Αρχείο κατηγορίας IPPARXOS

Ο Μακεδονομάχος – Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος από την Ανδραβίδα. Του Περικλή Δ.Καπετανόπουλου.

Μακεδονομάχος – Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος (κατά κόσμον Χρύσανθος Καπετανόπουλος)

Ενσωματωμένη εικόνα 1Γεννήθηκε το 1868 στην Ανδραβίδα Ηλείας.  Γιος του Διονύσιου Καπετανόπουλου και εγγονός του οπλαρχηγού της Ελληνικής Επαναστάσεως  του 1821, Καπετάν Κωνσταντή Παπαδημητρόπουλου (Ανδραβιδιώτη), μετέπειτα ταγματάρχη του νεοσύστατου ελληνικού στρατού και δημάρχου Μυρτουντίων. Ήταν  απόφοιτος του Ελληνικού Σχολαρχείου.

Του Περικλή Δ.Καπετανόπουλου δημοσιογράφου-ιστορικού.

Εκάρη μοναχός και εμόνασε στην Ιερά Μονή Σκαφιδιάς. Το 1904, αναχώρησε για την Αθήνα προκειμένου να ενταχθεί στο Μακεδονικό Κομιτάτο, από την Ιερά Μονή Μακαριωτίσσης στην Δόμβραινα Βοιωτίας, όπου ηγούμενος ήταν ο συγχωριανός του Διονύσιος Τσιατάς. Από το Μακεδονικό Κομιτάτο,παίρνει οδηγίες και φεύγει για την Μακεδονία. Τομέας δράσης του ο ανατολικός τομέας της λίμνης των Γιαννιτσών και τα χωριά Τσέκρι, Αγιοι Απόστολοι, Ζορμπάς, Κουφάλια, Ράμελ, Μπόζετς, και Τσοχαλάρ. Είναι η περιοχή που δέχεται την μεγαλύτερη πίεση ο ντόπιος πληθυσμός,για την προσχώρησή του στην Εξαρχία,  από τις ένοπλες βουλγαρικές ομάδες. Παρέμεινε στην περιοχή συνολικά  έξη χρόνια. Από το ανθυγιεινό κλίμα του Βάλτου και τις κακουχίες της αντάρτικης ζωής, νόσησε με φυματίωση.

Τα έξη χρόνια που έμεινε στην Μακεδονία,  κατέβηκε μόνο  δυο φορές στην Αθήνα, στο κέντρο του Μακεδονικού Κομιτάτου.

Την δεύτερη φορά, μετέβη και στην γενέτειρά του Ανδραβίδα, αρχές του 1910.

Τα αδέλφια του Κωνσταντίνος, Χαράλαμπος και Λεωνίδας, τον παρακάλεσαν θερμά να μην ξαναφύγει για την Μακεδονία δεδομένης και της καταστάσεως της υγείας της. Στάθηκε όμως αδύνατο να τον μεταπείσουν. Η δραματική εξέλιξη των πραγμάτων στην Μακεδονία επέβαλλε την άμεση αναχώρησή  του για την περιοχή ευθύνης του στα Γιαννιτσά.

 Ας σημειωθεί ότι μετά τον Ιούλιο του 1908, και την ανακήρυξη του νεοτουρκικού συντάγματος, η  ελληνοβουλγαρική σύγκρουση συνεχίστηκε σε όλη την κεντρική Μακεδονία.
Οι βουλγαρικοί πυρήνες άρχισαν να σχηματίζονται πάλι στα χωριά, Πέτροβο, Ζορμπάς, Τσοχαλάρ, Μπόζετς, Δαρίτσι, Άγιοι Απόστολοι και Κουφάλια, τομέα δράσης του Χρυσόστομου. Ζούσε κάτω την διαρκή απειλή κατά της ζωής του. Δεν αποχωρίζεται ποτέ, το πιστόλι του. 

