Αρχείο κατηγορίας ΠΟΙΗΣΗ

Μενέλαος Λουντέμης, 40 χρόνων από το θάνατό του. …Οδός Αβύσσου αριθμός 0, Συννεφιάζει, Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος…

«Μενέλαος Λουντέμης (1906-1977)» του Φίλιππου Φιλίππου.Εκτύπω

«Μενέλαος Λουντέμης (1906-1977)» του Φίλιππου Φιλίππου

Το 2015 επανεκδόθηκαν αρκετά βιβλία του Μενέλαου Λουντέμη από τις εκδόσεις Πατάκη (πήραν τη σκυτάλη από τα Ελληνικά Γράμματα και τον Δωρικό), ανάμεσά τους τα κλασικά Οδός Αβύσσου αριθμός 0, Συννεφιάζει, Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος…, Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους, Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα. Το 2016 επανεκδόθηκε το Άπαντα τα ποιητικά (περιλαμβάνει τις ποιητικές συλλογές Κραυγή στα πέρατα, Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί, Το σπαθί και το φιλί, Κοντσέρτο για δυο μυδράλια κι ένα αηδόνι, Πυρπολημένη μνήμη, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς), ενώ για το 2017, την επέτειο των 40 χρόνων από το θάνατό του, πρόκειται να εκδοθεί το Θησέας, ένα βιβλίο για παιδιά και εφήβους.

Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε στην Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας, κοντά στη Νικομήδεια. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτρης Βαλασιάδης και προερχόταν από εύπορη οικογένεια της Πόλης που χρεοκόπησε μετά από την εγκατάστασή της στο ελληνικό κράτος. Το μοναδικό αγόρι από τα πέντε παιδιά του Γρηγόρη Μπαλάσογλου (που με την εγκατάστασή του στην Ελλάδα έγινε Βαλασιάδης) και της Δόμνας Τσουφλίδη έζησε την παιδική του ηλικία στα Βοδενά (Έδεσσα) και αργότερα στη Θεσσαλονίκη. Ορφανός από μικρός, μπήκε στη βιοπάλη και αναγκάστηκε να κάνει διάφορες δουλειές (μικροπωλητής, ψάλτης, δάσκαλος, εργάτης σε κεραμοποιία). Αργότερα, κατέβηκε στην Αθήνα και αμέσως μπήκε στους κύκλους των αριστερών διανοουμένων, οι οποίοι σύχναζαν στη λέσχη «Σαν Σουσί» της οδού Πατησίων. Αυτό έγινε την περίοδο 1926-1930, όταν στην Ελλάδα αναπτυσσόταν μια «προλεταριακή» λογοτεχνία που θύμιζε τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» που προερχόταν από τους συγγραφείς της Σοβιετικής Ένωσης (Μαξίμ Γκόρκι), αλλά και την ανάλογη ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Κνουτ Χάμσουν, Παναΐτ Ιστράτι).

Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές στην Αγροτική Ιδέα της Έδεσσας το 1927 και το 1928, τις οποίες υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα (Τάκης Βαλασιάδης). Γύρω στο 1930 δημοσίευσε ποιήματα και διηγήματα στο περιοδικό Νέα Εστία. Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμό του ήταν το 1934 στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια».

Στην Κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και εντάχθηκε στο ΕΑΜ. Μετά την Απελευθέρωση έγινε γραμματέας του ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών, θέση που κατείχαν πριν από αυτόν ο Θέμος Κορνάρος, ο Νίκος Καββαδίας κι ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου εξορίστηκε στη Μακρόνησο και τον Αϊ-Στράτη και το 1956 πέρασε από δίκη για το βιβλίο του Βουρκωμένες μέρες, μια συλλογή διηγημάτων, όπου κατά το κατηγορητήριο «αναφέρονται προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας». Ήταν η εποχή του λεγόμενου «ελληνικού μακαρθισμού», όταν οι υπηρεσίες Ασφαλείας δημιούργησαν ειδικό γραφείο διώξεων του βιβλίου, των συγγραφέων και των εκδοτών. Στη δίκη του οι μάρτυρες κατηγορίας υποστήριξαν πως το συγκεκριμένο βιβλίο προπαγάνδιζε τις πολιτικές του ιδέες, έθιγε την έννοια του Κράτους, κλόνιζε την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη και καλλιεργούσε «το μίσος μεταξύ των μαζών». Αντίθετα, οι μάρτυρες υπεράσπισης, όλοι σημαντικοί εκπρόσωποι της ελληνικής πνευματικής ζωής (Γιώργος Θεοτοκάς, Κώστας Βάρναλης, Στρατής Δούκας, Ασημάκης Πανσέληνος, Κώστας Κοτζιάς),υποστήριξαν πως το βιβλίο του είναι ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον.

