Αρχείο κατηγορίας ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Η απίστευτη επίδραση της τροφής στη ζωή. Υπέροχες φωτογραφίες.

12 εικόνες που δείχνουν την απίστευτη επίδραση της τροφής στη ζωή

Ο Φωτογράφος Pink Lady Food της Χρονιάς ανακοίνωσε τους νικητές του 2020 στις αρχές Μαΐου και είμαστε ενθουσιασμένοι που θα τους μοιραστούμε μαζί σας. Ο διαγωνισμός είναι ανοικτός σε υποβολές τόσο από επαγγελματίες όσο και από ερασιτέχνες φωτογράφους. Φέτος εμφανίστηκαν 24 κατηγορίες, οι οποίες δείχνουν το βαθμό στον οποίο το φαγητό επηρεάζει τη ζωή μας. Όταν σκέφτεστε τη φωτογραφία τροφίμων, η πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό μπορεί να είναι γυαλιστερά πιάτα σε φημισμένα εστιατόρια. Αλλά οι παρακάτω φωτογραφίες αποδεικνύουν ότι είναι ένα ποικίλο πεδίο που έρχεται σε πολλές μορφές. Το φαγητό συνδέεται με τον πολιτισμό, την παράδοση, την ποικιλομορφία και την κοινωνική κατάσταση.

Ο νικητής του μεγάλου βραβείου είναι ο Μπαγκλαντές φωτογράφος KM Asad με μια υποβολή με τίτλο «After Exodus». Η φωτογραφία απεικονίζει παιδιά σε ένα στρατόπεδο προσφύγων Ροχίνγκια που παρατάσσονται για να πάρουν το γεύμα τους. «Αυτή η συγκινητική εικόνα μιλάει πραγματικά για την εποχή μας», λέει η Caroline Kenyon, ιδρυτής / διευθυντής των βραβείων. Ελπίζουμε να απολαύσετε και να εκτιμήσετε τη φωτογραφία του Asad και τις υπόλοιπες από αυτές τις νικητήριες εικόνες.  

1. «Μετά την έξοδο» του KM Asad 

Πηγή εικόνας: KM Asad
«Τα παιδιά προσφύγων Ροχίνγκια της Μιανμάρ περιμένουν σε μια ουρά για να μαζέψουν φαγητό σε ένα στρατόπεδο προσφύγων στο Ukhiya, στο Cox’s Bazar. Σύμφωνα με την UNHCR, περισσότεροι από 742.000 πρόσφυγες Ροχίνγκια έφυγαν από τη Μιανμάρ, οι περισσότεροι προσπαθούσαν να διασχίσουν τα σύνορα και να φτάσουν στο Μπαγκλαντές. «

2. «The Morning Catch» του Zay Yar Lin 

Πηγή εικόνας: Zay Yar Lin
«Τρεις ψαράδες ρίχνουν τα δίχτυα τους στη λίμνη κοντά στη γέφυρα U Bein στο Mandalay της Μιανμάρ.»

3. «Just Desserts» του Thomas Alexander

Πηγή εικόνας: Thomas Alexander
«Ένα μεγάλο φινίρισμα σε αυτήν την εμπνευσμένη γαμήλια γιορτή.»

4. «Bowl of Squash» του Aimee Twigger 

Πηγή εικόνας: Aimee Twigger
Ένα μπολ με φθινοπωρινό σκουός, εμπνευσμένο από τον Βερμέερ. Τους αφήσαμε σε ένα μπολ δίπλα στο παράθυρο πριν από έναν πυροβολισμό και μου άρεσε το φως και τα χρώματα. «

5. «Making Together» του KM Asad 

Πηγή εικόνας: KM Asad
Οι Μουσουλμάνοι προετοιμάζουν μια γιορτή πριν από την προσευχή της Παρασκευής σε ένα πεδίο κοντά στο έδαφος της εκκλησίας κατά την πρώτη ημέρα της τριήμερης μουσουλμανικής συνάθροισης, Biswa Ijtema, στο Tongi κοντά στη Ντάκα του Μπαγκλαντές. «

6. «Olek τρώγοντας τηγανίτες» από την Anna Włodarczyk 

Πηγή εικόνας:  Anna Włodarczyk
«Ο γιος μου Olek τρώει τηγανίτες στο καλοκαιρινό μας σπίτι Kashubian.»

7. «Όταν γεμίζει η κυψέλη» του Xiaodong Sun 

Πηγή εικόνας:  Xiaodong Sun
Πριν από τη συγκομιδή του μελιού, ο μελισσοκόμος αφαιρεί προσεκτικά τις μέλισσες από τις κυψέλες τους, αυτή τη στιγμή σε κάνει να νιώθεις στον κόσμο των μελισσών. Suzhou, επαρχία Jiangsu, Κίνα. «

8. «Octopus Dots» του Nicole Herft 

Πηγή εικόνας: Nicole Herft
Αυτό ήταν για το εστιατόριο Chotto Matte στο Soho. Έπαιξα με την επένδυση έτσι ώστε τα συστατικά να μην αλλάζουν αλλά η εμφάνιση ήταν πιο δραματική. Ήθελα οι σεφ να μπορούν να κάνουν το ίδιο πράγμα κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας. Μου αρέσει να χρησιμοποιώ κουκκίδες διαφορετικού μεγέθους όταν το στυλ των τροφίμων. «

9. «Φαίνεται πάρα πολύ καλό για φαγητό (ακόμα)» από τον Sandy Wood 

Πηγή εικόνας: Sandy Wood
«Ποιος θα πάρει το καλύτερο σουτ; 3 Instagrammers καταγράφουν το φαγητό σε μια εκδήλωση κοινωνικών μέσων. «

10. «Ramen Art» Xueping Du 

Πηγή εικόνας: Xueping Du
«Οι έμποροι καταστημάτων νουντλς εμφανίζουν τεχνικές παρασκευής νουντλς.»

11. «Περιμένοντας τον Ήλιο» του Nhan Do Thanh 

Πηγή εικόνας:  Nhan Do Thanh
Αυτή η φωτογραφία τραβήχτηκε στην επαρχία Tay Ninh του Βιετνάμ. Αυτό δείχνει μια παραδοσιακή βιετναμέζικη παραδοσιακή δουλειά – κάνοντας τον Bánh Tráng. Είναι φτιαγμένο με αλεύρι, γαρίδες, αλάτι και σουσάμι και είναι ένα βιετναμέζικο αγαπημένο. «

12. «Φυτικός Σταθμός» του Zay Yar Lin 

Πηγή εικόνας: Zay Yar Lin 
«Ένας πολύχρωμος πάγκος λαχανικών με διάφορα είδη φρούτων και λαχανικών σε μια νυχτερινή αγορά σε έναν κρυφό δρόμο του Γιανγκόν της Μιανμάρ.»

Παρασκευή, 12 Ιουλίου: Έως και τις 31 Αυγούστου, A Voyage Within, μια σπουδαία έκθεση στην Καλαμάτα.

A Voyage Within, μια σπουδαία έκθεση φτάνει στην Καλαμάτα.

Την εικαστική έκθεση με τίτλο «Α VOYAGE WITHIN» των Βαγγέλη Κύρη και Anatoli Georgiev θα φιλοξενήσει η Συλλογή Ελληνικών Ενδυμασιών «Βικτωρία Γ. Καρέλια» από σήμερα Παρασκευή, 12 Ιουλίου (στις 8.00 το βράδυ θα πραγματοποιηθούν τα εγκαίνια) έως και τις 31 Αυγούστου.
Πρόκειται για έκθεση που για πρώτη φορά ταξιδεύει εκτός Αθηνών και αποτελεί ένα υποσυνείδητο ταξίδι στις ρίζες της παράδοσης και απόσταγμα του ελεύθερου δημιουργικού συνδυασμού της τέχνης της φωτογραφίας και της τέχνης του κεντήματος.
Η έκθεση αποτελεί το σημείο εκείνο στο χάρτη του νου όπου η τέχνη είναι μία και οι διαφορετικές εκφράσεις της μπορούν, σε ιδανικές συνθήκες, να συνυπάρξουν, να αλληλοσυμπληρωθούν και να αναγνώσουν, στο τέλος, την πραγματικότητα μέσα από ένα εντελώς καινοτόμο πρίσμα.

Τα εντυπωσιακά πορτρέτα του φωτογράφου Βαγγέλη Κύρη φέρουν το απόσταγμα της εμπειρίας του στα νοητά, υποσυνείδητα και κυριολεκτικά ταξίδια του ανά τον κόσμο, τα σύνορα του οποίου «έκλεισε» μέσα από τη ματιά του στο πλαίσιο ενός κάδρου, στο χάρτη ενός τοίχου. Ένα συνονθύλευμα εικόνων από όλη τη γη, που ξεκινά από την Ασία και την Αφρική, για να φτάσει στην Ελλάδα, όπου ο φωτογράφος εστιάζει σταθερά το βλέμμα του στις ρίζες της παράδοσης, σε μία ελεύθερη δημιουργική προσέγγιση μακριά από τη λαογραφική απεικόνιση.
Τυπωμένες σε καμβά, οι εικόνες του κληροδοτούν το βάθος και τη σύνθετη ανάγνωση ενός πίνακα ζωγραφικής.
Ο φίλος και συνεργάτης του φωτογράφου τα τελευταία πέντε χρόνια, Anatoli Georgiev, πιάνει στα χέρια του τον καμβά για να κεντήσει πάνω του, ασυνείδητα σχεδόν, λεπτομέρειες και στοιχεία, χαρίζοντας στα πορτρέτα του Βαγγέλη Κύρη ένα ζωντανό, τρίτο επίπεδο και ξεκλειδώνοντας έτσι καινούργιες, πολυεπίπεδες αναγνώσεις του ίδιου έργου, μέσα από την υφή.
Η έκθεση είναι στην πραγματικότητα μία ιστορία αγάπης, όπου οι σύγχρονες εφαρμογές της φωτογραφίας αγκαλιάζουν τις παραδοσιακές τεχνικές του βαψίματος των κλωστών με τσάι και τη διάβρωση/παλαίωση των υλικών, στην υπηρεσία ενός οράματος που οι δύο συνεργάτες μοιράζονται από κοινού.
Τρίτη δύναμη της ομάδας, η Έρικα Βασιλείου, μία διορατική και οξυδερκής λάτρης της τέχνης, που λειτούργησε καταλυτικά στην ανάδειξη αυτής της μαγικής σύμπραξης.

Το «Θάρρος» μίλησε με το φωτογράφο Βαγγέλη Κύρη, που θα βρεθεί σήμερα στην Καλαμάτα, για το τι θα δει κάποιος που θα επισκεφθεί την έκθεση, πώς φτάσαμε σε αυτή και, φυσικά, για τη φωτογραφία: Μιλήστε μας για την έκθεση που θα δούμε στην Καλαμάτα.
Πρόκειται για μια έκθεση που έχω ξεκινήσει εγώ και Anatoli Georgiev. Εγώ κάνω τις φωτογραφίες και ο Anatoli χειροποίητα κάνει τα κεντήματα πάνω σε αυτές.
Πρόκειται για ένα κόνσπετ που δεν έχει ξαναγίνει παγκοσμίως, αφού ενώνουμε το καλλιτεχνικό κέντημα με τη φωτογραφία.
Η πρώτη παρουσίαση έχει ήδη γίνει στην Αθήνα, στο «Amalias 36», όπου μας εντόπισαν από τη Συλλογή της κυρίας Καρέλια, που μάλιστα είναι ένα υπέροχο μουσείο. Θεωρώ ότι είναι το ωραιότερο μουσειακό κτήριο που έχουμε στην Ελλάδα.

-Πρόκειται για ένα εσωτερικό ταξίδι, λοιπόν, που έχει ξεκινήσει και πρώτος του σταθμός θα είναι η Καλαμάτα… Πόσα είναι τα έργα που θα παρουσιαστούν;
Θα παρουσιάσουμε 28 φωτογραφίες. Η έκθεση αποτελείται από 35, αλλά στην Καλαμάτα θα παρουσιαστούν λιγότερες, αφού δε θέλουμε να «πνιγεί» ο χώρος.

-Και αφού ξεκινήσαμε με το μέλλον, ποια είναι τα σχέδιά σας;
Θα σας αποκαλύψω κάτι που εσείς πρώτα μαθαίνετε. Είναι ένα μεγάλο πρότζεκτ που θέλουμε να ολοκληρωθεί το 2020, σε συνεργασία με το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας, όπου τώρα φωτογραφίζουμε σε μοντέλα όλα τα ιστορικά ρούχα που υπάρχουν εκεί. Αυτά, λοιπόν, θα εκτεθούν του χρόνου στην παλιά Βουλή για ενάμιση μήνα.


-Πώς μπήκαν η λαογραφία και η παράδοση στη ζωή σας;
Ήταν κάτι που προέκυψε τον τελευταίο χρόνο. Ταξίδευα πολύ και μου άρεσε να συγκεντρώνω κομμάτια της παράδοσης της κάθε χώρας. Έτσι, χάζευα τις κελεμπίες, τα κουστούμια, τα κεντήματα. Γενικότερα είχα μια μανία από μικρός. Κι αφού ήμουν φωτογράφος μόδας για αρκετά χρόνια, κατέληξα μέσα από αυτά τα ταξίδια να ανακαλύψω το ελληνικό ρούχο, κάτι πρόσφατο για μένα. Τη μεγάλη ποιότητά του, την αξία του, πέρα από την οπτική που μας είχαν μάθει από το σχολείο ή από τους παππούδες μας. Το είδα, λοιπόν, ως υψηλή ραπτική, ως ένα έργο τέχνης απαράμιλλο.
Συνέχεια ανακαλύπτω και μαθαίνω γι’ αυτό, κυρίως τώρα που βρίσκομαι στο Ιστορικό Μουσείο και έρχομαι πιο κοντά, με τις φορεσιές να κατεβαίνουν από τις κούκλες. Τώρα καταλαβαίνω την τεράστια αξία αυτών των ρούχων.

-Τι είναι για εσάς η φωτογραφία;
Όπως λέμε απαθανατίζω, εγώ αισθάνομαι ότι βγάζω τη στιγμή από το θάνατο, σώζω τη στιγμή και την αφήνω σε ένα χώρο που θα μπορούν οι μεταγενέστεροι, αλλά και όσοι περάσουν μια ώρα μετά, να την ξαναζήσουν ή και να τη δουν.


-Ως φωτογράφος μοντέλων έχετε ζήσει τις «καλές εποχές» των περιοδικών μόδας, αλλά και γενικότερα των εντύπων. Πιστεύετε ότι αυτές τελείωσαν για πάντα;
Θεωρώ ότι το έντυπο έχει τελειώσει εδώ και πολύ καιρό με την έννοια που υπήρχε. Φυσικά και θα συνεχίσει να υπάρχει, απλά ίσως στο μέλλον συνεχίσουμε παίρνοντας στα χέρια μας μεγαλύτερης αξίας έντυπα.
Θεωρώ, πάντως, ότι εκείνη η τρέλα από το ’70 έως και πριν από 10 χρόνια δε θα υπάρξει ξανά. Πλέον η δύναμη των ηλεκτρονικών μέσων είναι ανέγγιχτη.

Μιλήσατε για τα ηλεκτρονικά μέσα, instagram, facebook και άλλα στα οποία ο καθένας ανεβάζει φωτογραφίες. Πλέον όλοι γίναμε φωτογράφοι;
Για να πούμε την αλήθεια, η φωτογραφία ήταν πάντα ένα αγαπητό χόμπι. Πριν, ας πούμε, υπάρξει το κινητό τηλέφωνο με τη φωτογραφική μηχανή και το instagram, οι άνθρωποι είχαν μια φωτογραφική μηχανή και τραβούσαν τις διακοπές τους, οικογενειακές στιγμές, ερωτικές στιγμές. Μάλιστα, τότε είχαν και ως χόμπι να εμφανίζουν αυτές τις φωτογραφίες.