Προσπαθεί με τις Επιτροπές Αμύνης των χωριών να διατηρήσει ανοιχτά τα ελληνικά σχολεία και τις εκκλησίες. Είναι σε επαφή με το Προξενείο Θεσσαλονίκης και τον υπολοχαγό Δημήτριο Κάκαβος (Ζώης). Ο κλοιός όμως στενεύει γύρω από τον ηρωικό καλόγερο. Η βουλγαρική συμμορία  του βοεβόδα Αποστόλ τον έχει στοχοποιήσει.Ο Χρυσόστομος είναι εμπόδιο στα σχέδια τους.
Σε νυχτερινή επιδρομή στο Μπόζετς τον συλλαμβάνουν, μετά από προδοσία βουλγαρίζοντα χωρικού.  Τον οδηγούν στο αρχηγείο τους, στους  Αγίους Αποστόλους, τον βασανίζουν, αλλά δεν παίρνουν λέξη από το στόμα του. Τέλος τον εκτελούν με απαγχονισμό, στον πλάτανο μπροστά από την παλιά εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Ήταν τότε 43 ετών.
Δυο χρόνια αργότερα, στο Α Βαλκανικό Πόλεμο του 1912, συμπατριώτες του στρατιώτες του 12ου Συντάγματος Πεζικού (όπου υπηρετούσαν οι στρατεύσιμοι Πεζικού από την Ανδραβίδα) πέρασαν με το Τάγμα τους από τους Αγίους Αποστόλους. Οι ντόπιοι χωρικοί τους έδειξαν τον πλάτανο που κρέμασαν τον εθνομάρτυρα Χρυσόστομο, καθώς και την επιγραφή που οι Βούλγαροι κομιτατζήδες του είχαν κρεμάσει το στήθος, με το όνομά του και το «έγκλημα» του, δηλαδή την υπεράσπιση της ελληνικότητας της Μακεδονίας. Γέροντες του χωριού τους είπαν ότι τον έθαψαν πίσω από το ιερό της Εκκλησίας.
Το 1937, το Υπουργείο Στρατιωτικών, τον αναφέρει ως «ομαδάρχη»στην Επετηρίδα των Αγωνιστών του Μακεδονικού Αγώνα.
Ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος είναι ο μοναδικός Μακεδοναμάχος από την Ηλειακή Γη.

Σάββατο 14 Μαΐου, εκδήλωση για την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών την 1η Μάιου 1944, στο Χαϊδάρι.

Σάββατο 16 Απριλίου 2016 στο Περιστέρι: » Ο κύκλος των μάταιων πράξεων» του Σπύρου Τζόκα, αφιερωμένο στον Ναπολέοντα Σουκατζίδη.

Ο Φιλοτεχνικός Ομιλος Τρίπολης σας καλεί στην παρουσίαση του ιστορικού μυθιστορήματος » Ο κύκλος των μάταιων πράξεων» του αντιπεριφερειάρχη Δυτικής   Αθήνας Σπύρου Τζόκα, το Σάββατο 16 Απριλίου 2016, στις 7 μ.μ, στα εντευκτήρια του (κτίριο Τσιχριτζή,  Γρηγορίου Ε 3).

Το βιβλίο αναφέρεται στη ζωή του αγωνιστή και μάρτυρα της Εθνικής Αντίστασης Ναπολέοντα Σουκατζίδη, ο οποίος αρνήθηκε  να εξαιρέσει τον εαυτό του από τους 200 μελλοθάνατους, προκειμένου να πάρει κάποιος άλλος κρατούμενος τη θέση του, όπως του ζήτησε ο Φίσερ, γερμανός διοικητής των SS του στρατοπέδου Χαϊδαρίου. Εκτελέστηκε μαζί με τους συντρόφους του το άλλο πρωί, και έγινε ένας από τους διακόσιους της ματωμένης Πρωτομαγιάς του 1944.  Διάλεξε το θάνατο και κέρδισε  την αθανασία.

«Τον άνθρωπο μπορείς αν θες να τον εξοντώσεις, αλλά δεν μπορείς να τον νικήσεις»

12.2.2016_Το βιβλίο του Σπύρου Τζόκα Ο κύκλος των μάταιων πράξεων παρουσιάζεται στη Τρίπολη_ΣουκατζιδηςΗ φράση αυτή του Έρνεστ Χεμινγουαίη κυριαρχούσε στο μυαλό μου, αναφέρει ο συγγραφέας Σπύρος Τζόκας, όταν σκεφτόμουν τη μορφή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, του ήρωα του ιστορικού μυθιστορήματος που επιχείρησα.

Το τελευταίο του βράδυ, αυτό που ξημέρωνε η Πρωτομαγιά του 1944, προσπαθεί να συνθέσει το παζλ της σύντομης ζωής του και ταυτόχρονα λεηλατημένης. Αυτό το βράδυ μιλάει με το παρελθόν. Μεταφέρεται στο χρόνο. Στη διαδρομή της Ιστορίας….από το 1909, που γεννήθηκε. Βρίσκεται στο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Τα χνάρια της αναζήτησης τον πάνε πίσω. Όχι πολύ πίσω…..έτσι και αλλιώς η ζωή του δεν είναι μεγάλη. Μικρή είναι. Και βασανιστική. Από φύτρα μικρασιατική είναι. Από εκεί ξεκινάει η Ιστορία του.
Και η Ιστορία του τόπου….1909 – 1944. Οι μικρασιάτικοι τόποι, οι σχέσεις με τους Τούρκους, οι εκτοπισμοί του 1914 – 15, η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, η τραγωδία και η καταστροφή, ο νόστος και η απώλεια, η αποκατάσταση και η προσαρμογή, ο μεσοπόλεμος, το ιδιώνυμο, η οικονομική κρίση, οι τόποι εξορίας, η 4η Αυγούστου, ο πόλεμος, η κατοχή, η αντίσταση…..οι εκτελέσεις.