Στην παρέμβαση του προέδρου του δικαστηρίου, ο οποίος του είπε «αν πράγματι νιώθεις στοργή για το παιδί και τη γυναίκα σου, θα ’πρεπε να ’χεις κάνει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ», ο Λουντέμης απάντησε με μια ιστορικής αξίας φράση: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια [του ανθρώπου] δύο. Δεν θα τα κάνω εγώ τέσσερα».

Από το 1958 ως τη μεταπολίτευση του 1974 έζησε αυτοεξόριστος στη Ρουμανία. Στο μεταξύ, το 1962 το ελληνικό κράτος του αφαίρεσε την ιθαγένεια με βάση κάποιο Βασιλικό Διάταγμα, διότι «κατά την εποχή του συμμοριτοπολέμου έδρασεν αντεθνικώς εις το εξωτερικόν», κάτι ανακριβές, αφού εκείνη την περίοδο ήταν εξόριστος σε νησί. Επανήλθε στην Ελλάδα, μετά την πτώση της απριλιανής δικτατορίας, μα δεν πρόλαβε να χαρεί την επιστροφή του. Πέθανε ενώ οδηγούσε, από καρδιακή προσβολή, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου του 1977, λίγους μήνες μετά την επιστροφή του από τη Ρουμανία.

Ο Λουντέμης ήταν πολυγραφότατος και κάλυψε όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου (πεζογραφία, ποίηση, δοκίμιο, θέατρο, παιδική λογοτεχνία, μετάφραση). Οι ήρωές του ήταν συνήθως άτομα περιθωριακά, αλήτες, μποέμ, άνεργοι, όπως εκείνοι του Δημοσθένη Βουτυρά. Έγραψε επίσης βιβλία για τρεις πνευματικές μορφές της Ελλάδας, τον Μιλτιάδη Μαλακάση, τον Κώστα Βάρναλη και τον Άγγελο Σικελιανό. Από τη δεκαετία του ’50 και μετά, εγκατέλειψε τους ήρωες του κοινωνικού περιθωρίου και ασχολήθηκε με τους εργάτες και τους κατατρεγμένους αγωνιστές της Αριστεράς, αλλά και με τους αιρετικούς αριστερούς. Κατέγραψε σε λογοτεχνική μορφή τα μαρτύρια των εγκλείστων στη Μακρόνησο στο μυθιστόρημα Οδός Αβύσσου αριθμός μηδέν. Σύμφωνα με την πλοκή, στον αριθμό Μηδέν της οδού Αβύσσου δεν μένουν µόνο δήµιοι και θύµατα. Σε αυτή την κοινωνία της παράνοιας, διαβάζουμε, ανήκει και ο ασυμβίβαστος ιδεολόγος, ο µικροαπατεώνας, ο περιθωριακός βασανιστής, αλλά και ο ψευτοδιανοούµενος, ένας «ανανήψας» που απαγγέλλει ποίηση στους παλιούς συντρόφους του.

O ίδιος υποστήριζε πως δεν τον ενδιαφέρει η Τέχνη αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Στα έργα του, εκτός από τους απόκληρους της ζωής και τους αδικημένους, δίνει την προσωπική του οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου του έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου.