-Αναλογική ή ψηφιακή μηχανή προτιμά ο Βαγγέλης Κύρης;
Αγαπώ και τα δύο. Είχα την τύχη να ζήσω και με τα δύο, αφού στην αρχή της καριέρας μου δούλευα με φιλμ. Το έζησα μέχρι και την πτώση του. Ανακαλύπτοντας όμως και την τεχνολογία γύρω στο 2006, γύρισα αποκλειστικά στα ηλεκτρονικά μέσα. Έχουν κι αυτά τη μαγεία τους, αρκεί να ξέρεις να την περάσεις σε αυτά. Κάθε μέσο έχει σημασία πώς το χρησιμοποιούμε.

Του Παναγιώτη Μπαμπαρούτση

Σάββατο 18 Μαΐου, Παγκόσμια Ημέρα Μουσείων, γιορτάζει, Το Μουσείο Πάνου & Ηλία Ηλιόπουλου.

Το Μουσείο Πάνου & Ηλία Ηλιόπουλου γιορτάζει την Παγκόσμια
Ημέρα Μουσείων, το Σάββατο 18 Μαΐου, με ελεύθερη είσοδο και
δωρεάν ξεναγήσεις.
Το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM), με στόχο να αναδείξει το
ρόλο των Μουσείων στη σύγχρονη κοινωνία, όρισε από το 1977, τη
18η Μαΐου ως Διεθνή Ημέρα Μουσείων.
Το θέμα της επετείου φέτος είναι «να γίνουν τα Μουσεία φορείς
πολιτισμικών ανταλλαγών, με σκοπό την ανάπτυξη της μόρφωσης και της αμοιβαίας κατανόησης, τη συνεργασία και την ειρήνη ανάμεσα στους λαούς».
Στις 18 Μαΐου κάθε χρόνο, ηείσοδος σε όλα τα μουσεία της
Ελλάδας είναι ελεύθερη.
Το Μουσείο Ηλιόπουλος τιμά τη συγκεκριμένη ημέραγιορτή, και
επιθυμεί να εμπνεύσει τον σύγχρονο άνθρωπο συμβάλλοντας στην
διαμόρφωση ενός δημιουργικού μέλλοντος.
Στο πλαίσιο αυτό, σας προσκαλεί το Σάββατο 18 Μαΐου, 5-8 μ.μ., να
επισκεφθείτε το μουσείο, με δωρεάν είσοδο και Με ξεναγήσεις στις
εκθέσεις του από τον εμπνευστή και δημιουργό του μουσείου, τον
Αντώνη Ηλιόπουλο, υιό του Πάνου Ηλιόπουλου και τους εθελοντές
φίλους του μουσείου.
Στο πωλητήριο του μουσείου θα προσφέρεται έκπτωση 10%, στις
εκδόσεις του Μουσείου Π. & Η. Ηλιόπουλου.

Ωδή στα χέρια της μάνας – πρόσφυγα, με αφορμή τη σημερινή Γιορτή της Μητέρας.

Η μάνα – πρόσφυγας μέσα από συγκλονιστικές φωτογραφίες

Ωδή στα χέρια της μάνας – πρόσφυγα, που με αυτά καλείται όχι μόνο να πάρει το παιδί της από τη δίνη του πολέμου και να το κουβαλήσει μέσα από δύσβατα μονοπάτια και αγριεμένες θάλασσες, αλλά και να το προστατέψει εκεί που θα καταλήξει, αποτελεί το φωτογραφικό αφιέρωμα που παρουσιάζει το πρακτορείο Reuters με αφορμή τη σημερινή Γιορτή της Μητέρας. Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες λένε από μόνες τους τι σημαίνει μητέρα.

tvxs.gr

Πώς ένας γκρίζος τοίχος στην Πάτρα έγινε παγκόσμιο viral.

Καρέ-καρέ η Αλίκη του WD: Πώς ένας γκρίζος τοίχος στην Πάτρα έγινε παγκόσμιο viral

Καρέ-καρέ η Αλίκη του WD: Πώς ένας γκρίζος τοίχος στην Πάτρα έγινε παγκόσμιο viral

Οι πόλεις θέλουν τέχνη και οι γκρίζοι τοίχοι, χρώμα. Ο Wild Drawing γυρίζει τον πλανήτη και ομορφαίνει την καθημερινότητά μας. Το έργο του TimeHole κάνει τον γύρο του διαδικτύου, ορμώμενο από μια πολυκατοικία της Πάτρας. Δείτε πώς υλοποιήθηκε, καρέ-καρέ.

Ιδού και το νέο έργο του καλλιτέχνη στο πάρκο Κλωναρίδη – Φιξ στα Πατήσια:

Περισσότερα για τον καλλιτέχνη μπορείτε να βρείτε εδώ:

wd_wilddrawing

fb: WD street art

wdstreetart.com

ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ, ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΙΜΗ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ….

Το αρχείο του Ν. Τσαρουχά. Kακώς τις έχουν ανεβάσει συμπολίτες μας χωρίς ν΄αναφέρουν που τις βρήκαν. Κακώς και εμείς δεν αναφέραμε την πηγή.

ΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ …ΧΡΟΝΟΥ. ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΠΟΥ …

Δεν έγινε αλλά υπάρχουν ελπίδες  να γίνει.

ΔΡΑΣΤ2-26-210

ΔΡΑΣΤ2-28-520

ΟΡΓΩΜΑΔΙΑΦ-109ΔΙΑΦ-218ΔΡΑΣΤ2-02-184ΔΡΑΣΤ2-09-202ΔΡΑΣΤ2-13-209ΔΡΑΣΤ2-15-215ΔΡΑΣΤ2-16-216ΔΡΑΣΤ2-17-507ΔΡΑΣΤ2-27-239ΔΡΑΣΤ2-29-523ΔΡΑΣΤ2-30-524ΔΡΑΣΤ3-ΑΡΡ01-191ΔΡΑΣΤ3-Δ16-93ΔΡΑΣΤ3-ΠΡ02-160ΣΧΓ-139ΣΧΔ-Untitled-77JPGΣΧΔ-ΔΩΡΙΟΥ-204ΣΧΔ-Κ-ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ-91ΣΧΔ-ΚΟΠΑΝ-ΕΓΚΑΙΝΙΑ2-Untitled-11

ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΛΙΚ ΓΙΑ ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ Η ΕΔΩ: ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ

https://kopanakinews.wordpress.com/2015/04/13/%CF%84%CE%BF-

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ: ΜΙΑ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑΔΕΣ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟ.

Δημήτρα Στασινοπούλου

Η Δήμητρα Στασινοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Εργάστηκε για είκοσι χρόνια στον τραπεζικό τομέα και παραιτήθηκε το 1994 για να εργαστεί για την οικογενειακή επιχείρηση στη Ρουμανία. Το 2005 κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο Ρουμανία της καρδιάς μου . Από τότε η αγάπη της για ταξίδια σε απομακρυσμένους προορισμούς του κόσμου και η ανάγκη της να μοιραστεί τις εικόνες που φέρνει πίσω της, την οδήγησε στη δημοσίευση των βιβλίων: Μπουτάν, Χαμογελώντας πρόσωπα από την Στέγη του Κόσμου , Ινδία – Ενότητα στη Διαφορετικότητα , Το αίτημα του Bhurma – Παρακαλώ χρησιμοποιήστε την ελευθερία σας να προωθήσετε τη δική μας, και την Παπούα Νέα Γουινέα.

Επικοινωνία: dimitra@imedica.ro

Μερικά λόγια από τον φωτογράφο

«Ο κόσμος υπάρχει μόνο όταν μοιράζεται», όπως είπε ένας Έλληνας ποιητής.

Το ενδιαφέρον για τη φωτογραφία ήρθε αργά στη ζωή μου. Άρχισα να ταξιδεύω και να φωτογράφω μέρη και ανθρώπους που ήταν απομακρυσμένοι από τον «σύγχρονο» δυτικό τρόπο ζωής, ακολουθώντας μια άλλη, διαφορετική πορεία. Είμαι πολύ ενθουσιασμένος από ανθρώπους, τόπους και πολιτισμούς που δεν έχουν ξεπεραστεί ακόμα από την ομοιογένεια της δύσης. Λατρεύω το χρώμα και την υφή των τόπων αυτών, τη ζωτικότητα της ζωής και τα τελετουργικά και συμβολισμούς τους. Εγώ πυροβολώ αυτό που με κινεί? Φαίνω από την καρδιά μου για να πω τις οπτικές ιστορίες που αγαπώ και ενδιαφέρομαι, ανακαλύπτοντας τι σημαίνει να βλέπεις παρά να κοιτάς απλώς. Για μένα οι φωτογραφίες, και πιο συγκεκριμένα οι φωτογραφίες των ανθρώπων, είναι συναισθηματικές εμπειρίες. Με τη φωτογραφική μηχανή μου, ψάχνω να βρω όχι μόνο αυτό που μας χωρίζει από αυτούς τους ανθρώπους, αλλά και αυτό που μας ενώνει. Ανεξάρτητα από το πόσες διαδρομές μπορεί κανείς να πάρει, όποιο μέρος του πλανήτη μπορεί να βρεθεί,

Με τη φωτογραφία δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά μπορούμε να αλλάξουμε τα μυαλά και να αγγίξουμε τις καρδιές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είμαι φωτογράφος … να δώσω φωνή σε όσους είναι σιωπηλοί.

«Μερικές φορές η κάμερά μου λειτουργεί ως καθρέφτης, με το οποίο μπορώ να συλλέγω το φως και να εκφράσω αυτό που δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις, με το οποίο μπορώ να ελευθερωθώ από τον κόσμο, σε αυτές τις εικόνες μπορείτε να δείτε την καρδιά μου, αυτές οι εικόνες είναι σκάλα στα όνειρά μου « , όπως αναφέρει ο Γρηγόριος Colbert’s» Ashes and Snow «. Πιστεύω ότι εκφράζει ποιητικά και με μεγάλη ακρίβεια κάθε ερασιτέχνη και επαγγελματία φωτογράφο, κάθε άτομο που έχει αισθανθεί τη μαγεία της σύλληψης σε ένα πλαίσιο κάτι λίγο από το φως του ανθρώπου και της φύσης.

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2018: Εγκαίνια Μουσείου Πάνου και Ηλία Ηλιόπουλου στα Φιλιατρά. Διαβάστε την συγκινητική ιστορία των Σαρακιναδαίων συμπατριωτών μας.

ΠΑΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ. ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΦΙΛΙΑΤΡΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ, ΤΩΝ ΠΑΛΙΩΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ;

Πάνος Ηλιόπουλος: Η ποίηση της φωτογραφίας. Από το  Θάρρος.

Από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα που έχουμε διαβάσει στην Τριφυλιακή Εστία, το περιοδικό του Συλλόγου των Κυπαρισσίων της Αθήνας «Η Αρκαδιά», είναι αυτό του νέου τεύχους για τον φωτογράφο Πάνο Ηλιόπουλο, με τίτλο «Η περιπέτεια της ζωής και η ποίηση της φωτογραφίας». Από το πολυσέλιδο αφιέρωμα του Πλάτωνα Ριβέλλη, πήραμε μερικά αποσπάσματα, για τη ζωή του Τριφύλιου φωτογράφου:

Ο Πάνος Ηλιόπουλος γεννήθηκε το 1897 στη Σαρακινάδα, ένα ορεινό χωριό της Μεσσηνίας. Από το 1919 έως το 1922 πολέμησε στη Μικρά Ασία.

Το 1923, με ελάχιστα χρήματα, άρχισε ένα μακρύ και περιπετειώδες ταξίδι για το Μεξικό, με σκοπό να περάσει λαθραία τα σύνορα για την Αμερική: Πειραιάς – Μασσαλία – Ισπανία – Λισαβώνα – Κούβα. Από Βερακρούζ βρέθηκε στο Mexico – City, διέσχισε λαθραία τον ποταμό Rio Grande με άλογο και έφτασε στο El Paso, σε αμερικανικό έδαφος. Ταξίδεψε με τραίνο στο Κάνσας και μετά στο Ντιτρόιτ, όπου εγκαταστάθηκε. Εργάσθηκε στις σιδηροδρομικές γραμμές, σε εργοστάσιο τσιμεντό-λιθων, σε αυτοκινητοβιομηχανίες, σε καπελάδικο. Το 1927 παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφίας σε Σχολή στο Σικάγο. Έμαθε ακόμη να χρησιμοποιεί την κινηματογραφική μηχανή και να επεξεργάζεται τα φιλμ. Ο συμμαθητής και φίλος του Matt Grenko, που είχε μετακομίσει στο Τέξας, τον κάλεσε να εργασθεί ως οπερατέρ σε μια ομάδα παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών. Δεν πήγε όμως, γιατί, ενώ ήταν έτοιμος να ταξιδέψει, έγινε γνωστό ότι θα κάνει την εμφάνισή του ο ομιλούν κινηματογράφος και η επιχείρηση διαλύθηκε, καθώς θα χρειάζονταν πολλά χρήματα για την αγορά νέων μηχανημάτων. Έτσι επέστρεψε στη δουλειά του, στην αυτοκινητοβιομηχανία.

Το 1930, με την οικονομική κρίση στην Αμερική, ο Πάνος Ηλιόπουλος διασχίζει πάλι τον Ατλαντικό και επιστρέφει στην Ελλάδα, έχοντας διανύσει τρεις Ηπείρους. Εγκαθίσταται στα Φιλιατρά, όπου ανοίγει το πρώτο τυπογραφείο και σε μερικά χρόνια ακολουθεί ένα δεύτερο στην Κυπαρισσία. Παντρεύεται τη Χρυσούλα Κόλλια και αποκτούν πέντε παιδιά. Το 1964, μετά από 34 χρόνια, σταμάτησε την επαγγελματική του δραστηριότητα σε ηλικία 67 ετών, αλλά συνέχισε να φωτογραφίζει και να ζωγραφίζει. Πέθανε το 1985 στην Κυπαρισσία, 87 ετών.

Τον περασμένο Δεκέμβριο εγκαινιάστηκε έκθεσή του στο Μουσείο Μπενάκη της Αθήνας, όπου έχει παραχωρηθεί το αρχείο του.

ΠΑΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Η περιπέτεια της ζωής και η ποίηση της φωτογραφίας
Έκθεση φωτογραφίας ενός άγνωστου μέχρι σήμερα Έλληνα φωτογράφου, του Παναγιώτη Ηλιόπουλου.
Ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος γεννήθηκε σε ένα χωριό τής Μεσσηνίας το 1897 και πέθανε στην Κυπαρισσία το 1985. Πολέμησε σε όλη τη διάρκεια τής Μικρασιατικής Εκστρατείας και. μετά την καταστροφή μετανάστευσε το 1923 λαθραία, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφίας, ζωγραφικής και κινηματογράφου. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1930 και άνοιξε φωτογραφείο στα Φιλιατρά, όπου και έζησε την υπόλοιπη ζωή του, ενώ το 1947 άνοιξε και δεύτερο στην Κυπαρισσία, από το 1964 έκλεισε το φωτογραφείο και συνέχισε να ασχολείται σε προσωπικό επίπεδο με τη φωτογραφία.
Η φωτογραφική δουλειά του περιλαμβάνει κυρίως πορτρέτα σε στούντιο, πορτρέτα και σκηνές σε ανοιχτούς χώρους, αλλά και πολλά επίκαιρα στιγμιότυπα τής εποχής του, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον.
Εκείνο όμως που τον καθιστά σημαντικό σαν φωτογράφο είναι η καλλιτεχνική ποιότητα τής δουλειάς του, η οποία ξεπερνάει κατά πολύ το επίπεδο ενός επαγγελματία φωτογράφου της επαρχίας.
Στην έκθεση θα παρουσιαστούν μέρος του υλικού από το αρχείο του φωτογράφου, το οποίο δωρήθηκε από τα παιδιά του στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.
Μερικές φωτογραφίες του:

1.Δυο γυφτάκια στη Κατοχή και στο κρύο ξυπόλυτα. Η μικρή γυφτοπούλα ατενίζει το φακό με αισιοδοξία και χάρη.