Όλα αυτά στη σύντομη και λεηλατημένη ζωή ενός ανθρώπου….ενός αγωνιστή….ενός ήρωα.

Η τραγική Ιστορία της πατρίδας μας με φόντο τη διαδρομή ενός προσώπου….ενός τραγικού ανθρώπου.

«Μην ξεχνάτε τους Έλληνες!». Έτσι τελείωνε μια δραματική ανταπόκριση. Η κραυγή του Χεμινγουαίη για την τραγωδία του μικρασιατικού Ελληνισμού έφτανε όχι μόνο στον Καναδά, που έστελνε τις ανταποκρίσεις, αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Αυτή η κραυγή ακουγόταν τη νύχτα αυτή στο κελί του. Στην κραυγή αυτή πρόσθετε και τη δικιά του…..για την πατρίδα του, για τους ανθρώπους της, για την αξιοπρέπεια. Μια κραυγή που ερχόταν από πολύ μακριά. Αρκετούς αιώνες πίσω. Τότε που ο Σωκράτης από το κελί του έδινε νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη….. «το σώμα μου είναι φυλακισμένο, όχι το πνεύμα μου» Είναι πραγματικά έτσι; Έτσι είναι. Ο καθολικός άνθρωπος ζει πέρα από το χώρο και το χρόνο…και διαρκώς αναλογίζεται το χρέος του. Και διαρκώς είναι ελεύθερος.

Για το βιβλίο έγραψαν :

Δώρα Μόσχου, διδάκτωρ Ιστορίας : «Η πρώτη ύλη της ιστορίας είναι ο άνθρωπος,  ο μόχθος, ο αγώνας και οι αγωνίες του. Ο άνθρωπος, ως άτομο αλλά και ως συλλογική οντότητα, διαμορφώνεται από την ιστορική στιγμή, από τον τόπο και από τους άλλους ανθρώπους. Με τη σειρά του,  επαναδιομορφώνει ο ίδιος την ιστορική στιγμή: τον τόπο και τους ανθρώπους, ενώ επεμβαίνει στη ροή του χρόνου και τον αξιοποιεί προς όφελός του. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια πρώτη ύλη αδρανή και νεκρή, αλλά για μια πρώτη ύλη ενσυνείδητη, που χτίζει την ιστορία, πάντα με τον ιδρώτα και, πολύ συχνά, και με το αίμα του…Ως  προς τη σχέση της ιστοριογραφίας  με τη λογοτεχνία: η μια δεν υποκαθιστά την άλλη∙ αλληλοσυμπληρώνονται και, χρησιμοποιώντας η κάθε μια τη δική της σκευή και τις δικές της μεθόδους, μας γνωρίζουν τη μεγάλη πορεία του ανθρώπου προς την οριστική του απελευθέρωση από τα δεσμά της υλικής ανάγκης.

Ένα λογοτεχνικό είδος που έχει στοιχεία και από την ιστοριογραφία και από τη λογοτεχνία είναι το ιστορικό μυθιστόρημα.  Είδος εξαιρετικά απαιτητικό, διότι προϋποθέτει το συνδυασμό της μυθοπλασίας με την ιστορική αλήθεια. Εάν η μυθοπλασία αφορά πρόσωπα επινοημένα από τον ίδιο το συγγραφέα, το  ζήτημα δεν είναι αν τα γεγονότα στα οποία εμπλέκονται, αυτά καθεαυτά είναι αληθινά, αλλά αν είναι ιστορικά έγκυρα – αν, δηλαδή, σε καιρό και σε τόπο θα ήταν δυνατό να έχουν συμβεί. Εάν, όμως, τα πρόσωπα είναι υπαρκτά, ο βασικός τουλάχιστον καμβάς της δράσης θα πρέπει να τεκμηριώνεται από τις ιστορικές πηγές. Καθόλου, από την άλλη, δεν απαγορεύεται ο συγγραφέας να εμπλουτίζει τη ζωή, τη σκέψη και τη δράση του ήρωά του, με τρόπο λογοτεχνικό, με δευτερεύοντες χαρακτήρες που ίσως υπήρξαν ίσως και όχι∙ με εσωτερικούς μονολόγους για τους οποίους, αντικειμενικά, οι ιστορικές μαρτυρίες δεν μπορούν να καταθέσουν το παραμικρό∙ με «μικρές» πράξεις, στιγμές και αισθήματα που ίσως βιώθηκαν ίσως και όχι, πράγματα για τα οποία η «μεγάλη» ιστορία δεν μας παραδίνει απολύτως τίποτα. Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτά, αρκεί η παράθεσή τους να μη στρεβλώνει το πρόσωπο που βιογραφείται και τις ιστορικές συνθήκες που το διαμόρφωσαν και το ανέδειξαν.