Ήταν ένας συγγραφέας που αγαπήθηκε από τους νέους της δεκαετίας του ’50 και του ’60, (ιδιαίτερα δημοφιλές έγινε το βιβλίο του Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα), μα και των επόμενων γενεών, παρά την εχθρότητα των κριτικών απέναντί του, οι οποίοι τον κατηγόρησαν για άκρατο λυρισμό και προσπάθεια να συγκινήσει το αναγνωστικό κοινό με τρόπο που αγγίζει τα όρια του μελό. Αυτό πάντως δεν απείχε από την πραγματικότητα, καθώς δεν κατάφερε να απαλλαγεί από τον λυρισμό που τον είχε ωθήσει να γράψει ποιήματα.

http://diastixo.gr/arthra/7068-menelaos-lountemis-filippou

Axtenisto Kadaifi

 «Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΛΟΥΝΤΕΜΗ»

» Το διάλειμμα είχε τελειώσει. Ο Πρόεδρος χτύπησε μερικές φορές το κουδούνι για να γίνει ησυχία και είπε με βαριά. Βραχνιασμένη φωνή.
-Να περάσει ο επόμενος μάρτυρας. Κωνσταντίνος Βάρναλης.
-Κωνσταντίνος Βάρναλης!…επανέλαβε ο κλητήρας με ακόμα πιο δυνατή φωνή.
Ο δάσκαλος, που μόλις είχε μπει στην αίθουσα κοιτούσε με χλευασμό και απάθεια. Δεν περίμενε να τον ειδοποιήσουν. Μόλις το πληροφορήθηκε απ’τις εφημερίδες ντύθηκε τα γιορτινά του και ήρθε να υπερασπιστεί το συγγραφέα και το βιβλίο του. Δεν λογάριασε ούτε γηρατειά, ούτε φόβο, ούτε κρύο, ούτε κούραση. Διέσχισε τα πυκνά στίφη των πραιτοριανών πούχαν κυκλώσει ολόκληρο το τετράγωνο και μπήκε στην αίθουσα.
-Κωνσταντίνος Βάρναλης!.. ξανακούστηκε η φωνή του κλητήρα.
-Δάσκαλε εσένα φωνάζουν, του λέει ο Νίκος Παπάς.
-Εμένα; Τότε τι Κωνσταντίνος λέει αυτός ο… άιντε ας μη το πω…
-Περάστε κύριε Βάρναλη, είπε με κάποια ευγένεια ο Πρόεδρος που έκανε το διανοούμενο.
Ο δάσκαλος πλησίασε στην έδρα των δικαστών ορκίστηκε και άρχισε να μιλά:
-Δεν ήρθα εδώ για να υποστηρίξω απλώς το Λουντέμη. ΗΡΘΑ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΩ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ.
Γιατί αν οι αστυνομικές αρχές εξακολουθήσουν να επεμβαίνουν σε ξένα εδάφη, τότε δεν αποκλείεται να συλληφθεί και ένας επιστήμονας που μπορεί να πει π.χ. “η ατομική βόμβα θα καταργήσει τα σύνορα…”
-Βλέπω την αίθουσα του δικαστηρίου γεμάτη από άγνωστους νέους! Τη χαρά και την ελπίδα του καλύτερου Αύριον!
Δεν χάνεται η Ελλάδα όταν έχει τέτοια νεολαία, διάδοχο εκείνης που κατέβαζε τον αγκυλωτό σταυρό απ’την Ακρόπολη και εκείνης που βάδιζε στο Σκοπευτήριο τραγουδώντας: “Έχε για καημένε κόσμε…” Τι έτρεξε να δει και ν’ακούσει εδώ μέσα η νεολαία- η πνευματική και πολιτιστική ηγεσία ενός καλύτερου Αύριον; Δεν έτρεξε ν’ακούσει και να δει. Να συμπαρασταθεί ήρθε. Να δώσει τον παλμό της και τη σκέψη της βοήθημα και στήριγμα του Λόγου του Ελεύθερου, που τον έχετε καθίσει στο σκαμνί. Να σώσει το χρέος του Λόγου να ελέγχει και να φρονηματίζει και να οδηγεί το σύνολο στο δρόμο της εθνικής κάθαρσης της Πολιτείας. ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΓΕΝΙΚΑ, ΝΑ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΟ ΔΙΚΙΟ, ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ. ΤΟΠΕ ΚΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΕΥΡΥΠΙΔΗΣ ΜΕ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ: «ΒΕΛΤΙΟΥΣ ΤΕ ΠΟΙΟΥΜΕΝ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΑΣ ΕΝ ΤΑΙΣ ΠΟΛΕΣΙ».