2. Κηδεία ιερωμένου με την καθιερωμένη εκείνη την εποχή φωτογράφιση.

3. Νιόπαντρο ζευγάρι αμέσως μετά το γάμο.
4. Φωτογράφιση στο Νοσοκομείο Κυπαρισσίας με τη λεχώνα το νεογέννητο τη γιαγιά και τις νοσοκόμες.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ:

Γεννήθηκα το 1897 ξημερώνοντας του Αγίου Βασιλείου. Όταν είχα φτάσει στην 3η τάξη πέθανε η Μάνα μου από πνευμονία. Έκλαιγα για πολύ καιρό. Όταν έφυγε ο αδελφός μου Ηλίας στενοχωρήθηκα και έκλαιγα. Μετά τον θάνατο της Μάνας μου έβλεπα φοβερά ονείρατα και φώναζα στην αδελφή μου να ανοίξει το παράθυρο αλλιώς δεν σταματούσα τα κλάμματα (η αδελφή μου είχε αναλάβει τα καθήκοντα της Μάνας).

Έπαιξα ολίγο την φλογέρα και μετά κοιμήθηκα.

Αν δεν πεθάνει εκείνη την ώρα, θα γίνει καλά». Έτσι και έγινε. Το Σάββατο το βράδυ πέθανε όπως κουβέντιαζε . Έτσι έχασα και τον πατέρα μου.

Πάνος Ηλιόπουλος 2006

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2006 19:00

Πάνος Ηλιόπουλος 2006

ΕΚΘΕΣΗ ΠΑΝΟΥ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

Στις 11 Δεκεμβρίου 2006 εγκαινιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη (Κουμπάρη) η έκθεση φωτογραφίας τού μέχρι σήμερα άγνωστου Έλληνα φωτογράφου Παναγιώτη Ηλιόπουλου. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 14 Ιανουαρίου 2007. Ο Ηλιόπουλος γεννήθηκε σε ένα χωριό τής Μεσσηνίας το 1897 και πέθανε στην Κυπαρισσία το 1985. Έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς σε μικρή ηλικία και έζησε στερημένα παιδικά χρόνια. Το 1917 κατατάχτηκε στον στρατό και στη συνέχεια πολέμησε σε όλη τη διάρκεια τής Μικρασιατικής Εκστρατείας. Μετά την καταστροφή μετανάστευσε το 1923 λαθραία, μέσω τού Μεξικού, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έκανε λογιών-λογιών δουλειές και παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφίας, ζωγραφικής και κινηματογράφου. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1930 και άνοιξε φωτογραφείο στα Φιλιατρά, όπου και έζησε την υπόλοιπη ζωή του. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και την αγιογραφία. Το 1947 άνοιξε και δεύτερο φωτογραφείο στην Κυπαρισσία. Το 1964 έκλεισε το φωτογραφείο, αλλά συνέχισε να ασχολείται σε προσωπικό επίπεδο με τη φωτογραφία.Click to enlarge image iliopoulos-panagiotis-0193.jpg

Η φωτογραφική δουλειά τού Παναγιώτη Ηλιόπουλου περιλαμβάνει κυρίως πορτρέτα σε στούντιο, αλλά και πορτρέτα και σκηνές σε ανοιχτούς χώρους, καθώς και πολλές φωτογραφίες με επίκαιρα στιγμιότυπα τής εποχής που παρουσιάζουν σημαντικό ιστορικό ενδιαφέρον. Εκείνο όμως που τον καθιστά σημαντικό σαν φωτογράφο είναι η καλλιτεχνική ποιότητα τής δουλειάς του, η οποία ξεπερνάει κατά πολύ το επίπεδο ενός επαγγελματία φωτογράφου τής επαρχίας. Τα παιδιά τού Παναγιώτη Ηλιόπουλου δώρησαν τη συλλογή των αρνητικών και των φωτογραφιών του στο Φωτογραφικό Αρχείο τού Μουσείου Μπενάκη. Για να τιμηθεί ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος και να γίνει γνωστό το έργο του το Μουσείο αποφάσισε να εκθέσει μέρος τής δουλειάς του και να εκδώσει και έναν κατάλογο που θα περιλαμβάνει όλες τις φωτογραφίες τής έκθεσης.

Την επιμέλεια της έκθεσης έχουν ο Πλάτων Ριβέλλης και η Ελισάβετ Πλέσσα. Τον κατάλογο επιμελήθηκε η Ελισάβετ Πλέσσα.Click to enlarge image iliopoulos-panagiotis-0092.jpg

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Πάνος Ηλιόπουλος
Η περιπέτεια τής ζωής και η ποίηση τής φωτογραφίας

Δεν θυμάμαι να είχα ποτέ ιδιαίτερη έλξη για τις ημερομηνίες και τα γεγονότα. Ένιωθα πάντα τον χρόνο σαν κάτι ενιαίο, περισσότερο κυκλικό και λιγότερο γραμμικό. Πολλές φορές νιώθω ότι ζω στο παρελθόν και ακόμα περισσότερες θα ήθελα να επιλέγω εποχές μέσα στις οποίες να χάνομαι. Έτσι, τις ιστορικές πληροφορίες που μας δίνει η τέχνη τις αξιοποίησα μέσα μου πιο πολύ σαν ένα πλαίσιο και μια ατμόσφαιρα, παρά σαν στοιχεία περιστατικών που πράγματι συνέβησαν. Ουδέποτε εξάλλου με συγκίνησε η πληροφορία ότι το περιεχόμενο ενός μυθιστορήματος ή μιας κινηματογραφικής ταινίας βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Για μένα τα γεγονότα που κάποιος αφηγείται, περιγράφει ή απεικονίζει είναι πάντοτε αληθινά. Και ίσως τόσο πιο αληθινά όσο πιο φανταστικά.

Η φωτογραφία θεωρήθηκε πάντα, και από τους περισσότερους, σαν το ιδανικό μέσο αποτύπωσης, μεταφοράς και διάσωσης τής αλήθειας και των γεγονότων τής ιστορίας. Ένα έμφυτο πνεύμα αντιλογίας με κάνει συνεχώς να αμφισβητώ τα εικονιζόμενα μιας ιστορικής φωτογραφίας και οπωσδήποτε την ερμηνεία που τους δίνει εκείνος που την επικαλείται. Και ένα άλλο ζιζάνιο με κάνει να φαντάζομαι σαν εξίσου αληθινά όσα δεν δείχνει η φωτογραφία. Και με τον ένα, δηλαδή, και με τον άλλο τρόπο υποκύπτω περισσότερο στη γοητεία τού χρόνου τής φωτογραφίας, παρά τού χρόνου τής ιστορίας.

Η προσέγγιση αυτή με έκανε να αντιμετωπίζω την – είναι αλήθεια – ολιγόχρονη ιστορία τής φωτογραφίας, σαν να είναι όλη ένα παρόν. Και να θεωρώ όλους τους φωτογράφους σαν συγχρόνους μου. Στα μαθήματά μου ουδέποτε ακολούθησα μια ιστορική – και τόσο λογική πράγματι– σειρά παρουσίασης. Ο σημαντικός φωτογράφος τού περασμένου αιώνα μπορεί να μου μιλήσει για το σήμερα και ο ασήμαντος φωτογράφος τού σήμερα δεν μπορεί να μου μιλήσει ούτε καν γι’ αυτό. Έτσι δεν έδειξα ποτέ μια ιδιαίτερη επιθυμία να εντρυφώ σε παλαιά αρχεία ή να συχνάζω σε παλαιοπωλεία με την ελπίδα να ανακαλύψω παλιούς και άγνωστους φωτογράφους. Οι γνωστοί και μεγάλοι είναι ήδη αρκετοί και σημαντικοί για να με γεμίζουν και να με απασχολούν, αλλά και οι πολλοί νέοι που εμπιστεύονται την κρίση μου είναι αρκετοί για να ανανεώνεται αδιάκοπα η πίστη μου στη συνέχεια τής φωτογραφικής τέχνης.

Εκτός των άλλων, είμαι και επιφυλακτικός απέναντι στα φαινόμενα ερωτικής υστερίας που προκαλεί στην εποχή μας το παρελθόν, πότε σαν κερδοσκοπία, πότε σαν νοσταλγία και πότε σαν παράδοση. Η Ελλάδα που χάθηκε δεν με τρομάζει λιγότερο ούτε με γοητεύει περισσότερο από εκείνη που θα ’ρθει ή από αυτή που ζω. Όπως μάλιστα δεν πιστεύω ότι καθετί νέο είναι ενδιαφέρον (και ακόμα λιγότερο πως οτιδήποτε ενδιαφέρον είναι κατ’ ανάγκη νέο), θεωρώ εξίσου αυθαίρετη και αστήρικτη την άποψη ότι καθετί παλαιό πρέπει αναγκαστικά να μας συγκινεί και να μας ενδιαφέρει. Το έτος παραγωγής ή γέννησης δεν είναι λογικό να επηρεάζει την ουσιαστική αξία των πραγμάτων.

Έτσι, όταν τα παιδιά τού Πάνου Ηλιόπουλου θέλησαν να μου δείξουν μερικές από τις φωτογραφίες τού πατέρα τους, μπορεί να θεώρησα ότι με τίμησαν ζητώντας τη γνώμη μου, μια και δεν έχω κανένα θεσμικό ρόλο που θα τους ήταν χρήσιμος, αλλά ομολογώ ότι εκ προοιμίου αναζητούσα, όπως συχνά μου συμβαίνει άλλωστε, εκείνα τα λόγια που θα έλεγαν την αλήθεια για τις φωτογραφίες, χωρίς να πληγώσουν τους απογόνους. Είχα πείρα πια από αυτό που ο κόσμος εκτιμά στις φωτογραφίες που ανακαλύπτει στα οικογενειακά συρτάρια. Εντυπωσιακά τοπία, ιστορικά στιγμιότυπα, επαγγέλματα που χάθηκαν, κιτρινισμένα από τον χρόνο φωτογραφικά χαρτιά και παιδάκια με ναυτικά κοστουμάκια. Σε τι να διαφέρουν αυτά τα τοπία από ημερολόγια τοίχου, γιατί να πιστέψω στα στιγμιότυπα περισσότερο από όσο στα πλάνα μιας κινηματογραφικής ταινίας ή από τη λεζάντα που τα συνοδεύει, γιατί τα κιτρινισμένα χαρτιά να μην είναι σαν τα ψεύτικα αγαλματίδια που πουλούν οι επιτήδειοι στους αρχαιολογικούς χώρους, γιατί να με ενδιαφέρουν τα ναυτικά κοστουμάκια περισσότερο από τις γλαφυρές περιγραφές τής Πηνελόπης Δέλτα στον παιδικό μας «Τρελαντώνη»;

Μία όμως, και μόνο, ματιά πάνω στις λίγες πρώτες φωτογραφίες τού Πάνου Ηλιόπουλου μού ήταν αρκετή για να αντιληφθώ ότι ο άνθρωπος αυτός είχε εκφράσει έναν δικό του κόσμο, κάτι που από ό,τι αποδεικνύεται είχε και ο ίδιος διαισθανθεί. Η περιέργεια και το ενδιαφέρον μου, που είχαν πλέον ερεθιστεί, μαζί με την αγάπη των παιδιών τού Ηλιόπουλου για τον πατέρα τους, οδήγησαν στην αποκάλυψη ενός πολύ σημαντικού φωτογραφικού έργου.

Ένα πρόσθετο γεγονός όμως ήρθε να περιπλέξει τα πράγματα. Ο εξαιρετικός αυτός φωτογράφος συνέγραψε, στα ώριμα πλέον χρόνια του, ένα αρκετά αναλυτικό αυτοβιογραφικό σημείωμα, όπου εξιστορεί όσα δύσκολά έζησε από την παιδική του ηλικία μέχρι τότε που η ζωή του έγινε τόσο ήρεμη ώστε να μη χρειάζεται πλέον να την αφηγηθεί.

Είναι σίγουρο ότι κάθε ζωή είναι συναρπαστική. Γι’ αυτό και ο μεγάλος σεναριογράφος τού ιταλικού νεορεαλισμού, ο Cesare Zavattini, έλεγε ότι μπορεί να γράψει ένα σενάριο για οποιοδήποτε δίωρο από τη ζωή οποιουδήποτε ανθρώπου. Εν προκειμένω, όμως, η ζωή τού Πάνου Ηλιόπουλου είχε αφενός πιο μυθιστορηματικά στοιχεία πλοκής από τη ζωή τού οποιουδήποτε μέσου ανθρώπου, και αφετέρου περιλάμβανε τα δύο μεγάλα γεγονότα τού Ελληνισμού τον περασμένο αιώνα: την τραγωδία τής μικρασιατικής καταστροφής και την πίκρα τής μετανάστευσης. Ο Ηλιόπουλος γνώρισε και τα δύο. Πολέμησε στη Μικρά Ασία επί τέσσερα χρόνια. Και αμέσως μετά πήγε λαθρομετανάστης στην Αμερική, όπου έκανε λογιών-λογιών δουλειές. Αλλά το κείμενό του δεν εκπλήσσει μόνο με τα περιπετειώδη γεγονότα. Η έκπληξη αυξάνει από το ύφος τής γραφής του, που είναι άμεσο, ευθύβολο και λιτό. Η γοητεία που μου προκάλεσαν οι φωτογραφίες του συμπληρωνόταν και από αυτή που ασκούσε το κείμενό του.

Δεν ανήκω σε εκείνους που συνδέουν άρρηκτα το έργο ενός δημιουργού με τη ζωή του και το προσεγγίζουν μέσω αυτής. Πρόκειται βέβαια για μία σχέση αναμφισβήτητα υπαρκτή, αλλά δεν νομίζω ότι πρέπει να επηρεάζει, θετικά ή αρνητικά, την κρίση μου για την τέχνη του. Για τούτο και προσπαθώ συνήθως οι πληροφορίες για τη ζωή τού καλλιτέχνη να μην προηγούνται αλλά να ακολουθούν τη γνωριμία μου με το έργο του. Μπορώ επομένως να διαβεβαιώσω τον αναγνώστη ότι ο θαυμασμός μου για τον φωτογράφο Ηλιόπουλο δεν επηρεάστηκε από την αναμφισβήτητη γοητεία τού γραπτού του, ούτε από τις αρκετές ιστορικής τεκμηριωτικής αξίας φωτογραφίες του. Το κείμενό του, απλώς, με βοήθησε να εκτιμήσω και τον άνθρωπο, που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω. Γι’ αυτό και όλοι όσοι συνεργαστήκαμε στην παραγωγή αυτού τού λευκώματος θεωρήσαμε σωστό να συμπεριλάβουμε και το αυτοβιογραφικό κείμενο τού Πάνου Ηλιόπουλου, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον αναγνώστη να απολαύσει και να συγκινηθεί, παράλληλα και ανεξάρτητα, τόσο από τις φωτογραφίες όσο και από τις λέξεις.

