριακή ή αργία θα

ΞΕΛΑΣΗ ΓΙΑ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

έχει ξέλαση, και παρακαλούσε όλους άνδρες και γυναίκες, να έλθουν και να βοηθήσουν με όποιο τρόπο μπορούσαν. Άλλοι με τα ζωντανά τους, άλλοι με γεωργικά απαραίτητα εργαλεία και άλλοι με χειρονακτική εργασία. Οι συγχωριανοί μάθαιναν τα νέα πολλές φορές και από τον παππά στην λειτουργιά της προηγούμενης Κυριακής. Την ημέρα της ξέλασης ο νοικοκύρης ετοίμαζε φαγητό , το απαραίτητο κρασί και άλλους μεζέδες για τους ξελασίτες. Η νοικοκυρά έκανε μια γύρα, μόλις σταμάταγε να ξαποστάσει με μια κανάτα κρασί ή άλλο ποτό και κέρναγε τους εργάτες για να τους τονώσει και να τους δώσει δύναμη, τα παιδιά γυρνούσαν με το κανάτι ή με την τσίτσα που βάσταγε δροσερό το νερό από την πηγή, και δρόσιζαν τον διψασμένο εργάτη ή εργάτρια. Μέχρι που βράδιαζε η εργασία είχε τελειώσει, μετά καθόντουσαν έπιναν, έτρωγαν και τέλος  έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού γεμάτοι ευθυμία από το κρασάκι και την κοιλιά χορτάτη. Πολλές φορές εξ αιτίας του κρασιού στο δρόμο του γυρισμού, άρχιζαν και το τραγούδι. Άμα είχε βρέξει τον Αύγουστο η σοδειά ήταν πλούσια, η σπιτονοικοκυρά χρειαζόταν πολλά χέρια για να τα φέρει βόλτα. Για αυτό τον λόγο ζητούσε  βοήθεια δηλαδή (ξέλαση), από συγγενείς, φίλους, γείτονες κυρίως γυναίκες και μέσα σε ένα βράδυ μέχρι τις μεγάλες ώρες τελείωνε στο άστραμα η εργασία. Το καθάρισμα έπρεπε να γίνει γρήγορα, αμέσως μετά το μάζεμα της “κούκλας” του καλαμποκιού δηλαδή, γιατί όπως ήταν στιβαγμένος ο καρπός άναβε από την ζέστη και την υγρασία. Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν να μουχλιάσει και να σαπίσει… Η διαδικασία του καθαρισμού,  δηλαδή να το βγάλουν από το “Τρουμπούκι” του καλαμποκιού τα “Πούσια”, τα φύλλα δηλαδή που κάλυπταν τον καρπό. Για να το πετύχουν  έπρεπε να το ξεφλουδίσουν στην κορφή, μετά τράβαγαν τα φύλλα με δύναμη προς τα κάτω και τα πετούσαν στην μπάντα. Τα πούσια τα χρησιμοποιούσαν για προσάναμα στο φούρνο ή στο τζάκι, για να γεμίζουν μαξιλάρια ή στρώματα. Το καθαρό καλαμπόκι το έριχναν στα κοφίνια. Αργότερα όταν ερχόταν ο καιρός το τρίβανε με τις “γκριτζάλες”, για να χωρίσουν τον σπόρο του καλαμποκιού από τα “λουμπούσια” που και αυτά τα χρησιμοποιούσαν για προσάναμα. Η κυρά του σπιτιού σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και στην περίπτωση που έπρεπε να ξάνουν το μαλλί για γνέσιμο και για τον αργαλειό, Αυτή κανόνιζε ποιους θα καλέσει ανάλογα με την δουλειά, συνήθως γυναίκες της ίδιας κοινωνικής τάξης, συγγενείς, φίλες και ως επί το πλείστον γειτόνισσες. Η κυρά του σπιτιού κανόνιζε τι θα τους προσφέρει την ώρα που δουλεύανε, τι φαγητό θα μαγειρέψει. όλοι και όλες όταν άκουγαν την λέξη ξέλαση, έτρεχαν με χαρά και το έκαναν πραγματικά με την καρδιά τους, ήταν και ένας τρόπος να ξεδώσουν και συγχρόνως να γελάσουν με τα πειράγματα των άλλων. Επίσης οι πιο γεροντότερες λέγαν και περίεργες ιστορίες, που είχαν σαν συνέπεια να εξάπτουν την φαντασία των παιδιών, τις περισσότερες φορές ιστορίες με παραδείγματα και διδάγματα. Οι  νέοι και οι νέες εύρισκαν τον τρόπο ξεφεύγοντας  από το άγρυπνο μάτι της μάνας ή της γιαγιάς, για κάποια υποτιθέμενη δουλειά να ερωτοτροπήσουν. Στο τέλος ακολουθούσε και η απαραίτητη μπουγάνα και σαν τελείωνε η βραδιά όλοι και όλες με νυσταγμένα τα παιδιά, κινούσαν για τα σπίτια τους ευχαριστημένοι. Η κυρά του σπιτιού την άλλη μέρα θα άπλωνε τον καρπό να ξεραθεί, μετά ακολουθούσε το τρίψιμο με την “γκριτζάλα” έναν τρίφτη ξύλινο, και ξεχώριζαν το αραποσίτι από το λουμπούσι ή κότσαλο. Με τον καρπό θα γέμιζαν τα αμπάρια τους και τα αισθήματά τους. Γιατί ήταν βέβαιοι ότι οι ανάγκες για την  ερχόμενη χρονιά ήταν καλυμένες. Συναισθήματα που οι σημερινοί νέοι νέοι δεν μπορούν να νιώσουν, ή αφθονία και η εύκολη προμήθεια των αγαθών, έχουν αλλάξει τον τρόπο της ζωής τους και τις πρωτεραιότητές τους. Σε μας θα λείψουν τα τραγούδια που μιλούσαν για τα νιάτα και την λεβεντοσύνη, για τα όμορφα μάτια της κοπελιάς, οι ιστορίες για έρωτες, καπρίτσια, τα πειράγματα στις ανύπαντρες και νιόπαντρες, η φρεσκοφουρνισμένη κουλούρα ζεστή ζεστή από περσινό αραποσιτάλευρο, το φαγοπότι, το βαρελίσιο σπιτικό μυρωδάτο κρασί, το ερωτικό από… απόσταση κάλεσμα. Προπαντώς το σχήμα του καλαμποκιού, βοηθούσε της πιο πονηρές κογιόνες να λένε ιστορίες σεξουαλικού περιεχομένου, που έκαναν τις παρευρισκόμενες να κοκκινίζουν και άλλες να ξεκαρδίζονται στα γέλια.