Τι σημαίνει τούτο. Χτυπάμε το κακό και εξαιρούμε το καλό. Αυτό δε μπορεί να γίνει χωρίς έλεγχο του κακού. Κι αυτόν τον έλεγχο θέλησε να εμποδίσει η κατηγορούσα αρχή. Γιατί τον φοβάται. Έμμεσα υποστηρίζει τους αιτίους του κακού. Όλη σχεδόν η κατηγορία της εσχάτης προδοσίας (τι εύκολη κατηγορία σε καιρό παρακμής!) στηρίζεται σε μια μόνο φράση. Τη Ρηνούλα, την ηρωίδα του πρώτου διηγήματος του Λουντέμη, την κυνηγάν οι σάτυροι χαρτοπαίκτες, αλλά τη σώζουν οι εργάτες που δουλεύουν στο γειτονικό γιαπί. Και της λένε: “Μη φοβάσαι όσο βρίσκεσαι στα χέρια της εργατιάς”. Μ’αυτή τη φράση ο συγγραφέας συκοφαντεί όλην την αστικήν τάξην και υπογραμμίζει την αρετή της λαϊκής τάξης…
Μα τι να γίνει. Ο συγγραφέας έχει χρέος να λέει την αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι πως, πάντα στα χρόνια της παρακμής , η διαφθορά είναι προνόμιο εκείνων που έχουν τη δύναμη της “ευπόρου τάξεως”. Και ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι οι λαοί (ευτυχώς) διεφθαρμένοι. Αυτό είναι αλήθεια- κι αυτήν την αλήθεια είχε χρέος ο λογοτέχνης να μη τη διαστρέψει για λόγους “εξωτερικούς” (ας πούμε έτσι). ΕΝΑ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ, ΚΥΡΙΟΙ ΓΙΑ ΝΑΝΑΙ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΑ ΕΞΗΣ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ: ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΓΡΑΜΜΕΝΟ; ΛΕΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ; ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ; ΓΙΑΤΙ ΕΝΑ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΕΒΑΖΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ.
Ο Λουντέμης απαντά σωστά και στα τρία αυτά ερωτήματα…
-Είμαστε σύμφωνοι μ’ όλα αυτά, κύριε Βάρναλη, λέει διακόπτοντας το δάσκαλο ο Εισαγγελέας Κατεβαίνης. Πράγματι ένα έργο Τέχνης πρέπει να απαντά στα τρία αυτά ερωτήματα. Όταν όμως παραμορφώνεται η αλήθεια;
-Ποια αλήθεια; ρωτά όλο απορία ο δάσκαλος.
-Στο βιβλίο του Λουντέμη παραμορφώθηκε η αλήθεια και μάλιστα κατά τον χειρότερο τρόπο.
-Όχι!… φώναξε ο Βάρναλης. Δεν παραμορφώθηκε καμιά αλήθεια! Και μάλιστα ο Λουντέμης δεν είπε απ’αυτήν την αλήθεια στα βιβλία του παρά μόνο ελάχιστα ψίχουλα!
-Όταν γενικεύει μεμονωμένα περιστατικά και παρουσιάζει ολόκληρη την αστική τάξη διεφθαρμένη δεν είναι παραμόρφωση; είπε όλο θυμό ο Εισαγγελέας.
-Όχι!.. απάντησε κοφτά ο δάσκαλος. Δικαίωμά του είναι να γενικεύει! Δικαίωμα και καθήκον του! Σ’όλη την ιστορία της ανθρωπότητας διεφθαρμένος δεν είναι ποτέ ο λαός…
Εδώ επεμβαίνει ο Πρόεδρος και ρωτά κάτι.
-Πιο δυνατά! Φώναξε ο Βάρναλης φέρνοντας το χέρι στο αυτί του, σημάδι ότι δεν άκουσε την ερώτηση.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ… Κύριε μάρτυς είναι ένοχος ο κατηγορούμενος..