Στο κείμενο αυτό μπορεί όμως κανείς να διακρίνει μερικά στοιχεία τής ιδιοσυγκρασίας τού Ηλιόπουλου, τα οποία, όπως είναι φυσικό, καθρεφτίζονται και στο φωτογραφικό του έργο. Πριν απ’ όλα από το κείμενο προκύπτει μια εγγενής θλίψη. Θλίψη όμως ήρεμη και τελικά γόνιμη. Σαν τη θλίψη που συνοδεύει σχεδόν κάθε καλλιτέχνη, η οποία αποτελεί και τη βασική τροφή τής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Στο μεγαλύτερο πρώτο μέρος των σημειώσεών του ο Πάνος Ηλιόπουλος θυμάται τη ζωή του μέσα από δάκρυα λύπης:

«…Όταν είχα φτάσει στην 3η τάξη πέθανε η Μάνα μου από πνευμονία. Έκλαιγα για πολύ καιρό. Ο πατέρας μου προσπαθούσε με κάθε τρόπο να με παρηγορήσει αλλά εγώ πήγαινα κρυφά να μην με βλέπουν και έκλαιγα. Μα όταν ερχόταν από την εργασία με κοιτούσε στα μάτια και μου έλεγε «Μήπως σε βάρεσε κανένας;» μα εγώ δεν τού έλεγα γιατί έκλαιγα……….Όταν έφυγε ο αδελφός μου Ηλίας στενοχωρήθηκα και έκλαιγα……….μετά τον θάνατο της Μάνας μου έβλεπα φοβερά ονείρατα και φώναζα στην αδελφή μου να ανοίξει το παράθυρο αλλιώς δεν σταματούσα τα κλάματα (η αδελφή μου είχε αναλάβει τα καθήκοντα της Μάνας)……….Κάποτε είπα στον αδελφό μου να μου φέρει ένα ζευγάρι γουρουνοτσάρουχα και ένα παντελόνι. Ήμουν ξυπόλυτος και το παντελόνι ήταν πάντα σκισμένο. Θα ήμουν τότε δεκαοκτώ χρονών. Δεν μου έφερε τίποτα, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Θύμωσα και έκλαψα………Εσκέφτηκα να πέσω κάτω αλλά φοβήθηκα μήπως δεν πεθάνω αμέσως και υποφέρω. Εκεί ξενύχτησα κλαίγοντας τη μοίρα μου και την ορφάνια μου. Προσευχόμουν στον Θεό να πάρει τη ζωή μου χωρίς να υποφέρω……….Ύστερα από λίγες ημέρες έλαβα απάντηση που μου έγραφε: Πήρα το γράμμα σου αλλά δεν ημπόρεσα να διαβάσω ούτε μια λέξη. Τι έπαθες παιδί μου, τα ξέχασες τα γράμματα εντελώς; Έκλαψα και αναλογιζόμουν ποιος φταίει άραγε, εγώ ή ο κηδεμόνας μου;……….«Παύσε να μου γράφεις, αναχωρώ επικεφαλής πεντακοσίων στρατιωτών για την Μικρά Ασία». Το έλαβα το γράμμα χωρίς άλλα λόγια και έκλαψα πικρά………. Όμως έκλαιγα για αυτά τα γυναικόπαιδα γιατί δεν είχα δει άλλη φορά τέτοιο δράμα……….πήγα σε μιαν άκρη του πλοίου και συλλογιζόμουν: Πού πηγαίνω χωρίς χρήματα; Άραγε, πού να με οδηγεί η μοίρα μου; Γιατί εφέρθηκε τόσο σκληρά ο αδελφός μου; Θόλωσαν τα μάτια μου κι έτρεχαν πικρά δάκρυα στο πρόσωπό μου. Κάθησα εκεί έως ότου απομακρυνθήκαμε από την Κόρινθο και σκοτείνιασε. Τα δάκρυα στέγνωσαν χωρίς να τα παστρέψω………. Παρόλο που ήμουν 26 χρονών, δεν είχα μεγάλα γένια. Είχα μόνο ένα αραιό κατσιόμαλλο, βαθουλωμένο πρόσωπο και μάτια γεμάτα θλίψη και κατάπτωση………. Έμεινα μόνος στο κατάστρωμα με σύντροφό μου την απόγνωση.»

Αν όμως η λύπη είναι η βασική τροφή τής τέχνης, δεν είναι από μόνη της αρκετή για να πυροδοτήσει ένα δημιουργικό κίνητρο. Γι’ αυτό χρειάζεται οπωσδήποτε και η χαρά. Και από αυτή όμως έχει πολλή και αθώα ο Πάνος Ηλιόπουλος. Και μάλιστα, κάτι που είναι τόσο συνηθισμένο και αληθινό, και η χαρά σ’ αυτόν εκφράζεται με δάκρυα:

«Επιβιβάστηκαν μερικοί Πορτογάλοι και όταν έφυγε το καράβι, άνδρες και γυναίκες άρχισαν τον χορό στο κατάστρωμα. Στεκόμουν μόνος μου σε μιαν άκρη και τους χαιρόμουν. Τι όμορφη που είναι η χαρά, έλεγα μέσα μου. Κοιτούσα το πέλαγος και έκλαψα……….εγώ με απλωμένα τα χέρια μου. Τότε μου πρότεινε το χέρι του και με ένα θερμό σφίξιμο του χεριού του με χαιρέτισε και έφυγε. Βούρκωσαν τα μάτια μου και έκλαψα που βρέθηκε ένας τόσο πιστός και με τόση καλοσύνη άνθρωπος, ένας Μεξικάνος κιόλας……….Στην Αίθουσα Μουσικής πήγαινα και καθόμουν μόνος μου εκεί όπου ήσαν κενά καθίσματα και πολλές φορές με συγκινούσε τόσο η μουσική που έκλαιγα»..

Αν πάλι ο καλλιτεχνικός σπινθήρας οφείλεται εν μέρει και στην ανάμιξη θλιμμένων και χαρωπών δακρύων, δεν είναι από μόνος του αρκετός για την ολοκλήρωση τής δημιουργίας χωρίς έναν έλεγχο πάνω στα εκφραστικά μέσα. Έναν έλεγχο, ο οποίος φαίνεται έμφυτος στον Ηλιόπουλο, αν κρίνουμε από τον περιεκτικό και επιγραμματικό τρόπο με τον οποίο αφηγείται τα πιο σημαντικά γι’ αυτόν γεγονότα τής ζωής του. Έναν τρόπο που απηχεί την αυστηρότητα και τη λιτότητα των φωτογραφικών του περιγραφών:

«Όταν είχα φτάσει στην 3η τάξη πέθανε η Μάνα μου από πνευμονία………. Το Σάββατο το βράδυ πέθανε όπως κουβέντιαζε. Έτσι έχασα και τον πατέρα μου……….Όποιους αγάπησα τους έχασα, τη Μάνα μου, τον πατέρα μου και τον αδελφό μου Ηλία. Κι έτσι συνεχίστηκε η ζωή όπως ήταν πριν».

Στην ιστορία τής φωτογραφίας είναι μάλλον σπάνιες οι περιπτώσεις όπου η εφαρμοσμένη, η επαγγελματική δηλαδή, δουλειά ενός φωτογράφου συμπίπτει με την προσωπική του και αναγνωρίζεται και σαν καλλιτεχνική. Συχνότερα συμβαίνει, και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, η καλλιτεχνική δουλειά να πωλείται ή να χρησιμοποιείται παρεμπιπτόντως και για επαγγελματικό σκοπό, ή να χαρακτηρίζει σαν ύφος και σαν περιεχόμενο και την εφαρμοσμένη δουλειά τού φωτογράφου. Αλλά ακόμα συχνότερα συμβαίνει ο φωτογράφος, στο περιθώριο τής επαγγελματικής του ενασχόλησης, να φωτογραφίζει, όπως λέγεται, και για τον εαυτό του.

Την εποχή όπου οι φωτογραφικές μηχανές δεν είχαν μπει ακόμα σε όλα τα σπίτια, η πιο διαδεδομένη επαγγελματική διέξοδος των φωτογράφων ήταν τα φωτογραφικά πορτρέτα, τα οποία είχαν υποκαταστήσει τα πολυδάπανα – προνόμιο πλέον μόνο των πολύ εύπορων κοινωνικών στρωμάτων – ζωγραφικά πορτρέτα. Ανάμεσα στους χιλιάδες όμως φωτογράφους που ασχολήθηκαν με τη φωτογράφηση πορτρέτων πολύ λίγοι ξεχώρισαν για το προσωπικό τους ύφος, ώστε να μπορούν να διεκδικούν μια θέση στην καλλιτεχνική ιστορία τής φωτογραφίας.

Πρέπει όμως, και ειδικά σήμερα, εποχή τής διαφήμισης και των περιοδικών, να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στα πορτρέτα διασήμων και σε αυτά των ανθρώπων τής διπλανής πόρτας. Είναι, πράγματι, εξαιρετικά σπάνιο να μπορέσει ένας φωτογράφος να δημιουργήσει ένα σώμα καλλιτεχνικού έργου με πρόσωπα των οποίων η ταυτότητα και η φυσιογνωμία είναι ευρέως γνωστά. Είναι ένας ανάλογος κίνδυνος με αυτόν που διατρέχουν οι σκηνοθέτες-δημιουργοί όταν χρησιμοποιούν διάσημους ηθοποιούς. Και στις δύο περιπτώσεις η αναγνωρισιμότητα τού προσώπου υπερβαίνει την εσωτερικότητα τού φωτογράφου ή τού σκηνοθέτη και όσα αυτοί θέλουν να μεταφέρουν μέσω τού εικονιζόμενου.

Στην περίπτωση τής φωτογραφίας ο πιο συνηθισμένος τρόπος υπέρβασης αυτού τού προβλήματος είναι η έντονη χρήση τής φόρμας, η οποία μετατρέπεται σε φωτογραφικό περιεχόμενο και μεταφέρει τη σημασία τού ίδιου τού προσώπου σε δεύτερη μοίρα. Κάτι τέτοιο έκανε ο Keichi Tahara (1951-), σύγχρονος Ιάπωνας φωτογράφος, πολιτογραφημένος Γάλλος, όταν επέλεγε ένα συγκεκριμένο κάδρο με φλου και μαυρισμένες γωνίες και προσέθετε λεπτομέρειες που σχετίζονταν με το έργο τού φωτογραφιζόμενου. Κάτι αντίστοιχο έκανε και ο μεγάλος Άγγλος φωτογράφος Bill Brandt (1904-1983) με το υπερβολικό βάθος πεδίου και τις ευρυγώνιες λήψεις, με την προσθήκη και πάλι στοιχείων από το έργο τού εικονιζόμενου. Άλλοι πάλι σπουδαίοι τεχνίτες και επαγγελματίες, όπως ο George Hoyningen-Huene (1900-1968) ή ο Arnold Newman (1918-2006), ήξεραν πώς να αποτυπώσουν με πιστότητα και ευγένεια τα διάσημα μοντέλα τους, χωρίς να διεκδικούν καλλιτεχνικές δάφνες. Τέλος, υπάρχει και η κατηγορία εκείνων που γνωρίζοντας ότι κινούνται στην εποχή – και πολύ συχνά μέσα στον ίδιο τον χώρο – τής διαφήμισης, όπως π.χ. η διάσημη φωτογράφος περιοδικών Annie Leibovitz (1947-), έφτιαξαν πορτρέτα με διαφημιστική αισθητική, με συνέπεια την προβολή των πολύ τυποποιημένων στοιχείων κάθε φυσιογνωμίας και τού δημόσιου ρόλου των μοντέλων. Αντίθετα, όσοι φωτογράφησαν άσημους και άγνωστους ανθρώπους, είχαν το πλεονέκτημα ότι μπορούσαν πολύ πιο εύκολα να εντάξουν τον φωτογραφιζόμενο σε έναν δικό τους κόσμο, αφού η φυσιογνωμία του δεν συνδεόταν με έναν γνώριμο ρόλο. Ο άγνωστος γινόταν πολύ πιο φυσικά μια δική τους επιλογή, αλλά και ο τρόπος προσέγγισης τού πορτρέτου δεν ήταν φορτωμένος από την προϊστορία τού εικονιζόμενου. Τα παραδείγματα των καλών καλλιτεχνών φωτογράφων σε αυτή την περιοχή είναι πάρα πολλά ξεκινώντας από τον σπουδαίο Αμερικανό φωτογράφο Paul Strand (1890-1976), περνώντας στον εξαίσιο Άγγλο Craigie Horsfield (1946-) και καταλήγοντας στον διάσημο Γερμανό Thomas Struth (1954-).

Μια ειδική και όχι πολυπληθής κατηγορία φωτογράφων είναι αυτή όπου τα επαγγελματικά πορτρέτα έδωσαν τη θέση τους σε άλλα, αν και συχνά παρόμοια, τα οποία πλέον ο φωτογράφος έκανε για καθαρά προσωπικούς λόγους. Ο επαγγελματίας δηλαδή μεταμορφώθηκε σε καλλιτέχνη αλλάζοντας τις προτεραιότητες τής φωτογραφικής του δουλειάς με στόχο όχι πλέον την πώληση των φωτογραφιών στους εικονιζόμενους, αλλά τη δημιουργία μιας φωτογραφικής τυπολογίας με έργα που να εκφράζουν τον ίδιο. Εξέχων εκπρόσωπος αυτής τής κατηγορίας ο σημαντικός Γερμανός φωτογράφος τού μεσοπολέμου August Sander (1876-1964). Ο Sander ήταν επαγγελματίας φωτογράφος πορτρέτων σε μια κωμόπολη τής Γερμανίας στις αρχές τού 20ού αιώνα. Η αγάπη του για τη φωτογραφία και η πεποίθησή του ότι επρόκειτο για ένα καλλιτεχνικό εκφραστικό μέσο τον έσπρωξαν να συνεχίσει να κάνει πορτρέτα, επιλέγοντας όμως τα μοντέλα και τη φόρμα τής φωτογραφικής προσέγγισης όχι πλέον με βάση τις επιθυμίες των πελατών του, αλλά με στόχο την ικανοποίηση τής δικής του φωτογραφικής δημιουργίας. Το έργο του, το οποίο ο ίδιος ονόμασε – μάλλον μεγαλόσχημα – «Ο άνθρωπος τού 20ού αιώνα», έφτασε σε μας πολύ τραυματισμένο, αφού κάηκαν από πυρκαγιά στο στούντιό του τα περισσότερα αρνητικά και διασώθηκαν περίπου τριακόσια. Αυτός ο μικρός αριθμός φωτογραφιών αποτελεί όμως ένα από τα πιο σημαντικά φωτογραφικά έργα τού περασμένου αιώνα.

Υπήρξαν, τέλος, και πολύ λίγοι φωτογράφοι που ανέλαβαν και εκτέλεσαν με επαγγελματική σοβαρότητα και ποιότητα τα επί παραγγελία πορτρέτα των άσημων πελατών τους, για να γίνει με καθυστέρηση φανερό ότι το αποτέλεσμα τής δουλειάς τους υπερέβαινε εμφανώς τον σκοπό για τον οποίο είχε παραχθεί. Τέτοιοι φωτογράφοι είναι ο Αμερικανός James Van Der Zee (1886-1983), που ζούσε και δούλευε στο Harlem τής Νέας Υόρκης, ο επίσης Αμερικανός από το Arkansas Mike Disfarmer (1884-1959), ή ο Αφρικανός από το Mali, Seydou Keita (1920-2001). Οι φωτογράφοι αυτοί γνώριζαν ότι οι φωτογραφίες τους ήταν πιο σημαντικές από την αξία που τους απέδιδαν οι πελάτες τους, αλλά δεν έκαναν τίποτα περισσότερο για να επιβάλουν το έργο τους σαν καλλιτεχνικό, ή και αν το επιδίωξαν δεν το κατάφεραν. Είναι χαρακτηριστικό ότι τέτοιοι φωτογράφοι αναγνωρίζονται είτε μετά τον θάνατό τους (Disfarmer) είτε λίγο πριν από αυτόν (Van Der Zee, Keita).