Στην περίπτωση του  θαυμάσιου βιβλίου που παρουσιάζουμε σήμερα, ευτυχώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο  Σπύρος Τζόκας, ο συγγραφέας του είναι  ιστορικός και γνωρίζει πολύ καλά την ιστορική μεθοδολογία: τόσο όσον αφορά τη χρήση των πηγών – απαραίτητη σκευή για κάθε ιστορικό επιστήμονα, όσο και από την άποψη της αναγνώρισης του πρωτεύοντα ρόλου των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών κάθε ιστορικής στιγμής στη διαμόρφωση των πολιτικών πράξεων και γεγονότων και στη συγκρότηση των επί μέρους προσωπικοτήτων»..

Γιώτα Πολιτοπούλου, φιλόλογος«Ο τίτλος του βιβλίου δημιουργεί καταρχήν αμηχανία και έκπληξη. Τίτλος προκλητικός και συγχρόνως αντιφατικός. Ως προς τον τρόπο αφήγησης ακολουθείται το σχήμα του κύκλου. Το βιβλίο ξεκινάει με την κορύφωση του τέλους και στη συνέχεια, με αναδρομές στο παρελθόν, γίνεται η σύνθεση των σκηνών της ζωής του Ναπολέοντα Σουκατζίδη παράλληλα με τις σημαντικές στιγμές της ιστορίας του τόπου. Στο τέλος του βιβλίου βρισκόμαστε στο ίδιο αρχικό σημείο, δηλ. στην εκτέλεση. Κλείνει έτσι ο κύκλος της αφήγησης, μα και ο κύκλος της ζωής του ήρωα. Τελικά, δεν πρόκειται για μια απλή μυθοπλασία αλλά για μια ιστορική αφήγηση, όπου με το λογοτεχνικό εφεύρημα της «βαλίτσας της μνήμης», που ανοίγει ο Σουκατζίδης την παραμονή της εκτέλεσής του, ξεδιπλώνει ο συγγραφέας και συνδυάζει λειτουργικά τα μικρά και προσωπικά με τα μεγάλα, τα κοινωνικά, πολιτικά και εθνικά, όπως τα βίωναν οι Μικρασιάτες του Ελληνισμού. Το βασανιστικό ερώτημα που διαπερνά όλο το έργο είναι το εξής: Άξιζε τελικά όλος αυτός ο αγώνας; Ή ήταν μάταιες όλες αυτές οι πράξεις; Ερώτημα καίριο, όχι μόνο για την πορεία της ζωής του ήρωα μα και για την πορεία της ίδιας της Αριστεράς. Οι ήττες-μικρές ή μεγάλες-πρέπει να καταβάλουν ή να ενδυναμώνουν τους αγωνιστές; Κι ακόμη: Είναι τελικά 11 ηρωισμός να μη δειλιάζεις και να μη συνθηκολογείς μπροστά στο θάνατο ή απλά αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμός; Νομίζω πως ο Ναπολέων Σουκατζίδης σε αυτό το ερώτημα απάντησε πολύ καθαρά, με το προσωπικό του παράδειγμα. Απέδειξε έτσι πως οι ήρωες, οι χαρισματικοί ηγέτες, τα ιστορικά πρόσωπα δεν είναι βιολογικά κάποια ανώτερα χαρισματικά όντα αλλά άνθρωποι σαν όλους εμάς, που τους κάνει ξεχωριστούς ο τρόπος που αντιδρούν στην κρίσιμη στιγμή».Τα όπλα κροτάλισαν, οι 200 θυσιάστηκαν πιστοί στα ιδανικά και τον αγώνα τους. Και κατά πως γράφει ο Σπύρος Τζόκας ολοκληρώνοντας το ιστορικό μυθιστόρημα «ο αντίλαλος από το Σκοπευτήριο Καισαριανής παραμένει. Αν γονατίσεις στη γη, εκεί στο θυσιαστήριο και βάλεις το αυτί σου στο χώμα θα τον ακούσεις. Ακόμα και στη γύρω περιοχή, στο συνοικισμό. Ακούγονται οι φωνές, λυπητερές φωνές, οργισμένες φωνές. Οσο κοντοζυγώνει κάποιος στον τόπο που ακούγονται οι φωνές, τόσο αυτές αλαργεύουν. Φωνές που σε ξυπνούν από τον ύπνο τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Για όνειρα που διαψεύστηκαν, δικαιώματα που κατακτήθηκαν, δικαιωμένες και αδικαίωτες θυσίες που κατατέθηκαν στο βωμό της ελπίδας. Η μνήμη, η ελπίδα, η θυσία, ακόμα και η διάψευση ολοζώντανες παρουσιάζονται μπροστά σου. Και έχουν τη μορφή των διακοσίων».