Παραθέτω ένα ποίημα για την ξέλαση, του Κοπανακαίου πατριώτη μας, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΕΛΤΕΜΗ (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ) 1918 – 1978. Μεσσήνιος ποιητής και πεζογράφος, γεννήθηκε στο Κοπανάκι Της Ορεινής Τριφυλίας το 1918. Μαθήτευσε στο Ημιγυμνάσιο Αετού, στον Γυμνάσιο Μελιγαλά και στο Γυμνάσιο Κυπαρισσίας. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εργάσθηκε ως διοικητικός υπάλληλος του Ι.Κ.Α. Και έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ – ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΕΛΤΕΜΗΣ – ΟΜΗΡΟΣ ΠΕΛΛΑΣ μαθητές Ε! Γυμνασίου Κυπαρυσσίας 1936 – 1937

Ξ Ε Λ Α Σ Η

ΑΠΟΣΠΕΡΟΥ ΕΧΕΙ ΞΕΛΑΣΗ ΣΤΗΣ ΜΗΤΡΑΙΝΑΣ Τ’ ΑΛΩΝΙ.

ΘΑ ΣΥΝΤΑΧΘΟΥΝΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΙ’ ΟΙ ΚΟΠΕΛΛΙΕΣ ΟΙ ΡΟΥΣΣΕΣ

ΚΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΡΙΕΣ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΟΙ ΜΑΥΡΟΜΑΝΤΗΛΟΥΣΕΣ

ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΠΑΣΠΑΛΗ ΤΡΙΓΥΡΩ ΤΟΥΣ ΘΑ ΑΠΛΩΝΕΙ..

ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΚΟΥΚΛΕΣ ΣΤΟ ΣΩΡΟ ΤΑ ΦΛΙΤΣΑ ΞΕΦΛΟΥΔΑΝΕ

ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΤΟΥΣ ΤΡΙΒΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ, ΣΠΕΙΡΙ –  ΣΠΕΙΡΙ ΚΑΙ ΛΕΝΕ

ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΑ, ΕΝΩ ΟΙ ΜΙΚΡΟΙ ΠΗΔΑΝΕ

ΚΙ ΑΝΑΚΑΤΕΥΟΥΝ ΤΟΥΣ ΣΩΡΟΥΣ, ΠΑΛΕΥΟΥΝΕ ΚΑΙ ΚΛΑΙΝΕ.

ΚΙ ΟΤΑΝ ΝΥΣΤΑΞΕΙ Η ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ, ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΣΕΙ Η ΠΟΥΛΙΑ,

ΚΙ ΑΠΟΣΩΘΟΥΝ ΤΑ ΧΩΡΑΤΑ, ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΛΑΓΑΡΙΣΟΥΝ,

ΘΑ ΠΑΝ ΓΙΑ ΥΠΝΟ ΟΙ ΓΡΙΕΣ ΣΙΓΑ, ΘΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΑ ΜΙΚΡΟΥΛΙΑ

ΚΙ ΟΙ ΝΙΟΙ ΚΙ ΟΙ ΝΙΕΣ ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΝΕ ΤΑ ΦΛΙΤΣΑ ΝΑ ΧΩΡΙΣΟΥΝ….

Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos wordpress.com

ΥΓ δικό μου: Αυτό το άρθρο ο Πίπης, το έγραψε πριν έρθουν τα …δύσκολα. Στις 13 Νοεμβρίου του 2010.

Ο ΚΛΕΦΤΑΡΜΑΤΩΛΟΣ ΓΙΑΝΝΟΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΡΥΜΠΟΜΠΙ, Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ ΚΑΙ ΤΙ ΕΙΧΕ ΔΕΙΞΕΙ …Η ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΙΑ.

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΙΑΣ ‘H ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΜΑΝΤΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΑΡΜΑΤΩΛΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΡΥΠΟΜΠΙ. Εργασία του : ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