Η περίπτωση τού Πάνου Ηλιόπουλου ταιριάζει απόλυτα σε αυτή την τελευταία κατηγορία. Ασκούσε το επάγγελμά του όχι απλώς με ευσυνειδησία, αλλά και με αφοσίωση. Είχε επίγνωση τής καλλιτεχνικής αξίας τής δουλειάς του και καμάρωνε γι’ αυτή. Ήθελε να ικανοποιήσει τον πελάτη, αλλά περισσότερο επιδίωκε να ικανοποιήσει τις δικές του υψηλές απαιτήσεις. Όταν, μάλιστα, μια φωτογραφία του τύχαινε να μην αρέσει σε αυτόν που την είχε παραγγείλει, πολύ συχνά, αντί να κάνει νέα φωτογραφία που να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες τού πελάτη, προτιμούσε να επιστρέψει τα χρήματα και να κρατήσει εκείνη τη φωτογραφία την οποία ο ίδιος θεωρούσε πιο ενδιαφέρουσα. Εντούτοις, είτε επειδή είναι ενδεχόμενο να αντιμετώπιζε τη φωτογραφία κυρίως σαν επάγγελμα, είτε επειδή είναι πιθανόν να έτρεφε μεγαλύτερο σεβασμό στη ζωγραφική, δεν έκανε εν ζωή καμία έκθεση φωτογραφίας, ενώ παρουσίασε σε έκθεση στην Αθήνα το 1977 τα ζωγραφικά του έργα. Και είναι επίσης ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι σχετικά νωρίς, σε ηλικία 67 ετών, είκοσι ένα δηλαδή χρόνια πριν από τον θάνατό του, έκλεισε το φωτογραφείο του, αλλά συνέχισε να ζωγραφίζει, να αγιογραφεί και να τραβάει αναμνηστικές φωτογραφίες.

Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς ποια είναι η ειδοποιός διαφορά που κάνει ένα στημένο πορτρέτο σε στούντιο να ξεχωρίσει από ένα άλλο, έτσι ώστε να μπορέσει αυτό να διεκδικήσει μια θέση στο προσωπικό έργο τού φωτογράφου. Ίσως κάτι τέτοιο συμβαίνει όταν το πορτρέτο απεγκλωβιστεί από την ταυτότητα τού εικονιζόμενου και από τις συνθήκες λήψης τής φωτογραφίας. Όταν δηλαδή η έλξη που ασκείται στον θεατή προέρχεται από την ίδια τη φωτογραφία και όχι από τα εικονιζόμενα, τα συμφραζόμενα ή τα υπονοούμενα. Η έλξη αυτή ενισχύεται ακόμα περισσότερο, όταν ο θεατής διαπιστώσει ότι το πορτρέτο αυτό συνδέεται κατά έναν ή περισσότερους τρόπους με άλλες φωτογραφίες τού ίδιου φωτογράφου.

Μια περιπλάνηση στα πορτρέτα που έχει τραβήξει ο Πάνος Ηλιόπουλος μάς πείθει ότι οι φωτογραφικές λήψεις αφορούσαν και εκείνον προσωπικά, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό που αφορούσαν και τον εικονιζόμενο. Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι από τους φωτογραφιζόμενους ήταν πελάτες. Εντούτοις, υπάρχει μια αίσθηση επιλογής. Γεννιέται δηλαδή η εντύπωση ότι πρόκειται για πρόσωπα που ο φωτογράφος διάλεξε μέσα από το πλήθος. Σαν να θέλησε να κάνει τη δική του συλλογή πορτρέτων. Μπορεί να τον διάλεγαν οι φωτογραφιζόμενοι πριν από τη φωτογράφηση, αλλά και εκείνος τούς διάλεγε μετά. Έτσι, μέσα από τη διαδικασία τής φωτογράφησης οικειοποιείτο τα πρόσωπά τους.

Οι συνήθειες τής εποχής και τού επαγγέλματος ήθελαν τον φωτογραφιζόμενο να ποζάρει στον ουδέτερο χώρο τού εργαστηρίου τού φωτογράφου. Ο Ηλιόπουλος επαναλάμβανε σχεδόν μηχανικά, όπως άλλωστε και όλοι οι συνάδελφοί του, μια σκηνοθετική ρουτίνα. Εντούτοις, στην περίπτωσή του μπορούμε να μιλούμε περισσότερο για ένα τελετουργικό. Διότι η ευαισθησία του τον βοηθούσε να αντιλαμβάνεται πως για τον φωτογραφιζόμενο η πράξη τής φωτογράφησης ήταν, εκείνες τουλάχιστον τις εποχές, πράξη μεγάλης σημασίας. Μερικά από τα στοιχεία τού τελετουργικού ήταν τυπικά και τεχνικά, άλλα όμως έμοιαζαν σαν μικρές εμμονές τού φωτογράφου. Λεπτομέρειες που διατρέχουν τις φωτογραφίες και συνθέτουν ένα προσωπικό ύφος. Στο πλαίσιο αυτού τού επαναλαμβανόμενου τελετουργικού ο Ηλιόπουλος επιφύλασσε στον εαυτό του πολλές μικρές ελευθερίες παραλλάσσοντας περιθωριακά στοιχεία τής φωτογραφικής σύνθεσης και σκηνοθεσίας, με τρόπους οι οποίοι μέσα στην τυπολογία τής δουλειάς του φαντάζουν σαν εκρηκτικές πρωτοτυπίες. Μικρές αλλαγές στη θέση των χεριών, αδιόρατες μεταβολές στη γωνία λήψης, σουρεαλιστικές προσθήκες ετερόκλητων αντικειμένων, αλλαγές στην έκφραση ή στην κατεύθυνση των βλεμμάτων. Και παράλληλα, τα σχεδόν επιβεβλημένα διακοσμητικά αντικείμενα τού στούντιο (μια καρέκλα, μια ανθοστήλη, μια κουρτίνα), τόσο οικεία μέσα από τη συνεχή παρουσία τους και τόσο προκλητικά μέσα από τις διακριτικές παραλλαγές τους.

Τα πορτρέτα στο στούντιο τού Ηλιόπουλου υπάγονται σε μερικούς θεματικούς και φορμαλιστικούς κανόνες. Και χωρίζονται σε μοναχικά, διπλά, τριπλά, ή πολυμελή. Σε κάθε κατηγορία ο Ηλιόπουλος εισάγει τους δικούς του κανόνες, τους οποίους παραβαίνει και παραλλάσσει σχεδόν αδιάλειπτα σε έναν οπτικό χορό σταθερών βημάτων διανθισμένων με ποικίλες, αν και διακριτικές, «φιγούρες».

Είναι ενδιαφέρον και πολύ χαρακτηριστικό ότι ο Ηλιόπουλος χρησιμοποιούσε τον επαγγελματικό χώρο τού φωτογραφικού του στούντιο και για τις φωτογραφήσεις τής δικής του οικογένειας. Και, μάλιστα, με τη συνοδεία αντικειμένων που έπαιζαν κάποιον ρόλο στην οικογενειακή ζωή. Ένα κιβώτιο με δώρα από την Αμερική, το βιολί τού γιου του, ένα προβατάκι, ή μια καινούργια αγιογραφία, ή άλλον πίνακα, που είχε ζωγραφίσει ο ίδιος. Έδειχνε έτσι ότι η φωτογραφία γι’ αυτόν δεν ήταν ένας απλός βιοπορισμός, αλλά και ένας τρόπος να αφηγείται και να σηματοδοτεί την ίδια του τη ζωή.

Υπάρχει όμως άλλο ένα στοιχείο που αποδεικνύει ότι η σχέση τού Ηλιόπουλου με τη φωτογραφία ήταν πιο σύνθετη και πολύπλοκη από μια απλή επαγγελματική ενασχόληση. Πρόκειται για την εμμονή με την οποία σώρευε τα αυτοπορτρέτα του. Σχεδόν όλοι οι φωτογράφοι έχουν κάποια στιγμή φωτογραφήσει τον εαυτό τους. Είναι ένας πειρασμός στον οποίο αργά ή γρήγορα ο καθένας υποκύπτει. Εντούτοις, στην περίπτωση τού Ηλιόπουλου η συνήθεια αυτή μετατράπηκε σε εμμονή. Στις πιο απίθανες στιγμές και δραστηριότητες τής ζωής του τον βρίσκουμε ταυτόχρονα πίσω και μπρος από τον φακό. Και, μάλιστα, σε έναν διάλογο με τον εαυτό του. Τοποθετείται δηλαδή με τέτοιο τρόπο μπροστά από τον φακό, σαν να απευθύνεται σε αυτόν που βρίσκεται στη θέση πίσω από τη μηχανή, είτε αυτός είναι ο άλλος του εαυτός, είτε μεταφορικά ο θεατής. Αποκορύφωμα, βέβαια, αυτής τής εμμονής συνιστά η φωτογραφία όπου τείνει το χέρι για χειραψία με αυτόν τον άγνωστο άλλο. Τον εαυτό το του ή τον θεατή.

Η παράλληλη ενασχόληση τού Ηλιόπουλου με τη ζωγραφική και την αγιογραφία αξίζει, τέλος, να υπογραμμιστεί, αφού άλλωστε αποτελούσαν και αυτές οι τέχνες μέρος τού καθημερινού του βιοπορισμού. Και ο θαυμασμός μας γίνεται ακόμα πιο έντονος μπροστά στον αυτοδίδακτο καλλιτέχνη που κατάφερε να κατακτήσει τεχνικές πολύ πιο δύσκολες και σύνθετες από την τεχνική τής φωτογραφίας. Και πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι τα αποτελέσματα ξεπερνούν κατά πολύ το επίπεδο ενός αυτοδίδακτου ερασιτέχνη ζωγράφου. Έχουν, μάλιστα, στοιχεία μιας πολύ ενδιαφέρουσας ναϊφ ζωγραφικής. Εντούτοις, ο λόγος που το βάρος τής καλλιτεχνικής του κληρονομιάς πέφτει πάνω στη φωτογραφία οφείλεται σε δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, διότι μέσω τής φωτογραφίας έδωσε μορφή και περιεχόμενο σε μια προσωπική καλλιτεχνική γλώσσα και πρόταση. Αντίθετα, παρά τα συχνά άριστα ζωγραφικά του δείγματα, δεν μπορεί κανείς να διακρίνει μια συγκροτημένη εικαστική προσέγγιση στο ζωγραφικό του έργο. Δεύτερον, διότι η φωτογραφική του παραγωγή, πολύ περισσότερο από τη ζωγραφική του δουλειά, μπορεί και δικαιούται να συγκριθεί με εκείνη πολλών σημαντικών φωτογράφων που έχουν αφήσει τα ίχνη τους στη φωτογραφική ιστορία τής Ευρώπης ή τής Αμερικής. Για μια χώρα όπως η δική μας, που έχει συνηθίσει να προστατεύει τις καλλιτεχνικές της αξίες εντός των συνόρων της, μια τέτοια διαπίστωση δεν έχει μικρή αξία.

Ο Πάνος Ηλιόπουλος ίσως να έγινε σημαντικός φωτογράφος, γιατί, πέρα από την ευφυΐα του και το ταλέντο του, έτυχε να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του μερικά αναγκαία, όσο και σπάνια, συστατικά. Έζησε έντονα και με ειλικρίνεια. Απέκτησε έτσι μια δεξαμενή συναισθημάτων και εμπειριών. Οι εμπειρίες του περιλάμβαναν τον πόλεμο, τη φτώχεια και την αχαριστία, αλλά δεν στάθηκαν ικανές να τού αλλοιώσουν τη δίψα και τη χαρά για τη ζωή. Μια χαρά μάλιστα που στηρίζεται στη γνωριμία τής λύπης είναι πάντα ένα μεγάλο εφόδιο για οποιονδήποτε καλλιτέχνη. Ασχολήθηκε με τη φωτογραφία μέσα από την ταπεινότητα τής βιοποριστικής του ανάγκης. Απελευθέρωσε έτσι υπόγεια και έμμεσα, όχι φανερά και κραυγαλέα, τις ευαισθησίες του, που πιθανόν και ο ίδιος να μην είχε επιδιώξει συνειδητά να φέρει στη επιφάνεια. Δεν έτυχε να πάρει μια επίσημη μόρφωση. Έμαθε έτσι να την αποζητά και να τη σέβεται, με αποτέλεσμα να κατακτήσει μια δική του, προσωπική, παιδεία. Ξεκίνησε να ασχολείται με τη φωτογραφία σε σχετικά ώριμη ηλικία. Απέφυγε έτσι τη νεανική αλαζονεία, συχνά κακό σύμβουλο τής δημιουργίας.

Χρειάστηκε αντίστοιχα άλλη μια σειρά συμπτώσεων για να μπορέσουμε σήμερα να χαιρόμαστε τη φωτογραφική δουλειά τού Πάνου Ηλιόπουλου. Πριν απ’ όλα, η αγάπη και η επιμονή των παιδιών του. Ύστερα, η τύχη να ενδιαφερθώ για έναν παλαιό και άγνωστο φωτογράφο, κάτι που μέχρι τότε δεν μου είχε ποτέ συμβεί. Και, τέλος, η φιλόξενη οικογένεια των ανθρώπων τού Μουσείου Μπενάκη που αμέσως πείστηκαν για την αξία τού έργου τού Ηλιόπουλου και το εντάξανε στις συλλογές τους. Έτσι γράφτηκε και το τελευταίο κεφάλαιο στη ζωή και την καριέρα τού τόσο ιδιαίτερου αυτού φωτογράφου. Οι περιπέτειες των νεανικών χρόνων του έδωσαν τη θέση τους στην ποίηση των φωτογραφιών του και καταλήγουν τώρα στην από μέρους μας εκδήλωση τού σεβασμού για τη ζωή του και τού θαυμασμού για το έργο του.

Πλάτων Ριβέλλης

ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Γεννήθηκα το 1897 ξημερώνοντας του Αγίου Βασιλείου

Όταν είχα φτάσει στην 3η τάξη πέθανε η Μάνα μου από πνευμονία. Έκλαιγα για πολύ καιρό.

Όταν έφυγε ο αδελφός μου Ηλίας στενοχωρήθηκα και έκλαιγα.

Μετά τον θάνατο της Μάνας μου έβλεπα φοβερά ονείρατα και φώναζα στην αδελφή μου να ανοίξει το παράθυρο αλλιώς δεν σταματούσα τα κλάμματα (η αδελφή μου είχε αναλάβει τα καθήκοντα της Μάνας).

Έπαιξα ολίγο την φλογέρα και μετά κοιμήθηκα.

Αν δεν πεθάνει εκείνη την ώρα, θα γίνει καλά». Έτσι και έγινε. Το Σάββατο το βράδυ πέθανε όπως κουβέντιαζε . Έτσι έχασα και τον πατέρα μου.

Ο αδελφός μου Ηλίας πήγε στρατιώτης. Εγώ φύλαγα τα πρόβατα όπως και πρώτα. Η αδελφή μου παντρεύτηκε ύστερα από ένα χρόνο. Από εκεί και στο εξής, ήμουν ένα ρογιασμένο παιδί μέσα στο ίδιο μου το σπίτι («ρογιασμένα» θα πει παιδιά ορφανά που ήταν φτωχά και πήγαιναν σε αυτούς που είχαν ανάγκη για τσομπάνηδες ή και σε μαγαζιά ή και σε ό,τι άλλες δουλειές είχαν ανάγκη ίσα για να τρώνε και να ντύνονται, με ένα λόγο δούλοι).

Κάποτε είπα στον αδελφό μου να μου φέρει ένα ζευγάρι γουρουνοτσάρουχα και ένα παντελόνι. Ημουν ξυπόλυτος και το παντελόνι ήταν πάντα σκισμένο. Θα ήμουν τότε δεκαοκτώ χρονών.

Δεν μου έφερε τίποτα, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Θύμωσα και έκλαψα

Έβαλα λίγο γάλα να φάω και κάθησα και με τη δεύτερη κουταλιά αισθάνθηκα ένα δυνατό χτύπο στο κορμί μου . Ξαφνιάστηκα , το κουτάλι μου έπεσε πριν φτάσει στο στόμα μου. Έστριψα το κεφάλι μου και είδα τον αδελφό μου Σ. που έριχνε με ταχύτητα τις μαγκουριές έως ότου έσπασε η μαγκούρα επάνω μου. Δεν αντέδρασα καθόλου παρόλο που ήμουν 18 χρονών. Με άφησε και έφυγε. Σηκώθηκα κι εγώ. Δεν έφαγα παρά μόνον τις δυο κουταλιές γάλα πριν να με κτυπήσει. Έφυγα προς το δυτικό μέρος της Λούτσας που λέγεται «Φωλιά του σταυραϊτού» και προς βορράν αυτού είναι ο λόφος που στην κορυφή έχει χτιστεί το μικρό εκκλησάκι του Προφήτου Ηλία. Περνώντας το λόφο του σταυραϊτού κατέβηκα σε ένα βράχο. Εσκέφτηκα να πέσω κάτω αλλά φοβήθηκα μήπως δεν πεθάνω αμέσως και υποφέρω. Εκεί ξενύχτησα κλαίγοντας τη μοίρα μου και την ορφάνια μου. Προσευχόμουν στο Θεό να πάρει τη ζωή μου χωρίς να υποφέρω.