 

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ και ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ

 Ο Ναπολέων Σουκατζίδης δεν ήταν ο μοναδικός κρατούμενος του Χαϊδαρίου, που αρνήθηκε να ζήσει και να πάρει άλλος την θέση του στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Το ίδιο έκανε, την ίδια μέρα και την ίδια ώρα, μπροστά στο Γερμανό διοικητή Φίσερ, ο γενικός αρχηγός των κρατουμένων, Αντώνης Βαρθολομαίος, εργάτης και αθλητής

 από την προσφυγική συνοικία του Υμηττού, δυο δρασκελιές απόσταση από την Καισαριανή.

Γράφει ο λογοτέχνης Βασίλης  Ρώτας για τον Αντώνη Βαρθολομαίο«Κάθε φορά που ο νους μου περιδιαβάζοντας τους σκοτωμένους μας σταματάει στον Αντώνη τον Βαρθολομαίο, τον αθλητή με τον ολότελα παιδιάστικο χαρακτήρα, τον μοναχογιό, πάντοτε ζωγραφίζει και μια σκυφτή γερασμένη γυναίκεια μορφή, να πηγαινοέρχεται μέσα στο μικρό μορφοσυγυρισμένο σπίτι, να ετοιμάζει καθαρές φορεσιές, να στρώνει τραπέζι, να βγαίνει ώρες ν’ αγναντεύει στον δρόμο, κι έπειτα να τα ξαναμαζεύει ώσπου στο τέλος απελπισμένη κλειδώνει το σπίτι, πετάει το κλειδί και πάει στον αγύριστο»

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ 1944

Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα

με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη,

όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι — άνθρωπος να σαι!

Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος,

φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις

τον αδερφό σου αντίκρα σου — με μάνα εσύ και κείνος!

Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου.

Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο.

Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω

(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)

που αράδειασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους

και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος,

όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παληκάρια.

Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,

μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.

Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους

κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.

Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω.

Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.

Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν

κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους,

δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται

παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας.

Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,

που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,

και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!

Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!

Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,

θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου.

Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Ναπολέων Σουκατζίδης

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε στην Προύσα το 1909. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Κρήτη. Σπούδασε στη Μέση και Ανώτατη Εμπορική Σχολή, εργάστηκε ως λογιστής και υπήρξε πρόεδρος των Εμποροϋπαλλήλων Ηρακλείου. Ανέπτυξε σημαντική συνδικαλιστική δράση, εξαιτίας της οποίας συνελήφθη και εξορίστηκε στον Αϊ Στράτη. Ακολούθως μεταφέρθηκε στις φυλακές της Ακροναυπλίας, των Τρικάλων και της Λάρισας και τελικά κατέληξε στο Χαϊδάρι.
Η αναφορά του ονόματος του Σουκατζίδη στη λίστα των μελλοθανάτων της 1ης Μαΐου 1944 προκάλεσε μεγάλη κατάπληξη και δέος στους κρατουμένους του Χαϊδαρίου. Ο ίδιος αποδέχθηκε τη μοίρα με ένα χαμόγελο και παρέδωσε τη σφυρίχτρα και τα χαρτιά του στον βοηθό διερμηνέα Θανάση Μερεμέτη λέγοντάς του:
«Θανάση, μη ξεχνάς ποτέ πως είσαι Έλληνας κρατούμενος και εξυπηρετείς Έλληνες αγωνιστές. Να είσαι πάντα καλός και μαλακός μαζί τους. Στο πρόσωπό σου τους αποχαιρετώ όλους».
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο γερμανός διοικητής των SS Karl Fischer πρότεινε στον Σουκατζίδη, ως διερμηνέα και στον Βαρθολομαίο, ως γενικό αρχηγό των κρατουμένων να τους χαρίσει τη ζωή, εκτελώντας αντί γι’ αυτούς κάποιους άλλούς κρατούμενους στη θέση τους. Ομως τόσο ο  Σουκατζίδης, όσο και ο Βαρθολομαίος αρνήθηκαν κατηγορηματικά

Συνέχεια ανάγνωσης Σάββατο 16 Απριλίου 2016 στο Περιστέρι: » Ο κύκλος των μάταιων πράξεων» του Σπύρου Τζόκα, αφιερωμένο στον Ναπολέοντα Σουκατζίδη.