Το έθιμο της «ορνιθοστηθοσκοπίας» ή όπως λέγεται αλλιώς  «ορνιθοστηθομαντείας» ξεκινάει από τους αρχαίους έλληνες, οι οποίοι πίστευαν πολύ στη δύναμη των οιωνών. Στα πλαίσια αυτά θεωρούσαν ότι μπορούσαν να προβλέψουν το μέλλον, παρατηρώντας τα καλά και τα κακά μαντάτα ήταν γραμμένα ανεξίτηλαστο κόκαλο του ζώου.
Χαρακτηριστική πρόβλεψη  «Ορνιθοστηθοσκοπίας» είναι κατά την παράδοση η ιστορία του κλέφταρματωλού Μπουκουβάλα από το χωριό Βαρυπόμπι της Ορεινής Τριφυλίας πριν την περίφημη μάχη στο Μανιάκι. Η γυναίκα του κρυφά, ζητάει από την γριά μπάμπω την γειτόνισσα, να της διαβάσει την τύχη του άνδρα της στο κόκαλο της κότας. Η γριά μπάμπω μελετάει προσεχτικά όσα
προμηνύουν” οι γραμμές στο κόκαλο του στήθους της κότας. Εξετάζει τα σημάδια του και βγάζει τα μαντέματα” που είναι δυσοίωνα αλλά και ευοίωνα συγχρόνως για το παλικάρι που λαβώθηκε κατά την διάρκεια της μάχης αλλά γύρισε ζωντανός στο σπιτικό του. Ο Γιάννο – Μπουκουβάλας ήταν ένας από τους γενναιότερους αγωνιστές της ελευθερίας, γνωστός μεταξύ των πρώτων κλεφταρματωλών. Καταγόταν από το χωριό Βαρυμπόπι σημερινό Μοναστήρι. Το σπίτι του ήταν πάνω από την βρύση στο πάνω μερος του χωριού κοντά στο σπίτι του πρωτοπαλλήκαρου του Ζαχαριά, του ονομαστού Μήτρο-Ντόγκα, είναι η πρώην κατοικία του Λεωνίδα Πετρούλια και μετά του Αναστάση Κακίση και Τάση Παντελή. Μαζί με άλλους συγχωριανούς του Ντόγκα, Μπεμπόνη, Κοσμά, Κακίση, Χρήστο Κώνστα, Μακαντάση, Γιάννη Ντούλη, Τάση Καράμπελα, Μπιμπινέλη ή Πανούση, Ροβόλα ή Κοκοβέκη και έναν Ρήγα Κώτσια που αλλοι των φώναζαν και Κούτσια ή Κότζια, πολέμησαν δίπλα – δίπλα στη μάχη στο Μανιάκι. Όμως σαν είδε ή μάλλον κατάλαβε ο Παπαφλέσας ότι η μάχη θα χανόταν, με αποτέλεσμα να χαθούν πολλές ζωές από τους 2000 άνδρες που είχε μαζί του, έδωσε εντολή έντολή να μείνουν μόνο 300 πολεμιστές παραδειγματιζόμενος από την θυσία των  300 του Λεωνίδα. Μεταξύ αυτών που αποχώρησαν ήταν ο Γιάννης Μπουκουβάλας και ο Ρήγας Κώτσιας. Σώθηκαν και οι δύο καταδιωκόμενοι από έφφιπη ομάδα   τουρκαλβανών του Ιμπραήμ . Κατά την καταδίωξη χώρισαν σε ομάδες και πήραν διαφορετικές κατευθύνσεις για να γλυτώσουν διασπώντας έτσι των αριθμό των διωκτών τους. Ο Γιαννο – Μπουκουβάλας καταδιωκόμενος αμυνόταν αντιπυροβολώντας. Στο τέλος κατάφερε να διαφύγει αφού προηγουμένως σκότωσε και τον τελευταίον έφιππο αράπη, ο οποίος πριν αφήσει την τελευταία του πνοή του είπε: « ΑΝΤΕ ΡΕ ΓΚΙΑΟΥΡΗ!… ΦΑΙΝΕΤΑΙ Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΣΕ ΕΠΛΥΝΕ ΟΥΤΕ ΣΕ ΕΛΟΥΣΕ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ».

Σαν έφτασε στο Βαρυμπόπι το αγαπημένο του χωριό, χρειάστηκε να του αλλείψουν το χέρι του με λάδι και λίπος για να του αποσπάσουν την πιστόλα που κρατούσε. Κατά άλλη ντόπια παράδοση, έφτασε στο χωριό τρέχοντας και αφρισμένος από την ένταση της μάχης τόσο πολύ, που χρειάστηκε για να τον συγκρατήσουν και να τον συνεφέρουν, να του ρίξουν μπροστά στα πόδια του και να τον τυλίξουν με κάπες (κουβέρτες πλεκτές στον αργαλιό μάλινες). Χρειάσθηκε πολύς κόπος να του βγάλουν το καρυοφίλι που είχε πιασμένο στην χούφτα του τόσο πολύ σφικτά, που τα δάκτυλά του μάτωσαν όταν επί τέλους κατόρθωσαν να του το αποσπάσουν. Σε ένδειξη σεβασμού η πατρίδα του πρότεινε να πάρει εκτάσεις γύρω από την περιοχή της Κυπαρισσίας, όμως αυτός προτίμησε την περιφέρεια του για να μην απομακρυνθεί από το χωριό του και τα γνώριμα βουνά του. Απόγονοί του είναι οι Μπουκουβαλαίοι στο Κοπανάκι, στον Κακόβατο, Αθήνα και αλλού.

Πηγή : Φωτάκος (Απομνημονευματα 5ον βιβλίον) Και

Βιβλίο Κοσμά Εμμ. Αντωνόπουλου «Η ΤΡΙΦΥΛΙΑ» σελίς 403-404

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΦΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ. ΤΟΥ ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ.

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΡΑ ΡΟΥΓΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΦΟΥ (ΤΙΝΤΗΡΗ), Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

(Πάσχα 14-4-1974, Καφενείο Σοφού (Τίντηρη) ΣΟΦΟΥ ΣΠΥΡΟΥΛΑ-ΜΠΡΟΥΣΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ-ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ-ΧΑΜΠΕΣΗΣ ΣΤΑΘΗΣ-ΣΟΦΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ-ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, φωτογρ.αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ)