(Όποιους αγάπησα τους έχασα, την Μάνα μου, τον πατέρα μου και τον αδελφό μου Ηλία). Κι έτσι συνεχίστηκε η ζωή όπως ήταν πριν.

Τα φύλαξα τα πρόβατα μέχρι που πήγα στρατιώτης, τον Αύγουστο του 191 αλλά τι να γράψω? Αφού είχα να γράψω από την ημέρα που έγινα βοσκός. Τέλος κάτι έγραψα και το έστειλα στον αδελφό μου Ηλία. Ύστερα από λίγες ημέρες έλαβα απάντηση που μου έγραφε: «Πήρα το γράμμα σου αλλά δεν ημπόρεσα να διαβάσω ούτε μια λέξη. Τι έπαθες παιδί μου, τα ξέχασες τα γράμματα εντελώς?» Έκλαψα και αναλογιζόμουν ποιος φταίει άραγε, εγώ ή ο κηδεμόνας μου? Από κείνη την ημέρα άρχισα να παίρνω εφημερίδα ή την έπαιρνα από άλλους και πήγαινα σε απομακρυσμένο μέρος μόνος μου και διάβαζα. Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να ξαναμάθω τουλάχιστον να γράφω, όμως την ορθογραφία την έχασα εντελώς.

Μείναμε σε αυτό το μέρος μερικό καιρό ακόμη έως ότου ήρθε διαταγή να γίνει προέλαση. Η Μεραρχία μας κατέλαβε το Αξάρη, μια κωμόπολη όπου ήσαν και Έλληνες. Εκεί διανυκτερεύσαμε. Την άλλην ημέραν, είδα μερικούς στρατιώτες και φορούσαν δακτυλίδια, καδένες, ρολόγια και διάφορα άλλα αντικείμενα. Τους ρώτησα πού τα βρήκαν. Μου είπαν πως τα πλιατσικολόγησαν από Τούρκους. Εγώ δεν είχα θίξει κανέναν ούτε είχα υπ’ όψιν μου για τέτοια πράγματα. Και σαν να ζήλεψα και είπα μέσα μου «Αύριο κι εγώ θα κάνω πλιάτσικο». Την άλλην ημέραν φθάσαμε σε ένα χωργιό που ήταν αρκετά μεγάλο. Μπήκα σε ένα καφενείο, πλησίασα έναν Τούρκο, τον έψαξα, βρήκα ένα πορτοφόλι που είχε στην τσέπη του, το πήρα και του πήρα και μια ταμπακιέρα με καπνό. Τα πήρα κι έφυγα. Βγαίνοντας έξω από το χωργιό άρχισα να σκέφτομαι, ελέγχοντας τον εαυτό μου. Κάτι μου έλεγε μέσα μου «Γιατί το έκανες αυτό?». Κοντοστάθηκα για λίγο, μα κάτι με εμπόδιζε να προχωρήσω. Θα είχα απομακρυνθεί 300-500 μέτρα. Γύρισα πίσω με μια απροσδόκητη χαρά να τα δώσω πάλι. Όμως είπα μέσα μου «Θα τον εύρω εκεί άραγε»? Και πάλι άρχισα να στενοχωριέμαι μήπως δεν τον εύρω. Έφτασα στο καφενείο, μπήκα μέσα. Κοίταξα προς το μέρος που καθόταν και τον είδα με άλλους δυό. Επανήλθε η χαρά μου. Του έκανα νόημα και με πλησίασε. Έβγαλα το πορτοφόλι, το άνοιξα για να ειδεί τα χρήματά του ακέραια, του έδωσα και την ταμπακιέρα με τον καπνό χωρίς να κρατήσω ούτε ένα τσιγάρο και πήγα να φύγω. Με έπιασε και με κτυπούσε χαϊδευτικά στους ώμους μου και μου έδινε την ταμπακιέρα με τον καπνό. Δεν την έπαιρνα. Με έπιασε από το χέρι και μου έβαλε την ταμπακιέρα στην τσέπη μου. Είδα την επιμονή του και την πήρα και έφυγα με πολύ-πολύ χαρά και στον δρόμο διαλογιζόμουν με ευχαρίστηση που τα επέστρεψα και είπα μέσα μου πως ουδέποτε θα αφαιρέσω από οποιονδήποτε ούτε ένα τσιγάρο. Αυτό και έγινε μέχρι το τέλος της εκστρατείας αλλά και σε όλην μου την ζωήν. (Μόνον όταν πεινούσα και έβρισκα κάτι για τροφή το έπαιρνα).

Ύστερα από καιρό με κάλεσε ο λοχαγός στο γραφείο και μου λέει: «Ελα δω βρε Ηλιόπουλε, πώς κάνεις τα στραβόξυλα να δουλεύουν ?». Του λέω «Κύριε Λοχαγέ, εσείς φταίτε και όλοι οι υπαξιωματικοί. Δεν τους μιλάτε ποτέ με καλωσύνη!»

Αφήνοντας και εγώ την πατρίδα, έφυγα γιά το Μεξικό στις 7 Αυγούστου του 1923.

Φύγαμε από τον Πειραιά το μεσημέρι και φθάσαμε στον Ισθμό της Κορίνθου όπου μας πέρασε το επιτετραμένο πλοιάριο στην άλλη όχθη (πλευρά) του Ισθμού και όταν περνούσαμε κοντά στην πόλη της Κορίνθου όπου είχα υπηρετήσει δύο χρόνια ως στρατιώτης, πήγα σε μιάν άκρη του πλοίου και συλλογιζόμουν: «Πού πηγαίνω χωρίς χρήματα? Άραγε, πού να με οδηγεί η μοίρα μου? Γιατί εφέρθηκε τόσο σκληρά ο αδελφός μου?» Θόλωσαν τα μάτια μου κι έτρεχαν πικρά δάκρυα στο πρόσωπό μου. Κάθησα εκεί έως ότου απομακρυνθήκαμε από την Κόρινθο και σκοτείνιασε. Τα δάκρυα στέγνωσαν χωρίς να τα παστρέψω.

Στην Μασσαλία μας παρέλαβαν άνθρωποι του πρακτορείου της εταιρείας οι οποίοι μας οδήγησαν σε ένα ξενοδοχείο εκεί κοντά στο λιμάνι (βρωμιά και δυσωδία) και εκεί κατάλαβα πως όλα τα λιμάνια έτσι είναι. Εκεί συναντήσαμε και άλλους Έλληνες που είχαν εισέλθει λαθραία στην Αμερική, μέσω Κούβας, και τους είχαν συλλάβει και τους γύρισαν πίσω στην Ελλάδα. Μας έλεγαν την περιπέτειά τους και τα είχαν βάλει με τους πράκτορες της Ελλάδας που έπαιρναν τον κόσμο στον λαιμό τους γιά να κερδίσουν χρήματα, αδιαφορώντας για την δυστυχία τόσων ανθρώπων. Ακουσα αυτά που μας έλεγαν και έγραψα στον αδελφό μου να μην δώσει τα υπόλοιπα χρήματα στον πράκτορα (επήρα και την γνώμη του Αλέξη γι αυτό). Εγώ, όμως, όταν πέρασα στην Αμερική, έστειλα τα χρήματα στον αδελφό μου να τα δώσει αλλά εκείνος δεν τα έδωσε.

Επιβιβάστηκαν μερικοί Πορτογάλλοι και όταν έφυγε το καράβι , άνδρες και γυναίκες άρχισαν τον χορό στο κατάστρωμα. Στεκόμουν μόνος μου σε μιάν άκρη και τους χαιρόμουν. «Τι όμορφη που είναι η χαρά», έλεγα μέσα μου. Κοιτούσα το πέλαγος και έκλαψα.

Επενέβη ο πρώτος που του είχα διηγηθεί την ιστορία και τους τα είπε όλα. Μου έκαναν πάντα παρέα κι αυτό ήταν καλό για μένα γιατί με την συζήτηση έφευγε , έστω και για λίγο, η μελαγχολία.

Έμεινα μόνος στο κατάστρωμα με σύντροφό μου την απόγνωση.

Ήταν τόσο θερμό το ενδιαφέρον αυτού του ανθρώπου που δεν θα φύγει από το μυαλό μου σε όλη μου την ζωή. Παρόλο που ήμουν 26 χρονών, δεν είχα μεγάλα γένεια. Είχα μόνο ένα αραιό κατσιόμαλλο, βαθουλωμένο πρόσωπο και μάτια γεμάτα θλίψη και κατάπτωση.

Ήρθε , και με απλωμένα τα δυο του χέρια μου έδωσε να καταλάβω ότι με ρωτούσε αν τον χρειάζομαι άλλο. «Όχι», του λέω και εγώ με απλωμένα τα χέρια μου. Τότε μου πρότεινε το χέρι του και με ένα θερμό σφίξιμο του χεριού του με χαιρέτισε και έφυγε. Βούρκωσαν τα μάτια μου και έκλαψα που βρέθηκε ένας τόσο πιστός και με τόση καλωσύνη άνθρωπος, ένας Μεξικάνος κιόλας, ενώ ένας συγχωριανός μου με είχε εγκαταλείψει τρεις φορές στην διάρκεια του ταξειδιού από την Ελλάδα στο Μεξικό. Και σκεπτόμενος πως δεν θα μπορούσα ποτέ να προσφέρω και εγώ κάτι για τον άνθρωπο αυτόν, του ευχήθηκα, χωρίς φωνή, να είναι ευλογημένος και ό,τι ήταν αδύνατο να κάνω εγώ γιά εκείνον να το κάνει ο Θεός.

Όταν ήρθε η σειρά μου να ανέβω και εγώ, ο υπάλληλος του τραίνου έκλεισε απότομα την πόρτα του βαγονιού. Πίσω από μένα ήσαν και άλλοι επιβάτες. Για μια στιγμή τάχασα, γιά ένα δευτερόλεπτο, αλλά αμέσως συνήλθα και γύρισα δήθεν να αγοράσω ένα περιοδικό από κάποιον που πουλούσε . Αγόρασα ένα περιοδικό με το ένα χέρι και με το άλλο του έδωσα το δολλάριο. Αυτός μου έδωσε ρέστα 50 σεντς. Αυτό το έκανα για να μου δωθεί χρόνος να δω από πού θα μπουν οι άλλοι που έρχονταν πίσω από εμένα. Τότε είδα ότι έμπαιναν στο επόμενο βαγόνι και κατάλαβα ότι η πόρτα έκλεισε γιατί είχαν συμπληρωθεί οι θέσεις στο προηγούμενο βαγόνι. Πού να ξεύρω εγώ από αυτά τα πράγματα? Στην Ελλάδα, έσπρωχναν ο ένας τον άλλον, ανέβαιναν και πάνω από το βαγόνι, αδιαφορώντας για τον διπλανό τους. Είχα άγνοια περί της τάξεως αυτής. Αγνοούσα τα πάντα. Είχα κατέβει από το βουνό όπου ζούσα όπως με είχαν τάξει οι κηδεμόνες μου. Συντροφιά μου είχα τα πρόβατα, το σκυλί και την φλογέρα. Δεν είχα καμμιά επαφή με την κοινωνία, έστω του χωριού μου. Η υποχρέωση του στρατού με απομάκρυνε από το βουνό αλλά τα γράμματα τα είχα ξεχάσει, έστω τα λίγα που πρόλαβα να μάθω. Και μετά τα πέντε χρόνια στον στρατό, βρέθηκα λαθραίος στην Αμερική, χωρίς καμμιά μόρφωση. Επανέφερα τα γράμματα αλλά έχασα την ορθογραφία.

Έξη μήνες πριν, είχα διαβάσει σε μιαν ελληνική εφημερίδα μια αγγελία που έλεγε: «Όποιος θέλει να μάθει την φωτογραφική, ημπορεί να γράψει στη τάδε διεύθυνση της Σχολής

Τα υλικά τα πλήρωνα εγώ και επιδόθηκα με ζήλο να μάθω. Κάποια φορά στο τέλος της περιόδου μου είπε ο Διευθυντής να πάρω την κινηματογραφική μηχανή, μια ταινία φιλμ καθώς και τα τρίποδα και να τραβήξω την ταινία όπου ήθελα εγώ. Να την επεξεργαστώ και να του την παρουσιάσω έτοιμη. Αυτό και έγινε. Πήγα πρώτα στο άγαλμα του Λίνκολν, στο Μουσείο και σε άλλους δρόμους. Μετά πήγα στην Σχολή, την εμφάνισα, τύπωσα και ένα θετικό και την άλλην ημέραν την πήγα στο γραφείο. Την κοίταξε ο Διευθυντής, κάλεσε όλους τους μαθητές (θα ήμασταν μέχρι 30) και άρχισε να τους λέει: «Ο μαθητής αυτός δεν ομιλεί καλά την αγγλική γλώσσα και βέβαια, ούτε και καταλαβαίνει την θεωρία που σας κάνω. Κοιτάξτε την ταινία και δείτε αν έχει κάνει κανένας σας τέτοια επιτυχία!»

{Μετά την Κατοχή έγραψα στον έναν φίλο μου William Walt και μου απάντησε. Και είχαμε αλληλογραφία όταν του έγραψα πώς είχαμε περάσει στην Κατοχή. Τα γράμματα τα διάβαζε η Μάνα του και είχε συγκινηθεί. Μάζεψε ρούχα και χρήματα και μας έστειλε. Τότε είχε γεννηθεί η Ελισάβετ-Άννα και της έγραψα να μας στείλει το όνομα. Μας έστειλε το όνομά της, «Άννα», και το όνομα της γυναίκας του γιου της «Ελισάβετ» και αυτά τα ονόματα φέρει η Ελισάβετ-Άννα.

Κατά τον Γενάρη του 1928, μετά τις Γιορτές, όλες οι εφημερίδες της Αμερικής έγραφαν με μεγάλα γράμματα ότι εφευρέθη ο «ομιλούν κινηματογράφος» και ύστερα από λίγες ημέρες λαβαίνω γράμμα από τον φίλο μου ότι ναυαγεί η επιχείρηση γιατί σβαίνει ο «βωβός κινηματογράφος» με την νέα εφεύρεση του ομιλούντος και χρειάζονταν πολλά χρήματα για την αγορά καινούργιων μηχανημάτων. Επειδή όμως δεν υπήρχαν χρήματα, ματαιώθηκαν όλα.

Μια ημέρα είχα μια φωτογραφία του αδελφού μου Ηλία επάνω στο τραπεζάκι του δωματίου μου. Πήρα ένα μολύβι και χαρτί και προσπαθούσα να κάνω το σχέδιο και το μισοκατάφερα. Αυτό μου έδωσε θάρρος και άρχισα, κάθε ημέρα, να κάνω σχέδιο. Όταν ερχόμουν από την δουλειά, εκεί κοντά ήταν το Μουσείο του Ντητρόιτ, και πήγαινα τακτικά και έβλεπα πολλά, καλά πράγματα. Και άρχισε ένας αόρατος ζήλος μέσα μου. Αν μπορούσα και εγώ να έκανα κάτι από όλα αυτά τα ωραία που έβλεπα! Πάλι ερχόταν μέσα μου η απογοήτευση για την προέλευσή μου, για τα 25 χρόνια που πέρασα στην ερημιά και στον στρατό, αγράμματος, αμόρφωτος, φτωχός, ξυπόλητος, ξεσκισμένος, περιφρονημένος. Τι αξίωση ήταν αυτή της σκέψης μου!