Τι ήταν οι επαναστάτες του 1821; Κάτι άγριοι και βίοι ληστές. Αυτά λένε δικοί μας Πανεπιστημιακοί.

Ποια επανάσταση ;

Ένα επεισόδιο ήταν στην ιστορία της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Τι ήταν οι επαναστάτες του 1821 ;

Κάτι άγριοι και βίοι ληστές. Ο Κολοκοτρώνης ; Ένας φιλοχρήματος συμφεροντολόγος. Ο Καραϊσκάκης ; Ένα λούμπεν στοιχείο. Ο Μπότσαρης ; Ένας Αλβανός. Και ο Μακρυγιάννης ; Ένας θρησκομανής τοκογλύφος.

Ποιοι τα υποστηρίζουν αυτά ; Όχι βέβαια οι Τούρκοι, οι σοβαροί ιστορικοί τους τουλάχιστον.

Πριν δούμε ποιοι τα υποστηρίζουν, ας ακούσουμε πως απαντά ο ποιητής λαός το 1361, θρηνώντας το κούρσεμα της ελληνικής Ανδριανούπολης, 92 περίπου χρόνια πριν από την άλωση :

«Τ’ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης
κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι,
κλαίγουν την Αντριανόπολη την πολυκρουσεμένη,
όπου τήνε κρουσέψανε τις τρείς γιορταίς του χρόνου.
του Χριστουγέννου για κηρί και του Βαγιού για βάγια
και της Λαμπρής την Κυριακή για το Χριστός Ανέστη».(1)

Οι δικοί μας είναι. Πανεπιστημιακοί, ειδικευμένοι στην «αποδημητική ιστορία».

Αποδομούν την ιστορία και την παράδοση του λαού μας, στηρίζουν διδακτορικές διαδρομές πάνω σε ετούτα τα ανυπόφορα. Παρέχουν αμοιβαίως επιδαψιλεύσεις, τις αναγκαίες προκειμένου, να σιτίζονται ισοβίως στα πρυτανεία, τα τεμπελχανεία, όπως τα ονόμαζε ο Κώστας Βάρναλης (2). Αρπάζοντας τις πανεπιστημιακές έδρες, σαν τους λύκους, απειλούν τις ψυχές και τα μυαλά των παιδιών μας.

Και ας κραυγάζει από τα σπλάχνα το δημοτικό μας τραγούδι, ακόμα και πριν από την Άλωση.

Τι σημασία έχει; Σημασία έχει τι λένε αυτά τα πανεπιστημιακά σκύβαλα, αυτοί οι «πνευματικοί» που τορπιλίζουν συνεχώς την ιστορική μνήμη, την επιστημονική κρίση και την κοινή λογική. Σημασία έχει τι επιβάλλουν ως ιστορική γνώση με το «κύρος» του «πανεπιστημιακού δασκάλου».

Είναι οι ίδιοι που αποδομούν το ’21 ότι τάχα ήταν ένα απλό περιστατικό της νεοελληνικής περιόδου υπό την επιρροή και μόνο των γάλλων διαφωτιστών και όχι η κορύφωση μιας μακραίωνης ιστορίας εξεγέρσεων και επαναστάσεων αμέσως μετά την Άλωση.

Είναι οι ίδιοι που υποστηρίζουν την άποψη περί συμψηφισμού των δήθεν αμοιβαίων σφαγών.

Και ας πονάει ο ποιητής λαός, διεκτραγωγώντας την σκλαβιά :

«Τα παλληκάρια του Μοριά κι οι όμορφες της Πάτρας
ποτέ δεν καταδέχονταν πεζοί να περπατήσουν,
και τώρα, πως κατάντησαν σκλάβοι στους Αρβανίτες!»(3)

Και ας εκφράζει την οδύνη του για τα πάθη των σκλαβωμένων :

«Ήλιε που βγαίνεις το ταχύ, σ’ ούλον τον κόσμον δούδεις,
σ’ ούλον τον κόσμ’ ανάτειλε, σ’ όλη την οικουμένη.
Στω Μπαρμπαρέσω τις αυλές, ήλιε μην ανατείλεις,
κι αν ανατείλεις ήλιε μου, να γοργοβασιλέψεις,
γιατ’ έχουν σκλάβους έμορφους, πολλά παραπονιάρους
και θα γραθούν οι αχτίδες σου που των σκλάβων τα δάκρυα.»(4)

Οι αξιότιμες αυτές κυρίες και κύριοι θεμελιώνουν την ύπαρξή τους πάνω στην αποδόμηση των ιστορικών παραδόσεων του λαού και των μύθων. Λες και ο μύθος και οι παραδόσεις, που θερμαίνουν τις ψυχές των λαών, εμποδίζουν την επιστημονική έρευνα.