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (Με έμφαση): Ένοχος; Όχι! ΓΙΑ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΕΝΟΧΟΣ ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΑΡΝΗΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ; ΠΡΩΤΟΝ: ΖΩΝΤΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΔΙΚΙΑΣ ΜΕ ΠΟΙΟΥΣ ΘΑ ΠΑΕΙ; ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΔΙΚΗΤΕΣ Η ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΥΣ; ΔΕΥΤΕΡΟ: ΑΝ Ο ΛΑΟΣ ΠΕΣΕΙ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ ΜΕ ΠΟΙΟΥΣ ΘΑ ΣΥΝΤΑΧΘΕΙ; ΜΕ ΤΟΝ ΤΥΡΑΝΝΙΣΜΕΝΟ Η ΜΕ ΤΟΝ ΤΥΡΑΝΝΟ; ΚΑΙ ΤΡΙΤΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ: ΑΝ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΠΑΕΙ Σ΄ ΕΘΝΙΚΗ ΣΚΛΑΒΙΑ ΠΟΙΟΥΣ ΘΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ; ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ Η ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΚΤΗΜΕΝΟΥΣ;
Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια; Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος. (…)
[…] Έγινε ησυχία. Στην έδρα έτριξε αμήχανα κάποιο κάθισμα. Ένας σύνεδρος σηκώθηκε, στράφηκε κατά το μέρος που βρισκόταν ο δάσκαλος και λέει:
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό»…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ε;…
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Ο Συγγραφεύς -δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της- την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Καλά κάνει.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Δε θα μπορούσε, έξαφνα, να την παραδώσεις εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ποιονών. Των χωροφυλάκων;
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Βεβαίως.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Κύριε Βάρναλη…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν΄ αποσυρθείτε.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): ΚΟΙΤΑΞΤΕ ΜΗΝ ΤΥΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΘΩΩΣΕΤΕ «ΛΟΓΩ ΑΜΦΙΒΟΛΙΩΝ»! ΑΝ ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΣΑΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΝ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΕ ΤΟΝ!
Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!.
[…] Κάποτε το Δικαστήριο διέκοψε κι ο κόσμος άρχισε να βγαίνει. Ο δάσκαλος έτρεξε μέσα για να δει το Λουντέμη. Μάταια. Μόλις τελείωσε η δίκη τον φευγάτισαν κρυφά από μία μυστική θύρα του εσωτερικού της στοάς. Κανείς δεν τον αντιλήφθηκε. Μόνο ο Φώτης ο Πολυμέρης κάτι μυρίστηκε και έτρεξε μαζί με τον αδερφό του, σφουγκίζοντας τα μάτια τους. Τι θέαμα ήταν αυτό! Ο “αδερφός τους ο Μέλιος” δεμένος στα βαριά σίδερα σαν τον ληστή. Ο δάσκαλος καταστεναχωρημένος, βγήκε στο δρόμο όπου τα πλήθη περίμεναν άδικα να δουν τον αλυσοδεμένο συγγραφέα και χάθηκε μέσα σ’αυτά.»
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ο Μενέλαος Λουντέμης δικάστηκε το 1956 για “εσχάτη προδοσία”, λόγω μιας συλλογής διηγημάτων του. Η πηγή μας είναι το αξιόλογο βιβλίο του Λάμπρου Ζιώγα «Η Δίκη του Μενέλαου Λουντέμη».