Βρισκόμαστε μου έλεγε πέρσι τέτοια εποχή η Σπυριδούλα Σοφού λες και ήταν μάντης, ένα βηματάκι, όχι ολόκληρο βήμα πριν το κλείσιμο. Δεν αντέχουμε άλλο Σπύρο μου, όπου και να κοιτάξεις ερημιά και καταχνιά, τα έξοδα πολλά και εγώ είναι ζήτημα αν ψήνω 4 με 5 καφέδες και αν σερβίρω 4 με 5 ποτά ή μπύρες την ήμερα. Εδώ που κάποτε κτυπούσε η καρδιά της κάτω ρούγας του Κοπανακίου, οι μόνοι που έχουν απομείνει σήμερα είναι μόνο κάτι γέροντες, αραιά και που κάνουν την εμφάνισή τους, πίνουν το καφεδάκι τους λέμε και καμιά κουβέντα, και μαθαίνω κανένα νέο. Αυτός είναι και ο λόγος που το κρατάω ανοικτό, για να μη με πιάνει παραλογιά. Πόσα λεφτά να κερδίσεις την ημέρα με 50 λεπτά που παίρνω για κάθε ένα καφέ; Αν δεν είχαμε και τους ξένους εργαζόμενους ματανάστες, έστω αυτούς τους λίγους, το καφενείο θα θύμιζε ΚΑΠΗ. Σήμερα ευτυχώς έστω και αυτοί οι λίγοι χωριάτες ή οι Αθηναίοι που έρχονται για ελιές ή διακοπές, τις γιορτές ή τα Σαβατοκύριακα, μου προσφέρουν μια ανάσα ζωής, με ξανανοιώνουν! Το μαγαζί αυτό λειτουργεί πάνω από 110 χρόνια. Είναι το παλαιότερο και πιο γνωστό μαγαζί στο χωριό Κοπανάκι της ορεινής Τριφυλίας. Το ξεκίνησε γύρω στο 1900 περίπου σαν μονοπώλειο και χάνι ο Βαρυμποπαίος Δημήτρης Σοφός γνωστός ως (Τίντηρης) με την γυναίκα του Σταθούλα. Εκεί μπορούσε ο χωρικός να αγοράσει αλάτι, πετρέλαιο, σπίρτα, είδη παντοπωλείου και συγχρόνως είχαν και κατάστημα νεοτερισμών. Το μονοπώλειο σταμάτησε το 1917. Δίπλα είχαν και λιοτρίβι, που μετά το αγόρασε η Ρεβέκα Παπασταμάτη. Οι περαστικοί ξεπέζευαν και δένανε τα ζωντανά τους στο λιοτριβιό ή στις γύρω χαμοκέλες για να τα ποτίσουν και να τα ταίσουν, οι αγωγιάτες για να φάνε ένα πιάτο φαγητό να ξαποστάσουν και να ξαναπάρουν το δρόμο για τον προορισμό τους. Μετά το το 1917 αφού πουλήσανε το μονοπώλειο, ο νέος διάδοχος ο Χρήστος Σοφός (τίντηρης), ανέλαβε την επιχείρηση και άνοιξε κουρείο, παντοπωλείο, καφενείο, συγχρόνως ασχολείτο με αγροτικές εργασίες και δούλευε μεταφέροντας με το κάρο του εμπορεύματα ή άλλα αγαθά . Βοηθός του στη ζωή και στη δουλειά η γυναίκα του Φωτούλα. Το 1932 αγόρασε ένα μαύρο φορτοταξί. Τότε ο άνδρας μου ο Γιώργης ήταν 13 ετών, δεν πρόλαβε να τελειώσει το Δημοτικό Σχολείο παρ΄ όλο που λάτρευε τα γράμματα, στην Πέμπτη τάξη τον σταμάτησε, και του έδωσε το κάρο με το άλογο να το δουλεύει, οι ανάγκες πολλές και τα χρέη έτρεχαν. Ο μπάρμπα Χρήστος πέθανε το αρχές του 1946. Ο Γιώργη

(Αναμνηστική φωτογραφία μπροστά στο καφενείο του ΤΙΝΤΗΡΗ. ΙΩΑΝ.ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΣΑΚΟΣ)-ΑΝΔΡ.ΤΖΑΒΕΛΑΣ-ΒΑΣ.ΓΚΟΤΣΗΣ (ΚΟΥΝΕΛΗΣ)-ΚΙΜ.ΡΗΓΑΣ-ΣΤΑΘΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ-ΘΑΝ.ΜΑΡΑΒΕΛΗΣ-ΜΗΤΣΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ-ΑΝΤ.ΜΠΕΜΠΟΝΗΣ-ΠΑΝΑΓ,ΜΥΛΩΝΑΣ-ΗΛ.ΡΗΓΑΣ-ΠΑΝ.ΡΗΓΑΣ (ΔΑΣΚΑΛΟΣ)-ΗΛ.ΚΑΝΟΠΟΥΛΟΣ-ΑΡΙΣΤ.ΡΗΓΑΣ.ΙΩΑΝ.ΜΠΡΟΥΣΤΗΣ)