Παρόλα αυτά δεν με άφηνε αυτός ο ζήλος της τέχνης. Εκεί στο Ντητρόιτ, στον κεντρικό δρόμο περνούσα και έβλεπα σε μια βιτρίνα έναν ανάπηρο και από τα δυο του χέρια που ζωγράφιζε. Κρατούσε το πινέλο με τα δόντια του και πίσω στον σβέρκο του είχε μια χαρακιά βαθουλή από την πίεση, καθώς ζόριζε το πινέλο. Μου έκανε εντύπωση και άρχισα πάλι να θαρρεύω και να έρχεται ο ζήλος μέσα μου για την τέχνη. Μια ημέρα μπήκα μέσα στο κατάστημα όπου ζωγράφιζε ο ανάπηρος και αγόρασα μερικά είδη ζωγραφικής και άρχισα να αντιγράφω φωτογραφίες με το μολύβι και κατάλαβα πως το σώμα κανονίζεται με την διάσταση της κεφαλής σε σχέση με το σώμα. Αυτό κατάλαβα από ένα σκίτσο που έκανα από μια φωτογραφία που σχεδίαζα. Άρχισα με ζήλο να εργάζομαι με το μολύβι και να κάνω σχέδια.

μας είχαμε και έναν Σέρβο με χαρακτηριστικά έντονα και με άσπρο σχεδόν το μουστάκι του. Αφού είχαμε τελειώσει την εργασία του λέω: «Κοίταξε προς τα εκεί». Και με μια κιμωλία έκανα το σκίτσα του επάνω στο αυτοκίνητο που δουλεύαμε εκείνη την ώρα. Μαζεύτηκαν όλοι οι εργάτες και κοιτούσαν και θαύμαζαν την επιτυχία και αυτό μου έδωσε θάρρος. Πήγα να το σβήσω γιατί πλησίαζε η εργασία στον έλεγχο. Όμως με εμπόδισαν οι εργάτες. Ήθελαν να το δει και ο ελεγκτής. Μόλις το είδε αποτάθηκε στον Σέρβο και του λέει: «Ποιος σε έφτιαξε? Ο Σέρβος έδειξε εμένα. Ο «Greek», του λέει. «Τι κάθεσαι εδώ σε αυτήν την δουλειά?», μου λέει. Μετά πήραμε την άλλη σειρά της εργασίας και εγώ έφτιαξα το δικό μου σκίτσο. Πάλι μαζεύτηκαν οι εργάτες και κοιτούσαν. Μου λέει ένας: «Πώς το φτιάχνεις το δικό σου αφού δεν έχεις καθρέφτη?». Τους λέω «Κοιτάξτε. Βάζω την παλάμη μου στο κούτελό μου και την σέρνω προς τα κάτω, μέχρι το σαγόνι μου και μετά περνώ την κιμωλία και γράφω επάνω στο αυτοκίνητο το σκίτσο μου». Έγινε πάταγος. Εγώ γελούσα και άλλο έλεγαν: «God damn Greek, God damn Greek»! Το αφήνω και περνάει στον ελεγκτή. «Ποιος σε έφτιαξε», μου λέει. Του λένε οι εργάτες: «Μόνος του». Μου λέει ο ελεγκτής: «Φύγε από αυτήν την δουλειά εδώ». Εγώ γελούσα.

Ξαφνιάστηκα που είδα μια γυναίκα ολόγυμνη επάνω στην έδρα. Άρχισαν οι μαθητές να σχεδιάζουν και άρχισα και εγώ. Κάποια στιγμή έρχεται ο Δάσκαλος και μου ρωτάει πάλι αν είχα πάει σε άλλη Σχολή. «Όχι», του λέω. Με κτύπησε στην πλάτη και μου λέει: «Θα γίνεις καλός», και διόρθωσε ολίγον το σχέδιο και πάλι μου είπε: «Θα γίνεις καλός».

Ήταν κατά το τέλος Μαΐου που πήγα και κάθησα μέχρι τέλος Ιουνίου που έγιναν διακοπές

Στο Μουσείο πήγαινα κάθε Κυριακή που είχε δωρεάν είσοδο. Στην Αίθουσα Μουσικής πήγαινα και καθόμουν μόνος μου εκεί όπου ήσαν κενά καθίσματα και πολλές φορές με συγκινούσε τόσο η μουσική που έκλαιγα.

Όταν σχόλαγα από την δουλειά μου, πήγαινα στο δωμάτιό μου όπου ή θα διάβαζα την Αγία Γραφή ή θα έκανα σχέδια ζωγραφικής. Και αγαπούσα και την Αγία Γραφή και την ζωγραφική. Το μεγάλο καλό με αυτές τις απασχολήσεις ήταν ότι είχα πια συνηθίσει να είμαι πάντα μόνος. Σιχαινόμουν που έβλεπα τις ηθικές αθλιότητες στα πάρκα και ακόμα και στους δρόμους. {Δυστυχώς τώρα έχουν κατακλύσει όλο τον κόσμο}. Όμως κατάφερα να ζήσω μόνος ωσάν να ήμουν στο βουνό με τα πρόβατα και νοσταλγούσα πάντοτε τον καθαρό αέρα του βουνού και τις πλαγιές του.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες:

https://www.rivellis.gr/el/exhibitions/curating/item/91-panos-iliopoulos-2006

Το δημοσίευσα στο kopanakinews

ΠΑΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ. ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΙΝΑΔΑΙΩΝ ΠΑΝΟΥ ΚΑΙ ΗΛΙΑ ΣΤΑ ΦΙΛΙΑΤΡΑ.

Ο Γιώργος Γκόνης πρόσθεσε 2 νέες φωτογραφίες.Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.

Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.

Μουσείο Πάνου και Ηλία Ηλιόπουλου στα Φιλιατρά, ένα πραγματικό στολίδι – θησαυρός, που πρέπει να αναδείξουμε και να τιμήσουμε…. Ο ευγενέστατος, γελαστός και ακούραστος ιδρυτής του το αξίζει….

Με αφορμή το αφιέρωμα του Γ. Γκόνη για την ίδρυση του μουσείου φωτογραφίας στα Φιλιατρά, ας ανατρέξουμε σε μια παλαιότερη δική μας δημοσίευση, θυμίζοντας ότι οι δυο μεγάλοι φωτογράφοι μας, γεννήθηκαν στην Σαρακινάδα. 

ΠΑΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ. ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΦΙΛΙΑΤΡΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ, ΤΩΝ ΠΑΛΙΩΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ;

Πάνος Ηλιόπουλος: Η ποίηση της φωτογραφίας. Από το  Θάρρος.

Από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα που έχουμε διαβάσει στην Τριφυλιακή Εστία, το περιοδικό του Συλλόγου των Κυπαρισσίων της Αθήνας «Η Αρκαδιά», είναι αυτό του νέου τεύχους για τον φωτογράφο Πάνο Ηλιόπουλο, με τίτλο «Η περιπέτεια της ζωής και η ποίηση της φωτογραφίας». Από το πολυσέλιδο αφιέρωμα του Πλάτωνα Ριβέλλη, πήραμε μερικά αποσπάσματα, για τη ζωή του Τριφύλιου φωτογράφου:

Ο Πάνος Ηλιόπουλος γεννήθηκε το 1897 στη Σαρακινάδα, ένα ορεινό χωριό της Μεσσηνίας. Από το 1919 έως το 1922 πολέμησε στη Μικρά Ασία.

Το 1923, με ελάχιστα χρήματα, άρχισε ένα μακρύ και περιπετειώδες ταξίδι για το Μεξικό, με σκοπό να περάσει λαθραία τα σύνορα για την Αμερική: Πειραιάς – Μασσαλία – Ισπανία – Λισαβώνα – Κούβα. Από Βερακρούζ βρέθηκε στο Mexico – City, διέσχισε λαθραία τον ποταμό Rio Grande με άλογο και έφτασε στο El Paso, σε αμερικανικό έδαφος. Ταξίδεψε με τραίνο στο Κάνσας και μετά στο Ντιτρόιτ, όπου εγκαταστάθηκε. Εργάσθηκε στις σιδηροδρομικές γραμμές, σε εργοστάσιο τσιμεντό-λιθων, σε αυτοκινητοβιομηχανίες, σε καπελάδικο. Το 1927 παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφίας σε Σχολή στο Σικάγο. Έμαθε ακόμη να χρησιμοποιεί την κινηματογραφική μηχανή και να επεξεργάζεται τα φιλμ. Ο συμμαθητής και φίλος του Matt Grenko, που είχε μετακομίσει στο Τέξας, τον κάλεσε να εργασθεί ως οπερατέρ σε μια ομάδα παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών. Δεν πήγε όμως, γιατί, ενώ ήταν έτοιμος να ταξιδέψει, έγινε γνωστό ότι θα κάνει την εμφάνισή του ο ομιλούν κινηματογράφος και η επιχείρηση διαλύθηκε, καθώς θα χρειάζονταν πολλά χρήματα για την αγορά νέων μηχανημάτων. Έτσι επέστρεψε στη δουλειά του, στην αυτοκινητοβιομηχανία.

Το 1930, με την οικονομική κρίση στην Αμερική, ο Πάνος Ηλιόπουλος διασχίζει πάλι τον Ατλαντικό και επιστρέφει στην Ελλάδα, έχοντας διανύσει τρεις Ηπείρους. Εγκαθίσταται στα Φιλιατρά, όπου ανοίγει το πρώτο τυπογραφείο και σε μερικά χρόνια ακολουθεί ένα δεύτερο στην Κυπαρισσία. Παντρεύεται τη Χρυσούλα Κόλλια και αποκτούν πέντε παιδιά. Το 1964, μετά από 34 χρόνια, σταμάτησε την επαγγελματική του δραστηριότητα σε ηλικία 67 ετών, αλλά συνέχισε να φωτογραφίζει και να ζωγραφίζει. Πέθανε το 1985 στην Κυπαρισσία, 87 ετών.

Τον περασμένο Δεκέμβριο εγκαινιάστηκε έκθεσή του στο Μουσείο Μπενάκη της Αθήνας, όπου έχει παραχωρηθεί το αρχείο του.

ΠΑΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Η περιπέτεια της ζωής και η ποίηση της φωτογραφίας
Έκθεση φωτογραφίας ενός άγνωστου μέχρι σήμερα Έλληνα φωτογράφου, του Παναγιώτη Ηλιόπουλου.
Ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος γεννήθηκε σε ένα χωριό τής Μεσσηνίας το 1897 και πέθανε στην Κυπαρισσία το 1985. Πολέμησε σε όλη τη διάρκεια τής Μικρασιατικής Εκστρατείας και. μετά την καταστροφή μετανάστευσε το 1923 λαθραία, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφίας, ζωγραφικής και κινηματογράφου. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1930 και άνοιξε φωτογραφείο στα Φιλιατρά, όπου και έζησε την υπόλοιπη ζωή του, ενώ το 1947 άνοιξε και δεύτερο στην Κυπαρισσία, από το 1964 έκλεισε το φωτογραφείο και συνέχισε να ασχολείται σε προσωπικό επίπεδο με τη φωτογραφία.
Η φωτογραφική δουλειά του περιλαμβάνει κυρίως πορτρέτα σε στούντιο, πορτρέτα και σκηνές σε ανοιχτούς χώρους, αλλά και πολλά επίκαιρα στιγμιότυπα τής εποχής του, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον.
Εκείνο όμως που τον καθιστά σημαντικό σαν φωτογράφο είναι η καλλιτεχνική ποιότητα τής δουλειάς του, η οποία ξεπερνάει κατά πολύ το επίπεδο ενός επαγγελματία φωτογράφου της επαρχίας.
Στην έκθεση θα παρουσιαστούν μέρος του υλικού από το αρχείο του φωτογράφου, το οποίο δωρήθηκε από τα παιδιά του στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.
Μερικές φωτογραφίες του:

1.Δυο γυφτάκια στη Κατοχή και στο κρύο ξυπόλυτα. Η μικρή γυφτοπούλα ατενίζει το φακό με αισιοδοξία και χάρη.

2. Κηδεία ιερωμένου με την καθιερωμένη εκείνη την εποχή φωτογράφιση.

3. Νιόπαντρο ζευγάρι αμέσως μετά το γάμο.
4. Φωτογράφιση στο Νοσοκομείο Κυπαρισσίας με τη λεχώνα το νεογέννητο τη γιαγιά και τις νοσοκόμες.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΠΑΝ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ:

Γεννήθηκα το 1897 ξημερώνοντας του Αγίου Βασιλείου. Όταν είχα φτάσει στην 3η τάξη πέθανε η Μάνα μου από πνευμονία. Έκλαιγα για πολύ καιρό. Όταν έφυγε ο αδελφός μου Ηλίας στενοχωρήθηκα και έκλαιγα. Μετά τον θάνατο της Μάνας μου έβλεπα φοβερά ονείρατα και φώναζα στην αδελφή μου να ανοίξει το παράθυρο αλλιώς δεν σταματούσα τα κλάμματα (η αδελφή μου είχε αναλάβει τα καθήκοντα της Μάνας).

Έπαιξα ολίγο την φλογέρα και μετά κοιμήθηκα.

Αν δεν πεθάνει εκείνη την ώρα, θα γίνει καλά». Έτσι και έγινε. Το Σάββατο το βράδυ πέθανε όπως κουβέντιαζε . Έτσι έχασα και τον πατέρα μου.

Ολόκληρο το άρθρο με 10δες φωτογραφίες:

https://www.rivellis.gr/el/exhibitions/curating/item/91-panos-iliopoulos-2006

4 έως 7 Μαΐου Καλαμάτα: “Balkans Timeline” 1η Έκθεση Φωτογραφίας με Βαλκάνιους φωτογράφους.

1η Έκθεση Φωτογραφίας με Βαλκάνιους φωτογράφους.

Την 1η Έκθεση Φωτογραφίας με Βαλκάνιους φωτογράφους, υπό τον τίτλο “Balkans Timeline”, διοργανώνει το ηλεκτρονικό περιοδικό Culture of Balkans από αύριο 4 έως 7 Μαΐου, στο συνεδριακό χώρο του ξενοδοχείου Elite. Τα δε εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν το Σάββατο 5 του μήνα, στις 7.00 το απόγευμα.
Ο τίτλος της έκθεσης μας προδιαθέτει για το φωτογραφικό ταξίδι από τη φύση στο αστικό περιβάλλον, από το συναίσθημα της χαράς και της λύπης στο θαύμα της ζωής και την κουλτούρα μας. Αυτή η πολυχρωμία των Βαλκανίων και η δυνατότητα συνύπαρξης διαφορετικών προσεγγίσεων στον ίδιο χώρο αποτελεί τον σκοπό της έκθεσης. Επίσης σκοπός είναι να δώσει βήμα και να προβάλει το έργο νέων, κυρίως, καλλιτεχνών.
Να σημειωθεί πως έχει ήδη προγραμματιστεί η πρώτη αυτή έκθεση να ταξιδέψει… και σε άλλες πόλεις των Βαλκανίων.
Συμμετέχοντες: Αβραμέας Γιάννης – Ελλάδα, Boricic Goran – Μαυροβούνιο, Budjevac Aleksandar – Σερβία, Cimpoaca Laurentiu – Ρουμανία, Ciotlausi George Andrei – Ρουμανία, Ζώης Δημήτρης – Ελλάδα, Ivanov Alexander – Βουλγαρία, Κόσσυβας Γιάννης – Ελλάδα, Κωνσταντακόπουλος Σταύρος – Ελλάδα, Pаnаyоtоv Bоgdаn – Βουλγαρία, Petkovic Boris – Σερβία, Pregapuca Gerhard – Αλβανία και Τσινόρεμα Κυριακή – Ελλάδα.

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018: Όχι δεν είναι πίνακας ζωγραφικής – Απλά… το ηλιοβασίλεμα της Καλαμάτας!