Axtenisto Kadaifi

Axtenisto Kadaifi «Κάποια χρονιά που είχα συγκεντρωμένα στην Γ΄ ελληνικού πολλά καλά παιδιά, τους δίδαξα ολάκερο τον “Εθνικό Ύμνο” του Σολωμού, που δεν τον είχε το πρόγραμμα. Βρέθηκε αμέσως ο “επιστήμονας” του χωριού να με καταγγείλει στο υπουργείο ότι υπονομεύω την αθάνατον ημών γλώσσαν άτε διδάσκων εις τους παίδας τον “Εθνικόν Ύμνον!”. Πού να το φανταζότανε ο Σολωμός ότι ο ύμνος του θα μπορούσε να χρησιμέψει για τεκμήριο εθνικής προδοσίας. Και το υπουργείο με κάλεσε “εις απολογίαν!”.

 

Advertisements

Πρόγραμμα εκδηλώσεων των Φιλολόγων Μεσσηνίας. Η αρχή φέτος γίνεται από την Κυπαρισσία την Τετάρτη 8 Μαρτίου «Ημέρα της γυναίκας».

Παρουσιάσεις βιβλίων, ποίηση, θέατρο αλλά και λαογραφία στο φετινό πρόγραμμα εκδηλώσεων των Φιλολόγων Μεσσηνίας.

Το πρόγραμμα εκδηλώσεων του Συνδέσμου Φιλολόγων Μεσσηνίας για τη φετινή χρονιά παρουσίασε χθες το πρωί, σε συνέντευξη Τύπου, η πρόεδρός του Μαρία Τσαγκαράκη, ενώ μαζί της βρίσκονταν ο γραμματέας Βασίλης Μπαζάνης και ο υπεύθυνος για το οπτικοακουστικό υλικό, Γιώργος Σερεμετάκης.
Η αρχή φέτος γίνεται από την Κυπαρισσία την Τετάρτη 8 Μαρτίου «Ημέρα της γυναίκας» και ώρα 6 μ.μ., στην αίθουσα της βιβλιοθήκης του Γυμνασίου. Η εκδήλωση θα περιλαμβάνει δύο μέρη: αρχικά η πρόεδρος του Σ.Φ.Μ. Μαρία Τσαγκαράκη θα μιλήσει για τα γυναικεία στερεότυπα και την αναπαραγωγή της κυρίαρχης πατριαρχικής ιδεολογίας στον Ελληνικό Κινηματογράφο τα χρόνια 1950 – 1967, ενώ στο δεύτερο μέρος η Πέτη Γράμψα, φιλόλογος και μέλος του Συνδέσμου, θα παρουσιάσει το βιβλίο «Οι ζωές που δεν έζησαν – δεκατέσσερις μικρές ιστορίες γυναικών» .
Το Σάββατο 18 Μαρτίου, δύο ημέρες πριν από την «Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης» (20 Μαρτίου), στην αίθουσα συναυλιών του Δημοτικό Ωδείου Καλαμάτας (και ώρα 8.00 μ.μ.) η βραδιά θα είναι αφιερωμένη στην ποίηση και συγκεκριμένα στον ποιητή Αντώνη Φωστιέρη, τον οποίο και θα παρουσιάσει η σχολική σύμβουλος Πατρών, Παναγιώτα Ψυχογιοπούλου.
Η τρίτη εκδήλωση του Συνδέσμου θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 3 Απριλίου και θα είναι αφιερωμένη στο θέατρο. Στην αίθουσα του ΔΗΠΕΘΕΚ θα παρουσιαστεί η θεατρική παράσταση «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, ενώ θα ακολουθήσει συζήτηση με τον Φώτη Μακρή με προβληματισμό για τις ενέργειες των κομμάτων και κυρίως της «αριστεράς», που καταπιάνεται η παράσταση.
Για το Σάββατο 29 Απριλίου, στις 7.00 μ.μ., στο Πνευματικό Κέντρο, είναι προγραμματισμένα τα φετινά Θ’ Πολυδούρεια . Για πρώτη φορά φέτος θα τιμήσουν την, εν ζωή, ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, που πρόσφατα βραβεύτηκε από τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας. Παράλληλα, θα γίνει η απονομή βραβείου Ποίησης «Μαρία Πολυδούρη».
Η τελευταία προγραμματισμένη εκδήλωση του Συνδέσμου Φιλολόγων Μεσσηνίας αφορά ένα λαογραφικό διήμερο που είναι προγραμματισμένο για την Παρασκευή 26 & Σάββατο 27 Μαΐου και ώρα 7.00 μ.μ. στο Πνευματικό Κέντρο, ενώ θα είναι αφιερωμένο στο «Μανιάτικο Μοιρολόι» . Στην εκδήλωση θα βρίσκονται Μανιάτισσες μοιρολογίστρες, ο πρώην δήμαρχος Δυτικής Μάνης Δ. Γιαννημάρας ο οποίος είναι συλλέκτης σε μανιάτικα μοιρολόγια, ενώ η Γεωργία Ψαραδέλλη θα παρουσιάσει μελοποιημένα μανιάτικα μοιρολόγια.
Εκτός των ήδη προγραμματισμένων εκδηλώσεων, ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Μεσσηνίας θα συμμετέχει και σε άλλες δράσεις, με συνεργασία φορέων, αλλά και σε αρκετές παρουσιάσεις βιβλίων.