Η ιστορία, όμως, εκτός από επιστημονική καταγραφή των γεγονότων, του παρελθόντος και των σχέσεων ανάμεσα σε αυτά, είναι ταυτόχρονα και παραμυθία. Είναι και διδαχή. Είναι ακόμα και προσάναμμα, διδασκαλία αντίστασης.

Ουδέποτε τους απασχόλησε ο συνεχής επαναστατικός αναβρασμός ελάχιστα έτη μετά την Άλωση, με πρώτο επαναστάτη των Κορκόδειλο Κλαδά στη Μάνη (1425-1490) γιο του Θεόδωρου Κλαδά αξιωματικού του δεσπότη του Μυστρά που επί τριάντα ολόκληρα χρόνια πολεμούσε τους Τούρκους και μάλιστα τον σουλτάνο Μεχμέτ τον Πορθητή. Ο ήρωας αυτός συνελήφθη ενώ ετοίμαζε επανάσταση στην Πελοπόννησο και εκτελέστηκε το 1490 με κατακερματισμό (τον κομμάτιασαν!).(5)

Ούτε βεβαίως ασχολήθηκαν με το δράμα των αγωνιστών που απελευθέρωσαν την Ελλάδα και την πείνα που τους έγδαρε.

Ακούστε την τραγική φωνή ενός σπουδαίου, παραγνωρισμένου, ήρωα και επαναστάτη, του καπετάν Κωνσταντή του Ανδραβιδιώτη, του οπλαρχηγού ο οποίος από την αρχή μέχρι το τέλος της επανάστασης έδωσε τα πάντα για την υπόθεση της πατρίδας μας, την έννοια της οποίας αμφισβητούν οι κύριοι «πανεπιστημιακοί». Έδωσε την ψυχή, την υγεία, την περιουσία του.

Υπήρξε τυχερός (ή κι άτυχος) γιατί δεν έδωσε και την ζωή του και έζησε εξευτελιζόμενος από την φτώχεια.

Ας ακούσουμε τον καπετάν Κωνσταντή, φίλο του Κολοκοτρώνη. Την επιστολή είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει ο απόγονός του, δημοσιογράφος και ιστορικός κ. Περικλής Καπετανόπουλος.

Ας ακούσουμε πως απαντάει στους κ.κ. «πανεπιστημιακούς», αποδομητές της αλήθειας :

«Εν Πύργω τη 10η Φεβρουαρίου 1841

Μεγαλειότατε,


Πενία καταμαστίζουσα πολυμελή οικογένειαν μου, έχουσα εις μόνον εμέ το στήριγμα της με βιάζει, Βασιλεύ, να υποβάλλω ευσεβάστως την παρούσαν μου, και δ’ αυτής επιστήσω. την εις εμέ αδικίαν γινομένην προ τοσούτου καιρού.


Μεταξύ των λαβόντων μέρος εις την Ιεράν Επανάστασίν μας κατά την Ηλείαν, είμαι και ο αναφερόμενος, υπηρετήσας το κατά δύναμην.


Παρευρεθείς εις την πρώτην μάχην του Χλουμουτσίου κατά των Οθωμανών Γαστουναίων, διετέλεσα εις όλας τας Πολιορκίας των Πατρών, ευρέθην εις το Μεσολόγγιον με τους υπ’ εμέ, όταν επολιορκείτο υπό του Ομέρ Βρυώνη, εκινήθην παντού, όπου εκάλει ανάγκη, εις τας κατά του Ιμπραήμ Πασσά (δυσανάγνωστη λέξη), συνήψα μεθ’ ενός των (στρατιωτικών) σωμάτων του, πεισματώδη και άνισον μάχην εις Πόρτας, περί το βραχοτάμπουρον, όπου έχασα τον νεώτερον αδελφόν μου Χρίστον, το μόνον υποστήριγμα μου, και δύο από πατρός θείους μου, στείλας δε εις τον Άδην εκατόμβας εχθρών, ως βεβαιούται κοινώς, και απωλέσας την περιουσίαν μου, και μετ’ αυτής το δίπλωμα της Χιλιαρχίας μου, με το οποίον μ΄ετίμησεν η τότε Εθνική Κυβέρνησις.


