Αρχείο κατηγορίας ΤΡΥΦΕΡΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

Η Σαπφώ Νοταρά διαβάζει το Χριστουγενιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: “Έρωτας στα χιόνια”.

Παπαδιαμάντης -Νοταρά

επιμέλεια: Αναστασία Λεοντή

O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι γιορτινές ημέρες.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου 1851 και πέθανε στη Σκιάθο στις 3 Ιανουαρίου 1911.Έρχεται στη  σκέψη μας τις ημέρες των εορτών, που ο ίδιος περιγράφει και αισθάνεται με την αγνότητα, την πνευματικότητα και την σπάνια ευαισθησία που υπάρχει σε ολόκληρο το λογοτεχνικό του έργο. Κοντά στις Γιορτές και μετά από ολόκληρα 109 χρόνια από τον θάνατο του, διαλέξαμε μια φωτογραφία του, που «τράβηξε» ο λογοτέχνης σύγχρονος του Παύλος Νιρβάνας, το αυτοβιογραφικό του σημείωμα, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Πολιτεία» από τον Γιάννη Βλαχογιάννη στις 13 Σεπτεμβρίου 1925, ένα απόφθεγμα του και το διήγημα «Ο έρωτας στα χιόνια» (1985).(Κρατήσαμε την ορθογραφία του Παπαδιαμάντη).

«Μεταξύ όλων των επαγγελμάτων, εις όλον το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας, καθώς και του πατριωτισμού».

Αυτοβιογραφικό σημείωμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

«Εγεννήθην εν Σκιάθω τη 4 Μαρτίου 1851. Εβγήκα από το Ελληνικόν Σχ(ολείον) εις τα 1863, αλλά μόνον το 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄και Β΄τάξιν. Την Γ΄εμαθήτευσα εις Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου, κ’ έμεινα εις την πατρίδα. Κατά  Ιούλιον του 1872 επήγα εις το Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τω 1873 ήλθα εις Αθήνας κ’ εφοίτησα εις την Δ΄ του Βαρβακείου. Τω 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, όπου ήκουσα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας.

Μικρός εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, κ’εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τω 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τω 1879 εδημοσιεύθη η Μετανάστις,έργον μου, εις τον Νεολόγον Κ/πόλεως. Τω 1881 έν θρησκευτικόν ποιημάτιον εις το περιοδικόν Σωτήρα.Τω 1882 εδημοσιεύθη Οι Έμποροι των Εθνών εις το  Μη χάνεσαι. Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά κ’ εφημερίδας».

Προτείνομε να ακούσετε την Σαπφώ Νοταρά να διαβάζει Παπαδιαμάντη

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ

Καρδιά του χειμώνος. Χριστούγεννα, Άης Βασίλης, Φώτα.

Και αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της δυστυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:

− Σεβντάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς …· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.

Το έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν  ως παρατσούκλι: «Ο μπαρμπα−Γιαννιός ο Έρωντας».

Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Μασσαλίαν.

Είχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομβαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Είχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είταείχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Είχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Μασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν , ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.

Κανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Είχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.

Και αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:

Σοκάκι μου μακρύ−στενό, με την κατεβασιά σου,

κάμε κι  εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,

δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.

Χειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Επάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. Η πρωία ενθύμιζε το δημώδες:

Βρέχει, βρέχει και χιονίζει,

κι ο παπάς χειρομυλίζει.

Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα−Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον η ανεμόμυλον, κι επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.

Και είχε πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Εγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Είχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κι ένα γαιδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαιδουράκι της. Μόνον τον μπαρμπα−Γιαννιόν δεν αγαπούσε.

Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.

Και είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας λαϊδας της Μασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Και είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.

Συχνά, όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσάν της ν’ αλέθη, ι’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαιδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.

− Να είχεν ο έρωτας σαϊτες!… να είχε βρόχια… να είχε φωτιές… Να τρυπούσε με τις σαϊτες του τα παραθύρια… να ζέσταινε τις καρδιές… να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια… Ένας γερο−Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.

Εφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο−Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοτσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Εξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Μαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοτσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και οι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο−Φερετζέλη.

Την άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κι εμορμύριζεν:

− Ένας Θεός θα μας κρίνη… κι ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση. Και είτα μετά στεναγμού προσέθετε:

− Κι ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη.

Αλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες ασμάτιον:

Σοκάκι μου μακρύ−στενό, με την κατεβασιά σου,

κάμε κι εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Την άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.

− Άσπρο σινδόνι… να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού… ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας… να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.

Εφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, εν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Το καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Μασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και ξετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου. Ν’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Να σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαιδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!

Την άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παρά ποτέ.

Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.

Χειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Υγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.

Ηύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Επιάσθη από το αγκωνάρι. Εκλονήθη. Ακούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Εμορμύρισε:

− Να είχαν οι φωτιές έρωτα!… Να είχαν οι θηλιές χιόνια…

Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.

Πάλιν εκλονήθη. Επιάσθη από τον παραστάτην μιάς θύρας. Κατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Το ρόπτρον ήχησε δυνατά.

− Ποιος είναι;

Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Ευλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς η κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;

Επάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Χριστούγεννα, Άης−Βασίλης, Φώτα, παραμοναί. Καρδιά του χειμώνος.

− Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.

Το παράθυρον έτριξεν. Ο μπαρμπα−Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Το παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Μίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!

Ο μπαρμπα−Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Εδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμά του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:

«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ−στενό σοκάκι!…»

Μόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Εχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.

− Και εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε… ζωντανό σοκάκι.

Εξεπιάσθη από την λαβήν του. Εκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Εξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.

Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Εύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.

«Είχαν οι φωτιές έρωτα!… Είχαν οι θηλιές χιόνια!»

Και το παράθυρον προ μιάς στιγμής είχε κλεισθή. Και αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.

Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Κ’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Και η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον.

Και ο μπαρμπα−Γιαννιός άσπρισεν όλος, κι  εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και ξετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.

Ωδή στα χέρια της μάνας – πρόσφυγα, με αφορμή τη σημερινή Γιορτή της Μητέρας.

Η μάνα – πρόσφυγας μέσα από συγκλονιστικές φωτογραφίες

Ωδή στα χέρια της μάνας – πρόσφυγα, που με αυτά καλείται όχι μόνο να πάρει το παιδί της από τη δίνη του πολέμου και να το κουβαλήσει μέσα από δύσβατα μονοπάτια και αγριεμένες θάλασσες, αλλά και να το προστατέψει εκεί που θα καταλήξει, αποτελεί το φωτογραφικό αφιέρωμα που παρουσιάζει το πρακτορείο Reuters με αφορμή τη σημερινή Γιορτή της Μητέρας. Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες λένε από μόνες τους τι σημαίνει μητέρα.

tvxs.gr

ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 24 ΚΑΙ 25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΟΝ «ΙΑΝΟ» ΤΗΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑΣ.

Φωτογραφία του Nikos Ianos.

ΕΥΧΟΜΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΜΕ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΟΛΑ ΥΓΕΙΑ. ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΝΑ ΓΙΟΡΤΑΣΟΥΜΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΠΡΩΙ ΜΕ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ ΜΟΥΣΙΚΗ.

Sigrid Agren: Perfume Nymph. Aρωμα νυμφη.

Sigrid Agren: Perfume Nymph

The Supermodel Channels Her Inner Deity for Santiago & Mauricio’s Feverish Film

“I imagined myself as a surreal creature: a kind of fairy who could move through space with elegance, almost taking flight with every step,” says Sigrid Agren of her mythological role in a pulsating short from sibling directors Santiago & Mauricio. The pair cast the French-Swedish model in a vintage Rodarte gown, and describe the film as a “moving human painting,” taking visual cues from William-Adolphe Bouguereau, Mannerist art, and the work of the Pre-Raphaelites. Agren, who has just walked the FW14 runways for Dolce & Gabbana and Gucci and has fronted campaigns for Céline, Chloé and Prada, used a trampoline to assist her leaps—showering the set with glitter in the process. The title, Sillage, originated as a term used by perfumers to describe a scented trail from a fragrance wearer: “Scent is one of the most powerful and primitive of senses as it is directly connected to our inner animal,” muse the directors and regular NOWNESS contributors, whose piece marks our fourth anniversary. “It’s something that hangs in the air intangibly, and just as you begin to get a fix on it, it’s gone.”

Η ωραιότερη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Κάρολου Ντίκενς, σε κινούμενα σχέδια.

Χριστουγεννιάτικη Ιστορία - Η πρωτότυπη έκδοση του 1843

Χριστουγεννιάτικη Ιστορία – Η πρωτότυπη έκδοση του 1843

 

Διήγημα του Κάρολου Ντίκενς, που δημιούργησε τον μοναδικό μεγάλο χριστουγεννιάτικο μύθο της σύγχρονης λογοτεχνίας. Ο πρωτότυπος τίτλος του είναι A Christmas Carol (Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα). Το βιβλίο κυκλοφόρησε στις 19 Δεκεμβρίου 1843 και αμέσως έγινε μεγάλη επιτυχία. Μόλις την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του πούλησε 6.000 αντίτυπα, ασύλληπτο νούμερο για την εποχή εκείνη.

Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, ένας ηλικιωμένος τσιγκούνης, που δεν αισθάνεται συμπόνια για κανέναν από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Στο μυαλό του οι άνθρωποι υπάρχουν μόνο για να του προσφέρουν χρήματα, ενώ απεχθάνεται τα Χριστούγεννα, καθώς θεωρεί ότι προσθέτουν ένα ακόμα χρόνο στην πλάτη του, χωρίς να τον κάνουν πλουσιότερο.

Την παραμονή κάποιων Χριστουγέννων, ο Σκρουτζ δέχεται έναν απρόσκλητο επισκέπτη. Είναι το φάντασμα του νεκρού συνεργάτη του Τζέικομπ Μάρλεϊ, τσιγκούνη και μίζερου, όπως ο Σκρουτζ, που τον προειδοποιεί να αλλάξει χαρακτήρα για να μην έχει την ίδια κατάληξη με αυτόν. Στη συνέχεια, τον επισκέπτονται τα τρία φαντάσματα των Χριστουγέννων και του υποδεικνύουν τα λάθη του, βοηθώντας τον να αγγίξει τη μετάνοια. Μετά την εμπειρία αυτή, ο πρώην εκμεταλλευτής Σκρουτζ αλλάζει άρδην τη συμπεριφορά του και μετατρέπεται στον μεγαλύτερο ευεργέτη της πόλης του.

Το βιβλίο διατρέχουν τα δύο θέματα, που έχουν κομβική σημασία στο έργο του Ντίκενς: η κοινωνική αδικία και η συνακόλουθη φτώχεια, δύο από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της βικτωριανής Αγγλίας, που βίωνε τον άκρατο καπιταλισμό της Βιομηχανικής Επανάστασης. Ο σπουδαίος άγγλος συγγραφέας το έγραψε σε μία περίοδο, που βρισκόταν και αυτός σε εξαιρετικά άσχημη οικονομική κατάσταση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δεθεί συναισθηματικά με τους ήρωες της ιστορίας του, δίνοντας εξαιρετική ζωντάνια στην αφήγηση. Μάλιστα, ο ίδιος έλεγε, ότι καθώς έγραφε γελούσε κι έκλαιγε ξανά και ξανά.

Το βιβλίο του Ντίκενς ζέστανε τις καρδιές των ανθρώπων και συνεισέφερε στην αναζωογόννηση των Χριστουγέννων ως γιορτή αγάπης και συμπόνοιας, σε μια περίοδο απόλυτης ένδειας για την εργατική τάξη της Αγγλίας. Ο ίδιος πίστευε σε μία «φιλοσοφία Χριστουγέννων», δηλαδή ότι το πνεύμα των Χριστουγέννων πρέπει να κυριαρχεί όλο τον χρόνο στις σχέσεις των ανθρώπων.

Το διήγημα του Ντίκενς από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του κέρδισε τους κριτικούς, ενώ επαινέθηκε και από τους ομοτέχνους του, με προεξάρχοντα τον Γουίλιαμ Μέικπις Θάκερεϊ, που δεν φείσθηκε επαίνων. Στον αντίποδα, ο σύγχρονος αμερικανός φιλόσοφος Μάικλ Λέβιν, έγραψε μία κριτική του έργου από νεοφιλελεύθερη σκοπιά, για να καταγγείλει τα «μεγάλα ψέμματα» του Ντίκενς και να  υπερσπισθεί τον Σκρουτζ «ως ένα επιχειρηματία του οποίου οι ιδέες και πρακτικές ωφελούν, όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και τους υπαλλήλους του και την κοινωνία εν γένει».

Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία γνώρισε πολλές μεταφορές στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, το θέατρο και την όπερα. Ο Σκρουτζ Μακ Ντακ, ο πάμπλουτος τσιγγούνης ήρωας του Γουόλτ Ντίσνεϊ, έχει σημείο αναφοράς τον Εμπενίζερ Σκρουτζ.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/484#ixzz2Fw25H9T8

3η ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ. ΕΝΑ ΤΡΥΦΕΡΟ ΜΗΝΥΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΦΙΛΙΑΤΡΑ ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

Κάθε άνθρωπος είναι φτιαγμένος – από τη φύση του – να κοιτά ψηλά, να οραματίζεται και να προσπαθεί ν’ αγγίξει το όνειρο του.
Για να το πετύχει , όμως, χρειάζεται φτερά που θα τον βοηθήσουν να οδηγηθεί γρηγορότερα και ευκολότερα στον στόχο του.
Τα φτερά είναι οι ικανότητες του καθενός. Κάποιοι όμως έχουν φτερά μικρά και αισθάνονται διαφορετικοί.
Παρ’ όλα αυτά, μπορούν και εκείνοι ν’ ανέβουν ψηλά. Το μόνο που χρειάζονται είναι να έχουν κοντά τους ανθρώπους που θα τους μάθουν ν’ ανοίγουν τα φτερά τους και να πετούν όλο και πιο ψηλά.