Όχι δεν είναι πίνακας ζωγραφικής – Απλά… το ηλιοβασίλεμα της Καλαμάτας! 

Όχι δεν είναι πίνακας ζωγραφικής - Απλά... το ηλιοβασίλεμα της Καλαμάτας! (pics)

Το ηλιοβασίλεμα είναι από τις ομορφότερες στιγμές του εικοσιτετραώρου για κάποιον που θέλει να ρεμβάσει στην Καλαμάτα.

Ειδικότερα τώρα τον χειμώνα, όταν ο ήλιος πέφτει στη θάλασσα πιο νωρίς σε σχέση με το καλοκαίρι, δημιουργούνται μοναδικές εικόνες με αποχρώσεις που ξεπερνούν τη φαντασία.

Κάτι τέτοιο συνέβη τις τελευταίες μέρες, με τον ήλιο να δημιουργεί ένα είδος… πυρκαγιάς στον Μεσσηνιακό ουρανό.

Πηγή: Ελευθερία Καλαμάτας.

https://travel.eleftheriaonline.gr/travel/item/2050-ochi-den-einai-pinakas-zwgrafikhs-apla-to-hliobasilema-ths-kalamatas-pics

11-14 Αυγούστου: 3η Έκθεση Φωτογραφίας Τριφυλίας στους Αρμενιούς.

20 ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΕ ΦΛΑΜΙΝΓΚΟΣ. ΘΑΥΜΑΣΤΕ ΤΑ.

20 Gorgeous Flamingo Pictures and Facts

Φλαμίνγκο είναι τα πιο άμεσα αναγνωρίσιμα πουλιά στον κόσμο. Αλλά, τι είναι αυτό που τα κάνει να κλέβουν τις καρδιές  μας; Ρίξτε μια ματιά σε αυτές τις καταπληκτικές φωτογραφίες και διαβάστε  τα ενδιαφέροντα γεγονότα σχετικά με τα φλαμίνγκο:

Click on images to enlarge

Flamingos can be seen all over the world. From the Caribbean and South America, to Africa, the Middle East and Europe. 

flamingos
flamingos
The word ‘flamingo’ comes from the Spanish or Latin word, ‘flamenco’ which means fire. The word refers to its bright feathers.

…Για περισσότερες φωτογραφίες:

Μετά από αυτές τις φωτογραφίες θα θελήσετε να επισκεφθείτε την Ιαπωνία.

After Looking Through These Photos You’ll Want to Visit Japan

Click on the images to view them in their full size
1. Sagano Bamboo Forest, In Arashiyama
This spectacular forest is situated in Arashiyama, Japan’s second most popular tourist district in Kyoto. There is something incredibly serene and awe-inspiring when walking through the towering bamboo groves. It feels as though you are being transported to another world. Be warned though, it can get pretty crowded during the high season – this place is, after all, a must-see for anybody visiting the region.
2. Fields Of Shibazakura
The vibrant Shibazakura moss that grows over the Fuji Five Lakes area make this spot in Japan one to see. Every year, visitors flock to the Fuji Shibazakura Festival to see over 800,000 stalks of pink, white and purple moss covering field after field, stretching toward the spectacular site of Mount Fuji that lies in the background. The festival is held between April and June (depending on when the moss appears best) and is best seen in the early mornings.
3. Million Baby Blue Eyes In Japan’s Hitachi Seaside Park
This magnificent place is worth a visit at any time of the year – though September is probably the most ideal time to see a variety of flowers in bloom. If you’ve got your heart set on seeing these Baby Blue Eyes (as depicted in the photograph), be sure to plan your visit around April and May.
4. Natadera Temple In Winter
This ancient holy sight is beautiful at any time of year. Nevertheless, no season does this temple justice quite like winter. The temple is over 1300 years old. It was founded in 717 by a Buddhist monk who visited a nearby mountain in search of a goddess. Both Mount Hakusan and this temple remain the region’s most popular sites of worship today.
5. The Pagoda Of Seigantoji And Nachi No Taki Waterfall
The Pagoda of Seigantoji is the perfect combination of ancient history and breathtaking scenery. This three story high temple is an impressive sight to see all on its own. Yet, the fact that it lies just beside the Nachi no Taki waterfall (which is 430ft tall) makes a visit to this spot all the more spectacular.
6. Chureito Pagoda And Mount Fuji
A visit to Japan is not complete without a glimpse of the country’s most famous natural wonder. No view of the mountain is better than that from the Chureito Pagoda, a peace memorial that was built in 1963. Take our word for it, the climb up 400 steps is worth the effort.
7. A Rainy Day In Osaka
Rain or shine, a visit to Osaka will not disappoint. It is Japan’s second largest metropolitan area after Tokyo and is especially known for its striking architecture, bustling nightlife, tasty street food and of course, the Osaka Castle.
8. Keage Incline In Kyoto
The Keage Incline was once an important transport route during the Meiji Era – the remnants of an old railroad still remain to this day. When the cherry blossom is in bloom, the area becomes an especially magical place for a stroll. But don’t expect to be alone. This spot is incredibly popular with tourists and locals. If you’re interested in the canal’s history be sure to check out the free museum nearby.
9. Aogashima Island
Adventure seekers look no further than Aogashima Island. Situated in the Philippine Sea, 220 miles (350km) south of Tokyo, the only way to get to this island is by helicopter or boat. The island houses fewer than 200 inhabitants and is most well-known for its unique geological formation – the island has a volcanic crater at its center which sits in the middle of a second, larger volcanic crater. The journey to get to the island is long, yet rewarding, making a visit to Aogashima Island a truly memorable one.
10. Daigoji
Daigo means ‘ghee’ (purified butter). Its name is used as a figurative way of saying ‘crème de la crème’. This Buddhist temple is an important site for the Shingon sect of Japanese Buddhism and is one of the country’s many World Heritage Sites.
11. Red Autumn In Kyoto
From 794 to 1868, Kyoto was the country’s capital and the site of the emperor’s residence. Kyoto is an absolute treasure trove of Japanese history, culture, architecture and religion. If you only have time to visit one city in Japan, Kyoto should be it. It is best seen in the autumn, when the leaves turn into fabulous shades of orange, yellow and red.
12. Shirakawa Village
Located near Gokoyama village, Shirakawa is one of Japan’s UNESCO World Heritage Sites. It is a perfect day trip from Takayama and Kanazawa. If you’re looking for a more traditional experience, stay overnight at one of the characterful farmhouses in the village.
13. Bioluminescent Firefly Squid Illuminate The Toyama Bay
Toyama Bay is spectacular at any time, but when the Firefly Squid illuminate the bay it turns into a magical spot. This bay is one of the largest in Japan and each year it turns into an astounding natural spectacle when thousands of Firefly Squids emerge from the depths and surface to the shore. The bay lies north-west from Tokyo and can be reached with three to four hours by train. The journey will be worth the effort even if it takes double the time to get there.
14. Kifune Shrine Located At Sakyō-ku In Kyoto
The Kifune Shrine is located in Kyoto. It is sometimes also referred to the Kibune Shrine – Kibune meaning yellow boat, because according to legend, a goddess traveled in a yellow boat all the way from Osaka. The shrine is said to be built at the place where her journey came to an end. It is dedicated to the god of water and rain. Making this visit all the more fascinating? Visitors can obtain a written fortune that reveals their secret messages only when dipped into water.
15. Tea Garden Near Mt. Fuji
In traditional Japanese culture, tea plays a significant role. In fact, green tea is one of the most commonly consumed beverages in Japan – it is often drank in a powdered from known as matcha. A visit to the country is not complete without trying a cup of this tea. And for an authentic experience, be sure to sit in on a traditional tea ceremony, or visit one of the country’s tea farms (particularly those located near Mount Fuji).
Images and Content Source

10 από τα πιο όμορφα κτίρια σ΄ όλο τον κόσμο. Και πρώτα-πρώτα ο Παρθενώνας.

Discover the World’s Most Impressive Architecture

Like sculptures and paintings, buildings, as you’re about to see, can also be wonderful pieces of art. All around the world, you can find stunning architecture that will simply take your breath away. The following 10 buildings are some of the most impressive examples we could find – If you love architecture, you’re in for a real treat here:

1. The Parthenon, Athens, Greece

The Parthenon is a temple that can be found on the Athenian Acropolis in Greece. This amazing piece of architecture was dedicated to the goddess Athena, who was the patron of this great city. Although it was partially destroyed in 1687, it’s still a fine example of Greek architecture. In fact, some of its decorative sculptures are considered to be masterpieces of Greek art. To this day, the Parthenon is an enduring symbol of Athenian democracy, Ancient Greece, Western civilization, and one of the world’s greatest cultural monuments.

2. The Forbidden City Temple, Beijing, China

The Forbidden City, located in the center of Beijing, China, was the Chinese imperial palace from the Ming dynasty, right up to the end of the Qing dynasty (1420-1912). This remarkable building served as the political and ceremonial center of the Chinese government, as well as the home of many emperors and their households. This complex consists of 980 different buildings, which were constructed over a period of 14 years. In 1987, the Forbidden City was declared a World Heritage Site, and is listed by UNESCO as having the world’s biggest collection of preserved ancient wooden structures.

3. The Innovation, Science, and Technology Building, Florida Polytechnic University, USA

This stunning building can be found at the north end of the campus’ lake, and serves as the centerpiece and anchor of the university itself. The building’s core program of laboratories and classrooms are organized around two curved corridors. The outer rooms consist of non-technical teaching labs which receive a lot of natural light and have an incredible view across the lake. The inner rooms are made up of the science and research labs, which are full of heavy mechanical systems which are a marvel in themselves. This building also has a common area which is used for lectures, ceremonies, performances, demonstrations, formal dinners, and school dances.

4. Casa Milà, Barcelona, Spain

Casa Milà is a modernist building found in Barcelona, Spain, which was the final private residence that was designed by the famous architect, Antoni Gaudi. It was built between 1906 and 1910, and, due to its unconventional appearance, is commonly called ‘La Pedrera,’ which means ‘open quarry.’ Casa Milà contains several structural innovations, such as a self-supporting stone front, an underground garage, columns and floors free of load-bearing walls, and various sculptural elements on the roof. In 1984, UNESCO declared this building a World Heritage Site.

5. Fallingwater, Pennsylvania, USA

Fallingwater, also known as the Kaufmann Residence, is a stunning piece of architecture that was designed by Frank Lloyd Wright in 1935. This magnificent home was built partly over a waterfall in the Laurel Highlands if the Allegheny Mountains. In 1966, it was declared a National Historic Landmark, and it has even been listed on the Smithsonian’s Life List of 28 places to visit before you die. Furthermore, in 2007, it ranked 29th on the list of America’s Favorite Architecture.

6. Notre Dame du Haut, Ronchamp, France

Notre Dame du Haut is a unique Roman Catholic chapel, located in Ronchamp, France. This structure is often listed as one of the most notable examples of 20th century religious architecture, and is regarded as one of Le Corbusier’s greatest achievements. To this day, the chapel is still in use as a religious building, and attracts around 80,000 visitors each year.

7. The Bibliotheque Sainte-Genevieve, Paris, France

Between 1838 and 1850, this library was designed and constructed under the guidance of architect Henri Labrouste. The glass and reading room (which can be seen above) has been described as ‘magisterial’ and the building itself is considered to be one of the greatest cultural buildings of the 19th century. The library itself contains a staggering 2 million documents.

8. The Sheats Goldstein Residence, Los Angeles, USA

Designed and built between 1961 and 1963 by John Lautner, the Sheats Goldstein Residence is located just a short distance away from the Beverly Hills border. This building was constructed from the inside out, and built into the sandstone face of the hillside. This exemplary house is a fine example of American Organic Architecture, that is an extension of the natural environment, and reflects the mind of the man who built it.

9. The TWA Flight Center, John F. Kennedy Airport, New York

The Trans World Airlines Flight Center, which opened in 1962, is the original terminal designed for Trans World Airlines by Eero Saarinen. At the time of construction, this terminal was one of the first to have enclosed passenger jetways, a central public address system, closed circuit television (CCTV), baggage carousels and scales, and electronic schedule boards. In 1994, both the exterior and interior were officially declared a New York City Landmark.

10. Casa Malaparte, Capri, Italy

Casa Malaparte, a house on Punta Massullo, on the eastern side of Capri, Italy, is one of the finest examples of Italian modern and contemporary architecture. The house was built in 1937 by the famous Italian architect Adalberto Libera. This remarkable building is a red masonry box which has reverse pyramidal stairs leading to the roof, which offers a stunning view of the surroundings. Despite being occasionally damaged by vandalism and natural elements, it has been expertly renovated and is now used for serious study and cultural events.

Source: izismile

http://www.ba-bamail.com/content.aspx?emailid=26212

Πανέμορφες ανθισμένες κερασιές από όλο τον κόσμο. Εντυπωσιακές φωτογραφίες που αναδεικνύουν την ομορφιά τους.

The Beauty of Cherry Blossoms Captured Around the World.

There is no better time of year than spring. The season that promises warmer weather, sunnier, and longer days also brings with it a new form of life, in particular, beautiful flowers. One such flower we are lucky enough to see at this time of year is the cherry blossom. Here’s a collection of some of the most stunning images that showcase the beauty of these lovely trees.

Click on images to enlarge
1. Tokyo, Japan
2. Nara, Japan
3. Tokyo, Japan
4. Paris, France
5. Meguro River, Japan
6. Brooklyn Botanical Gardens, New York
7. Washington, USA
8. Kunming, China
9. Stockholm, Sweden
10. Meguro River, Japan
11. Kyoto, Japan
12. Paris, France
13. Kyoto, Japan
14. Bonn, Germany

Η Άνοιξη ήρθε νωρίς στην ανατολική Ιαπωνική πόλη της Kawazu, την μικρή πόλη με τις 8.000 κερασιές.

Άνοιξη ήρθε νωρίς στην ανατολική ιαπωνική πόλη της Kawazu. Η μικρή πόλη, που βρίσκεται στα περίχωρα του Τόκιο, είναι διάσημη για τις 8000 κερασιές της, που ανθίζουν νωρίτερα κάθε χρόνο. Τα καταπράσινα τοπία που καλωσορίζουν εκατομμύρια επισκέπτες κάθε Φεβρουάριο είναι εξαιρετικά ρομαντικά.

Τα λουλούδια είναι γνωστή ως Sakura στα ιαπωνικά, που συνήθως ανθίζουν στα τέλη Μαρτίου ή αρχές Απριλίου, αλλά το δέντρο Kawazu ανήκει σε ένα μόνο τύπο της ποικιλίας των λουλουδιών, διαφορετικό από τις άλλες. Μια μικρή ατμομηχανή παίρνει τους επιβάτες σε ένα ταξίδι μέσα από ευωδιαστά αρώματα. Τη νύχτα, τα δέντρα φωτίζονται από προβολείς, και τις αντανακλάσεις τους χορεύοντας στα γαλήνια νερά του Izu.

Τα άνθη της κερασιάς είναι πολιτιστικά σημαντικό σύμβολο στην Ιαπωνία. Η παροδική φύση της ομορφιάς της, ταυτίζεται με τη συντομία της ζωής, όχι μόνο έτσι ώστε να αντιπροσωπεύουν την αποδοχή του κάρμα και του πεπρωμένου, αλλά τον ενδεχόμενο θάνατο του ξενιστή. Για τους λόγους αυτούς, συχνά εμφανίζονται στην ιαπωνική τέχνη και έγινε μια εικόνα που προσδιορίζει την ίδια τη χώρα.

Περισσότερες πληροφορίες: Kawazu Τουρισμού

Φωτογραφία:  Kyodo News

Εικόνα:  tsumizo

Εικόνα:  Μίκα

Φωτογραφία:  Sankei φωτογραφία

Εικόνα: Saya

Εικόνα:  Μίκα

Εικόνα:  toshizou02

Εικόνα:  yulies12

Εικόνα:  phos1comnet

Εικόνα:  Irodori