Σοφός (Τίντηρης) το κάρο το βάστηξε και στην διάρκεια της κατοχής μέχρι το 1956. Το 1950 παντρευτήκαμε και από τότε ανέλαβα το καφενείο μόνη μου με την πεθερά μου και την κουνιάδα μου Τασία. Το 1954 όταν γύρισε από την αεροπορία ο κουνιάδος μου Δημήτρης Σοφός το δουλέψαμε μαζί. Από τότε 60 ολόκληρα χρόνια, μια ζωή σερβίριζα ότι μπορείς να φαντασθείς. Καφέδες σε μπρίκι χάλκινο επάνω στην χόβολη, έχεις πιει καφέ καβουρδισμένο στο χέρι; και όταν τον έκοβες στον μύλο του καφέ η μοσχοβολιά του σου έσπαζε τα ρουθούνια. Άσε που όταν ψηνότανε γέμιζε με την ευωδία του τα μερακλίδικα ρουθούνια των πελατών. Ποτέ δεν έψησα καφέ με ζεστό νερό γιατί έκοβε, πάντα χρησιμοποιούσα κρύο νερό ή χλιαρό. Πρώτα έριχνα την ζάχαρη στο νερό, ανακάτευα καλά και μετά έριχνα τον καφέ, ανακάτευα αργά μέχρι να αρχίσει να φουσκώσει. Αργούσε να γίνει βέβαια… αλλά το αποτέλεσμα ήταν τέτοιο που όλοι οι πελάτες ερχόντουσαν στο καφενείο για να απολαύσουν τον μερακλίδικο Ελληνικό καφεδάκι τους, σερβιρισμένο σε χοντρό φλιτζάνι, με την συνοδεία ενός σέρτικου τσιγάρου. Η δουλειά δεν σταματούσε ποτέ, αν δεν σερβίριζα καφέδες, θα ετοίμαζα φαγητό για την οικογένεια ή για τους εργάτες που έφτιαχναν τον κεντρικό δρόμο, στα χωράφια ή στο λιοτρίβι της Ρεβέκας. Μόλις εύρισκα καιρό πήγαινα και στα κτήματα και στα ζωντανά μου, άσε τις μπουγάδες… το τι έχουν τραβήξει αυτά τα χέρια δεν λέγεται μία ζωή βάσανα. Στα μαγαζάκια αυτά κάποτε βρίσκανε θαλπωρή οι ξωμάχοι αγρότες, εδώ κτύπαγε η καρδιά του χωριού. Το παραδοσιακό καφενείο εξαφανίζεται, οι νέοι φεύγουν γιατί δεν υπάρχει και τίποτα να τους κρατήσει, τα γερόντια αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας, και αργά ή γρήγορα φεύγουν από τη ζωή. Αναπολεί τα περασμένα χαϊδεύοντας τα σιδερένια τραπεζάκια και τις γερασμένες ξύλινες με ψαθί καρέκλες. Σε αυτές τις καρέκλες που κάποτε γέμιζαν με ξωμάχους αγρότες. Κάθε πρωί πέρναγαν 30 τουλάχιστον άνθρωποι και άλλοι τόσοι μαζευόντουσαν τα βράδια. Άλλοι έπαιζαν το τάβλι τους, άλλοι τα χαρτάκια τους, άλλοι έπιναν το καφεδάκι τους, το λουκούμι τους, το παστέλι, την κομπόστα τους (γλυκό του κουταλιού), τα παιδιά το υποβρύχιό τους, το ουζάκι ή το τσιπουράκι τους, πάντα συνοδεία με ένα ποτήρι δροσερό νερό από το πηγάδι της αυλής. Τα πειράγματα και οι πολιτικές συζητήσεις εδινάν και έπαιρναν, εδώ ήταν η μικρή βουλή της κάτω ρούγας. Κάποτε αποτελούσε σημείο αναφοράς του χωριού, τώρα λίγες κονσέρβες στα ράφια, λίγα πακέτα τσιγάρα, χαρτικά και τρόφιμα πρώτης ανάγκης. Δίπλα στον πάγκο η περίφημη πλεχτομηχανή, αγορασμένη το 1970 από την Καλαμάτα. Παρά τον φόρτο εργασίας πάντα εύρισκε χρόνο να ασχοληθεί με το πλέξιμο πουλόβερ, μπλούζες, κασκόλ, φούστες, ζακέτες και τόσα άλλα γυναικεία ή ανδρικά, περήφανη για την όμορφη και προσεκτική δουλειά της. Δεν θέλει ούτε να το σκέπτεται ότι μπορεί κάποια στιγμή να κλείσει το καφενεδάκι της λέει, «Θα πεθάνω την άλλη μέρα από την παραλογιά και το μαράζι». Κάθε πρωί συναντιώμαστε 4-5 άνθρωποι και πίνοντας το καφεδάκι μας, σχολιάζουμε την επικαιρότητα ανταλλάσουμε απόψεις και νέα, το ίδιο και το βράδυ. Αν κλείσει και αυτό το μαγαζάκι θα κάνουμε ρούγα όπως παλιά, κάτω από τις μουριές της διπλανής πλατείας του Παπασταμάτη, θα πάρουμε τα σκαμνάκια μας και θα καθόμαστε δίπλα στο πεζοδρόμιο. «Αν χαθεί η επικοινωνία, πάει χαθήκαμε και εμείς», σημειώνει ο καινουργιοφερμένος στην πέρα ρούγα Νίκος Χιώτης. Την ίδια γνώμη έχουν και ο Παπαγεωργίου Δημήτρης, το ίδιο και ο Τάσσο – Ρήγας. Το παραδοσιακό καφενεδάκι εξαφανίζεται, μαζί του χάνονται και όλα τα στοιχεία που γενιές και γενιές ξωμάχων αγάπησαν. Τις ξύλινες με ψαθί καρέκλες, τα σιδερένια στρογγυλά τραπεζάκια, το τάβλι, η ξεφτισμένη από την πολύ χρήση τράπουλα, η κομπόστα, το μερακλήδικο καφεδάκι, το ούζο με τα στραγάλια, η μυρωδιά του καπνού από σέρτικα τσιγάρα, οι πολιτικές συζητήσεις, οι μικροπαρεξηγήσεις, τα καλαμπούρια. Ο μαρασμός είναι εμφανής και η εικόνα θλιβερή. Τα παραδοσιακά στέκια της αγροτιάς κατεβάζουν ρολά, και αυτά που μένουν ανοικτά είναι για την τιμή των όπλων. Η κυρά Σπυρούλα με σερβίρει το καφεδάκι μου στην αυλή του καφενείου λέγοντάς με πίκρα: «πόσο θα ήθελα να σου έψηνα καφέ στην χόβολη… τότε θα έβλεπες την διαφορά». Οι πολιτικές αλλά και κοινωνικές συζητήσεις στα παλιά καφενεία τα μετέτρεψαν σε χώρους δημοκρατίας. Εκεί άνθρωποι διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, αριστεροί, δεξιοί, βενιζελικοί κ.α., παναθηναϊκοί, ολυμπιακοί, διαφωνούσαν πίνοντας παρέα τον καφέ τους, αλλά λίγες φορές χάλαγαν τις καρδιές τους και την φιλία τους. Απόδειξη περίτρανη το δέσιμο τους κατά την διάρκεια της κατοχής τον καιρό του εμφυλίου, ασχέτως πολιτικών πεποιθήσεων, ενώ στο πάνω Κοπανάκι οι εκτελεσθέντες και απωλεσθέντες από όλες τις παρατάξεις ήταν πάρα πολλές, στην κάτω ρούγα δεν «λύθηκε μύτη» στην κυριολεξία! . Από το καφενείο του Σοφού πέρασαν άνθρωποι των γραμμάτων, και του μόχθου όπως ο δάσκαλος Παναγιώτης Ρήγας, ο Γιώργη Κανόπουλος (Γιώργη Κάνος), ο Παναγιώτης Ματζώρος, ο Θανάσης Κοκκίνης, Γιάννης Χριστοφιλόπουλος (Τσάκος), Πάνο – Σοφός, Μπάμπης Χριστοφιλόπουλος (Τσάκος), εδώ