Συνεισέφερα , Μεγαλειότατε, χρηματικώς, μισθοδοτών τους ακολουθούντας με στρατιώτης, και μη φαινόμενος αδιάφορος εις τους εράνους, οίτινες εθεσπίζοντο δια την ανάγκην της Πατρίδος μου.


Τέλος πάντων έπραξα, οτι έπρεπε, μείνας πτωχός και μετ’ εμού οκτώ άτομα της οικογενείας μου, δια την διατροφήν των οποίων αναγκάστηκα, γεωργών ιδίοις χερσί την γην ήδη, όθε η ηλικία μου προέβη.


Επισυνάπτω πιστοποιητικόν του ταγματάρχου κ. Δεληγιώργη, πιστοποιούν την υπαρξήν μου ως αξιωματικού επί της Επαναστάσεως μας, παρευρευθείς (δύο δυσανάγνωστες λέξεις) εις τον αγώνα, και αντίγραφον διπλώματος μου, δι’ ου επί Κυβερνήτου εδιορίσθην αξιωματικός β κλάσεως, μισθοδοτούμενος από 60 φοίνικας κατά μήνα.


Όταν ευδοκήσατε, Μεγαλειότατε, να συστήσετε τας  εξεταστικάς των εκδουλεύσεων επιτροπάς, εφρόντισα εις μεν την πρώτην να διευθύνω τα έγγραφα μου και έκθεσιν των εκδουλεύσεων μου, και εις την δευτέραν επανηλλειμένως ανέφερον, εξαιτήσας την βαθμολογίαν μου, την οποίαν ως επληροφορήθειν έλαβον, σημειωθείς εις την τάξιν των ταγματαρχών, αλλά χείρ ανόσιος εξήλειψε το ονομά μου από το Μητρώον, θέσασα άλλον, για να με φέρει εις την πλέον δύστυνον κατάστασιν.


Δεν μοιμένοι άλλη ελπίς, παρ’ η προς την Υ.Μ προσφυγή, δια να δικαιωθώ (δυσανάγνωστος λέξη) επι τούτων. Ευαρεστηθείτε, Μεγαλειότατε, να εξετάσητε τους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου περί εμού, και θέλετε εύρει την κοινήν ομολογίαν των αναφερομένων μου και ίσως περί πλειοτέρων, αφ’ όσα εγώ αναφέρω.


Η Διοίκησις της Ηλείας αφ’ ετέρου είναι εκτενώς πληροφορημένη περί της πρώτης καταστάσεως της οικογενείας μου, των εκδουλεύσεων μου, και της ήδη δυστυχίας εις ην διάκειμαι. και δεν φέρω αμφιβολία ότι θέλει δώσει τας αληθεστέρας πληροφορίας.


Και μολοταύτα, Βασιλεύ, αδικούμαι. και η γενειθήσα εις εμέ αδικία φέρει εις όλεθρον οκτω μέλη της οικογενείας μου, καταμαστιζόμενα υπο πενίας, και εμέ μέχρι τέλους, μη δυνάμενος ν’ αδιαφορω εις την καταστασίν μου.


Λάβετε όθεν πρόνοιαν περί ενός των πιστοτέρων εις τον Υ.(ψηλόν) Θρόνον υπηκόων, και ευδοκήσατε να απονείμετε δικαιοσύνην, εις εμέ τον αναξιοπάσχοντα, τον οποίον Μοίρα κακή αδικεί μέχρι τούδε.

Υποφαινόμενος
Ευπειθέστατος
Της Υ. Μεγαλειότατος
Πιστός υπήκοος

Κωνσταντής Παπαδημητρόπουλος» (6).

ΝΙΚΟΣ Ι. ΚΑΡΑΒΕΛΟΣ

(1, 3, 4). Ν.Γ. Πολίτης : «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού», Αθήναι 1932, αρ.1., πηγή ΣΑΡΑΝΤΟΣ Ι. ΚΑΡΓΑΚΟΣ «ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ» ΤΟΜΟΣ Β1.
(2) ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη».
(5) Σάθα «η τουρκοκρατουμένη ΕΛΛΑΣ», ΣΑΡΑΝΤΟΣ Ι. ΚΑΡΓΑΚΟΣ «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ 1821».
(6) Γενικά Αρχεία του Κράτους, «Αριστεία», φακ. 99 έγγραφο 053.

φωτογραφία: Ο Καπετάν Κωνσταντής το 1844. Εις το αριστερό μέρος της φέρμελης φέρει Αργυρούν Αριστείον για την συμμετοχή του εις την Επανάστασιν του 1843.