Τα άτομα με ειδικές ανάγκες έχουν τα δικά τους μοναδικά και ιδιαίτερα φτερά.
Ας βοηθήσουμε όλοι μαζί να γίνει το πέταγμα τους ένα υπέροχο ταξίδι γεμάτο εμπειρίες ζωής.

Το Προσωπικό και οι μαθητές
του Εδικού Δημοτικού Σχολείου Φιλιατρών.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΑμεΑ – 3 ΔΕΚΕΜΒΡΗ

Κινητοποίηση στην Ομόνοια στις 9.30 π.μ.

Σε ξεσηκωμό καλούν τη ΔευτέραΠαγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία (3 Δεκέμβρη) όλους τους ανάπηρους, τους χρονίως πάσχοντες και τις οικογένειές τους η Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα Αναπήρων (ΣΕΑΑΝ) και ο Ενιαίος Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων ΑμεΑ Αττικής.

Η ΣΕΑΑΝ κι ο Ενιαίος Σύλλογος αποφάσισαν σε πρόσφατη σύσκεψη να οργανώσουν κινητοποίηση στις 9.30 π.μ. στην Ομόνοια διεκδικώντας αποκλειστικά δημόσιες και δωρεάν υπηρεσίες Υγείας και Πρόνοιας για όλους, να μην πληρώνουν οι ανάπηροι κι οι χρόνια πάσχοντες για φάρμακα, θεραπείες, θεραπευτικά υλικά, να χρηματοδοτηθούν άμεσα από τον κρατικό προϋπολογισμό ο ΕΟΠΥΥ, τα δημόσια νοσοκομεία, όλες οι δομές Πρόνοιας και Ειδικής Αγωγής.

ΔΗΜΟΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ 3/12/2012
ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΗΜΑΡΧΟΥ.

Την 3η Δεκεμβρίου 1992 η Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. υιοθέτησε το πρόγραμμα δράσης για τα άτομα με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ). Από τότε η 3η Δεκεμβρίου έχει καθιερωθεί ως παγκόσμια ημέρα ατόμων με ειδικές ανάγκες.
Κάθε άνθρωπος δικαιούται να κοιτάζει ψηλά, να οραματίζεται και να προσπαθεί να αγγίξει το όνειρό του. Το πέταγμα των ΑΜΕΑ θα γίνει πιο όμορφο όταν εμείς ως άτομα και κοινωνία σταθούμε δίπλα τους και τα βοηθήσουμε, πετάξουμε μαζί τους.
Στις σύγχρονες, πολιτισμένες κοινωνίες τα ΑΜΕΑ έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις (όταν μπορούν και τις εκπληρώνουν) με όλους τους άλλους και ο βαθμός που διασφαλίζεται αυτή η αρχή δείχνει και το πολιτιστικό επίπεδο που βρίσκεται η κάθε χώρα.
Η αναγνώριση των δικαιωμάτων των ΑΜΕΑ είναι αδιαπραγμάτευτο συνταγματικό δικαίωμα κάθε πολιτισμένης κοινωνίας.
Η σημερινή ημέρα θυμίζει στις κυβερνήσεις, οργανισμούς και κυρίως στις κοινωνίες την υποχρέωση να εστιάσουν την προσοχή τους στα δικαιώματα και στις δυνατότητες των ατόμων αυτών και να υποστηρίζουν ενεργά την αξιοπρέπεια και ευημερία τους.
Στα πλαίσια εορτασμού της ημέρας αυτής ο Αντιδήμαρχος Παιδείας κος Ιωάννης Μερκούρης επισκέφθηκε τις σχολικές μονάδες ειδικής αγωγής Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. και Ειδικό Σχολείο και συζήτησε με τους εκπαιδευτικούς και μαθητές καταδεικνύοντας το συνεχές και αμείωτο ενδιαφέρον της Δημοτικής Αρχής για τους μαθητές αυτούς.

Από το Δήμο Τριφυλίας

Από το Κοπανάκι και τα χωριά όλης της Τριφυλίας