(ΟΤΙ ΑΠΕΜΕΙΝΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΦΩΤΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΌ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΣΟΦΟΥ ΣΠΥΡΟΥΛΑΣ ΣΤΙΣ 27 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ)

πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στον ιδιόμορφο αγαπητό σε όλους και που άφησε πρόωρα με τον χαμό του την πέρα ρούγα, Νικολάκη Χριστοφιλόπουλο (Παπαλόπα), Γιώργη και Γιάννη Καράμπελα (Κατσουλογιανναίους), τον φανατικό λάτρη του ποτού Γιώργη Μπεμπόνη. Σήμερα οι λιγοστοί αλλά μόνιμοι θαμώνες μετρημένοι στα δάκτυλα, Τάσος Ρήγας, Παπαγεωργίου Δημήτρης, Χαμπεσής Στάθης, φανατικοί ταβλαδόροι, ο Κώστα Μυλωνάς, ο Αποστόλης Παυλόπουλος, ο Νίκος Χιώτης, ο γράφων Κομιανός Σπύρος και οι Αλβανοί Γιώργης, Άλεξ, Γιάννης και τζίμης με τις οικογένειές τους. Όλα αυτά μέχρι τις 27 Ιουλίου 2010 στις 6.00 μ.μ την ώρα που είμαστε έξω από το καφενεδάκι, μία έντονη μυρωδιά από φωτιά και ένα πυκνό σύννεφο καπνού μας τύλιξε. Αιτία ένα ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα και το παραδοσιακό καφενεδάκι της Σπυριδούλας Σοφού έγινε παρανάλωμα πυρός, η καταστροφή ήταν πραγματικό πλήγμα για όλους μας, όσο και αν προσπαθήσαμε και παρ΄όλο που η πυροσβεστική ήρθε γρήγορα δεν κατάφερε να παρά να περισώσει μερικά έπιπλα και το οίκημα που ευτυχώς δεν έπαθε σοβαρές ζημιές. Πιστοί εμείς οι εναπομείναντες θαμώνες, αντί να πάρουμε τα σκαμνάκια μας και να κάνουμε «ρούγα» στην πλατεία Παπασταμάτη, επισκεπτόμαστε την κυρά Σπυρούλα Σοφού με την ιδιότητα του γείτονα και επισκέπτη, για να μη νοιώθει μόνη, να έχει κάποιον να μιλήσει και να σπάσει την μοναξιά της. Όσο για μένα οι επισκέψεις μου είναι ευκαιρία να εκμαιεύσω τις απαραίτητες πληροφορίες για το ιστολόγιό μου, γιατί πραγματικά παρά την ηλικία της 84 χρονών, είναι για μένα ένας πραγματικός θησαυρός πληροφοριών, και επιπλέον να γεύομαι τον μερακλίδικο αλλά σπιτικό πλέον καφέ της, που με τόση μαεστρία και τέχνη ψήνει!

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , komianos.wordpress.com

ΕΤΣΙ ΧΤΙΖΑΝΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΟΥΣ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΜΑΣ. ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΠΙΠΗ ΜΑΣ.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ. Εργασία του ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com(Κάντε κλικ να μπείτε στο blog του Πίπη)

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΤΡΙΦΥΛΙΑ

ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΞΥΛΙΝΟ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΛΑΠΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΖΙΑΝΝΗ, Φωτογρ. αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ

Το παραδοσιακό σπιτικό στα χωριά της Ορεινής Τριφυλίας, από τον καιρό 1800 μέχρι και τον καιρό του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και λίγο αργότερα, δύο τύποι επικρατούσαν κυρίως στα γύρω χωριά του Κοπανακίου. Αυτό το λέω διότι οι κάτοικοι του Κοπανακίου της Ορεινής Τριφυλίας ξεκίνησαν την δεκαετία του 1900 περίπου, να χρησιμοποιούν τα περίφημα και γνωστά για την τέχνη τους Ηπειρώτικα όπως του Στέλιου και Κωνσταντή  φραμπελιά, τα Λαγγαδιανά όπως του Δημήτρη Κοντούλη (Μήτσο – μάστορα) και  κυρίως από το χωριό Σέρβου συνεργεία όπως του Παναγιώτη και Θοδωρή Μπόρα του Ηλία, του Κωνσταντόπουλου πατέρα του παπα – Λιά, τον Κατσιάπη πατέρα του Κώστα – Μάγκα κ.α. για την οικοδόμησή των σπιτιών τους αρχίζοντας από την Κάτω Ρούγα και τον Λιθερό. Το Κοπανάκι είναι μία όμορφη κωμόπολη της επαρχίας Τριφυλίας. Είχε ένα αρχικά μονοτάξιο και εν συνεχεία διτάξιο σχολείο. Το κτήριο του σχολείου το έκτισαν Λαγκαδιανοί και από το χωριό Σέρβου τεχνίτες και ντόπιοι μαστόροι. Οι κάτοικοι στην συνέχεια το δώρισαν στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του προδρόμου για να το διαχειρίζεται.    Τα συνεργεία αυτά, πριν οι κάτοικοι κατέβουν στα πεδινά, είχαν αρχίσει να χτίζουν εφοδιασμένα με τα απαραίτητα εργαλεία και σύνεργα τους το 80% των σπιτιών των ορεινών χωριών και των συνοικισμών της γύρω περιοχής. Είναι γνωστό πως κάθε συνεργείο εκείνη την εποχή ερχόταν από τα μέρη τους έχοντας 10 – 20 άτομα , Τον πρωτομάστορα, τους κτιστάδες μαστόρους, τους μαθητές βοηθούς, τα βασταγά τους για την μεταφορά των υλικών, την πέτρα, την άμμο, το νερό, το χορίδι, τα μουλάρια τους για πιο βαριά υλικά π.χ. ξυλεία και τα απαραίτητα σύνεργα για το κτίσιμο. Είναι πασίγνωστη η απάντηση του μικρού μαθητή, όταν ο δάσκαλος ρώτησε αν γνώριζε κάποιος από τους μαθητές του να του πει : «ΠΟΙΟΣ ΕΚΤΙΣΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ;». Και ένα αγοράκι αυθόρμητα, του απάντησε : «ΟΙ ΛΑΓΓΑΔΙΑΝΟΙ… ΚΥΡ ΔΑΣΚΑΛΕ !». Τα σπίτια εκείνη την εποχή κτίζονταν ανάλογα την οικονομική κατάσταση του νοικοκύρη. Μεγάλα ή μικρά σε διαστάσεις. Βασικό υλικό για την τοιχοποιία για τους οικονομικά αδύνατους οι πλίνθες από κοκκινόχωμα ή γλύνα ανακατεμένα με άχυρο. Αυτά τα σπίτια από πλίνθες πρώτα σκάβανε τα θεμέλια ένα μέτρο περίπου μέχρι να βρούν σκληρό έδαφος και κτίζανε τα θεμέλια με πέτρα και συνεχίζαν πάλι με πέτρα από την επιφάνεια του εδάφους  ένα μέτρο ύψος. Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν για το δέσιμο (κτίσιμο) της πέτρας, ήταν ένα μίγμα από πορσελάνη, κρόκο αυγού και ζεσταμένου θειαφιού που μόλις στέγνωνε γινόταν σκληρό σαν τσιμέντο και βάσταγε για πολλά χρόνια.  Μετά επάνω στον πέτρινο  τοίχο τα κτίζανε με διπλή σταυρωτή πλίνθα και στην συνέχεια τα πέρναγαν με επίχρισμα από ασβέστη και χώμα για να τα στεγανοποιήσουν από την βροχή, χωρίς να παραλείπουν βέβαια κάθε χρόνο να τα ασβεστώνουν. Έλεγαν οι τότε μάστορες για τα πλίνθινα τα σπίτια : «ΦΥΛΑΞΕ ΜΕ ΑΠ ΤΗΝ

ΚΤΙΣΤΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΕΡΒΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ

ΒΡΟΧΗ ΝΑ ΣΕ ΣΩΣΩ ΑΠ ΤΟΝ ΣΕΙΣΜΟ». Ορισμένοι εκτός από τις πλίνθες και την πέτρα ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες, χρησιμοποιούσαν τούβλα όπως στην φωτογραφία εκείνης της εποχής που παραθέτω με μαστόρους τους Κωνσταντόπουλο παναγιώτη από το Σέρβου ανηψιός του Παναγιώτη Μπόρα από το Σέρβου Αρκαδίας, Λούμπαρδης Κωνσταντίνος (Καντάφι), Παναγούλης Κωνσταντίνος, Παπαγεωργίου Γεώργιος, κτίζοντας το γωνιακό σπίτι στην Δρίζα 1965 -1966.  Για τους οικονομικά δυνατούς βασικό υλικό ήταν οι πέτρες από τους γύρω λόγγους κυρίως σχιστόλιθοι, άμμο από τα ρέματα και τις όχθες, των σε αφθονία γύρω ποταμιών. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο μπάρμπα Κυριάκος Μιχελής “Κουδουνάς”, παλιός αγωγιάτης, μιλάει για την δουλειά του, στον Πίπη μας.

ΑΓΩΓΙΑΤΕΣ Η “ΚΥΡΑΤΖΗΔΕΣ” ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΒΥΣΑΝ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΜΕ ΜΟΥΛΑΡΙΑ ΦΟΡΤΙΩΝ ΑΠΟ ΟΡΕΙΝΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΜΕ ΜΟΥΛΑΡΙΑ ΦΟΡΤΙΩΝ ΑΠΟ ΟΡΕΙΝΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

Η Ελληνική ύπαιθρος είναι κατάσπαρτη από οικισμούς και χωριά, που κτίστηκαν σε δύσβατες ορεινές περιοχές, χωρίς οδικό δίκτυο. Ο μπάρμπα Κυριάκος Μιχελής γνωστός ως “Κουδούνας”, ένας ήρεμος ηλικιωμένος  κατά κύριο επάγγελμα “Κυρατζής”,  στο πρόσωπό του χαραγμένα τα σημάδια του χρόνου, της ταλαιπωρίας και των κακουχιών, 93 ετών αν θυμάμαι καλά. Μου έλεγε ότι από παιδάκι 14 ετών 1930 βοηθούσε τον πατέρα του αγωγιάτη και αυτόν, και συνέχισε το επάγγελμα μετά τον θάνατο του πατέρα του μέχρι το 1965 με 1970. Μού έλεγε λοιπόν ότι η επικοινωνία και η μεταφορά φορτίων και ανθρώπων, γινόταν μόνο μέσα από βατά ή  κακοτράχαλα μονοπάτια, ποτάμια που τον χειμώνα φούσκωναν και, το πέρασμά τους ήταν δύσκολο ή επικίνδυνο για την ζωή τους και το φορτίο που μετέφεραν. Αυτή την δύσκολη διαδρομή μόνον τα υπομονετικά και ανθεκτικά μουλάρια, μπορούσαν να περπατήσουν με σιγουριά και με το βαρύ φορτίο τους. Στο στάβλο του ο κάθε αγωγιάτης συντηρούσε από ένα έως τρία μουλάρια τουλάχιστον, ανάλογα με τον αριθμό των φορτωμάτων και το βάρος τους. Τα τάϊζε καλά, τα πότιζε, ο σταύλος καθαριζότανε συχνά και τα πρόσεχε σαν τα μάτια του. Από τα ζώα αυτά και την καλή κατάστασή τους, εξαρτιόταν το ψωμί της φαμελιάς του. Για την μεταφορά των

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΑΞΕΙΔΙΩΤΩΝ

εμπορευμάτων ο αγωγιάτης έπαιρνε ένα χρηματικό ποσό, άλλες φορές πληρωνόταν σε είδος ανάλογα την συμφωνία. Η πληρωμή λεγόταν “Αγώι” και κανονιζόταν όπως αναφέρω με συμφωνία, άλλοτε με την διαδρομή την λεγόμενη “Στραθιά” και άλλοτε ανάλογα με το βάρος. Η αμοιβή  που έπαιρνε ήταν σχετικά καλή για τα χρόνια εκείνα. Όμως η δουλειά ήταν δύσκολη και κοπιαστική. Ο αγωγιάτης ή “Κυρατζής” έκανε μεταφορές διαφόρων ειδών εμπορευμάτων, κρασιά, λάδια μέσα σε ασκιά, μετέφερε ταξιδιώτες, ανήμπορους ανθρώπους, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς. Η μεταφορά ανθρώπων και αγαθών με μουλάρια εκείνα τα χρόνια, ήταν ο κυριότερος τρόπος …είχε βέβαια και τα ρίσκα του αλλά δεν γινόταν διαφορετικά. Τα μονοπάτια αντικαταστάθηκαν από δρόμους, η επικοινωνία άλλαξε τρόπο και μέσα μεταφοράς προϊόντων και ανθρώπων. Το μεροδούλι έβγαινε δύσκολα, σιγά σιγά σταμάτησαν να μας έχουν ανάγκη. Η εργασία του αγωγιάτη πρόσφερε πολύτιμη βοήθεια στις ορεινές περιοχές, με την μεταφορά και ανταλλαγή των γεωργικών αγαθών. Όλοι στην οικογένεια, κορίτσια, αγόρια, μικροί και μεγάλοι από την βαθειά νύκτα ήταν στο πόδι, με τα λαδοφάναρα στα χέρια, να ετοιμάσουν τα μουλάρια, εάν είχαν φορτώματα να τα φορτώσουν στα ζώα έγκαιρα, για να φτάσουν με την μέρα στον προορισμό τους, να ξεφορτώσουν, να φορτώσουν  και να επιστρέψουν. Εάν η απόσταση ήταν μεγάλη… τότε

ΑΓΩΓΙΑΤΕΣ ΜΕ ΤΑ ΜΟΥΛΑΡΙΑ ΤΟΥΣ ΦΟΡΤΩΜΕΝΑ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ

το βράδυ θα ξεπέζευαν σε κάποιο χάνι, να πάρουν μια ανάσα και να συνεχίσουν το ταξείδι τους. Στις βραδυνές αυτές πορείες τους αχολογούσαν τα κουδουνάκια και τα κρεμασμένα “κύπρια”στους λαιμούς των μουλαριών. Που και που στο πέρασμά τους, όλο και κάποιος ξεχασιάρης χωρικός, τους φώναζε μέσα στην νύκτα καμιά παραγγελία της τελευταίας στιγμής. Πάντα ο αγωγιάτης θα έβρισκε τον απαραίτητο χώρο, για να μην κακοκαρδίσει τον πελάτη. Για αυτές τις περιπτώσεις πάντα έπαιρναν ένα ζώο έστω και δανεικό επιπλέον. Δεν χαλούσαν σε κανένα πελάτη το χατίρι. Πόσες και πόσες συζητήσεις γίνονταν στα χάνια ή στην πολιτεία. Εκεί μάθαιναν τα νέα από τον έξω κόσμο και τα γεγονότα. Αυτοί μετέφεραν μαζί με τις παραγγελίες και τα νέα από τα γύρω χωριά και την πόλη, οι χωρικοί ρούφαγαν στην κυριολεξία τα νέα από τα χείλη τους. Το σκοτάδι, οι νυχτερινές σκιές, οι κακοκαιρίες, το πέρασμα από μονοπάτια μέσα στο δάσος, με φεγγάρι ή χωρίς με περίεργες ιστορίες, έκαναν την φαντασία τους να καλπάζει. Τέτοιες ιστορίες έκαναν τα παιδιά να μαζεύονται φοβισμένα στην πυρογωνιά, ακούγοντάς τες. Στις μέρες μας εάν ψάξεις σε όλη την περιφέρεια της ορεινής Τριφυλίας, ζήτημα είναι αν δεις εδώ και εκεί  έστω και ένα μουλάρι. Κάποτε κοροϊδεύαμε τα παιδιά της πόλις ότι άκουγαν την λέξη αρνί, γίδα, γαϊδούρι ή μουλάρι και δεν γνωρίζανε τι πράγμα ήταν. Σήμερα και για τα δικά μας παιδιά του χωριού, σε λίγο καιρό τα μουλάρια και όλα αυτά τα τα κατοικίδια ζώα, θα αποτελούν…. ανάμνηση!!! Οι αγωγιάτες ή κυρατζήδες ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότες. Λέγοντας αγώι εννοούμε δύο πράγματα…πρώτον τι φορτίο θα φορτώσει,”τι αγώι έχεις;”. Και δεύτερο πόσα λεφτά θα πληρωθεί, “τι αγώι θα πάρεις;”. Ο αγωγιάτης είναι υποχρεωμένος να φορτώσει και να ξεφορτώσει τα φορτία μόνος του. Μαζί του έχει τα απαραίτητα εργαλεία, σχοινιά, δίχαλα, σακιά, ασκιά, κυρίως αδιάβροχα για να προφυλάξει το φορτίο. Αυτός θα ισομοιράσει το φορτίο θα το “Ταιρομοιράσει” για να μεταφέρει ίδιο φορτίο από κάθε πλευρά. Από την ώρα που θα το φορτώσει είναι υπεύθυνος για όποια ζημιά πάθει το φορτίο. Η πληρωμή γίνεται σαν παραδώσει το φορτίο, από τα λεφτά που θα πάρει πληρώνει το φαγητό, τον ύπνο για τον ίδιο και τα μουλάρια του.

Ευχαριστώ τον μπάρμπα Κυριάκο “Κουδουνά”, για τις πληροφορίες και για τον χρόνο που μου διάθεσε.

Αυτά προς το παρόν με  αγάπη ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com