Του Κώστα Γαζούλη

ΔΕΥΤΕΡΑ 20 ΜΑΡΤΙΟΥ: ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΜΕΣΣΗΝΙΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΜΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ 2017.

Σχετική εικόνα

Ε Ν Ω Σ Η   Μ Ε Σ Σ Η Ν Ι Ω Ν   Σ Υ Γ Γ Ρ Α Φ Ε Ω Ν

Έτος  Ιδρύσεως 2000

Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας (Οδός Αριστομένους 35)

Τ.Κ.  24100 ΚΑΛΑΜΑΤΑ  τηλ. 2721088652−2721087778 –Fax 2721063502

Καλαμάτα,  15.2.2017

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η Ένωση Μεσσηνίων Συγγραφέων (ΕΜΣ) προγραμματίζει εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, η οποία θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 20 Μαρτίου, ώρα 7μμ στην Καλαμάτα, στο καφέ «Σταθμός». Κατά την εκδήλωση αυτή θα διαβαστούν και ποιήματα Μεσσήνιων ποιητών. Η ΕΜΣ καλεί κάθε Μεσσήνιο ποιητή που επιθυμεί να διαβάσει ποιήματά του να επικοινωνήσει με τα τηλέφωνα: 6972177597 ή 6936984727, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου. Τα θέματα των ποιημάτων μπορούν να αφορούν την ίδια την ποίηση ή να είναι ελεύθερα. Ο κάθε ποιητής θα επιλέξει μία μόνο κατηγορία.

Εκ μέρους του ΔΣ της ΕΜΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ: ΣΤΕΒΗ ΣΑΜΕΛΗ «ΠΛΑΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΘΑΛΑΣΣΑ».

Φωτογραφία της Sia Zaxou.

Φωτογραφία της Sia Zaxou.

Αυτή την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017 στις 5μμ. οι εκδόσεις Ιωλκός σας προσκαλούν στην παρουσίαση της δεύτερης ποιητικής συλλογής της Στέβης Σαμέλη με τίτλο «Πλασμένοι από θάλασσα»  στο «Θέσις 7 Art Cafe» (Αγίου Φιλίππου 7, Αθήνα Τηλ. 21 6900 0790) 

Σας περιμένουμε να μιλήσουμε για ανθρώπους πλασμένους από θάλασσα, σκοτεινούς και φωτεινούς συνάμα, ήμερους κι ανταριασμένους κατά τον καιρό της ψυχής τους.

«Πλασμένοι από θάλασσα είμαστε.
Πότε γλυκιά και ήμερη και πότε ανταριασμένη.
Κι εκεί που σκοτεινιάζουμε, πάλι χαμογελάμε…»

Η ποιήτρια είναι μέλος της Ένωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων

https://www.facebook.com/ εκδηλώσεις / 167015837121844 /

Ο Κωστής Παλαμάς και οι ύμνοι του προς τη Γυναίκα!.. 13 Ιανουαρίου 1859, γεννιέται ο ποιητής.

Ο Κωστής Παλαμάς και οι ύμνοι του προς τη Γυναίκα!..

Ο Κωστής Παλαμάς και οι ύμνοι του προς τη Γυναίκα!..

«Ώ Πηνελόπη, αγρύπνησα, ‘τί μου είχες γίνει ταίρι, / τη νύχτα ενός εξάμετρου μάς φώτιζε τ’ αστέρι, / γυναίκα, λύρα, και τα δυο κυρίαρχα, τόσο ωραία! / Όσο δεν είταν τρομερό το τόξο σου, Oδυσσέα!»  (Από το «K’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω», Eρμής 2001)

ΤΟ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ κάποιος για τον εθνικό μας ποιητή Κωστή Παλαμά, όπως θέλει να μιλήσει η ταπεινότητά μας, είναι σαν να θέλει να βάλει … αναμμένα κάρβουνα στο στόμα του! Και τούτο όχι από φοβία, άγνοια ή ατολμία, αλλά από ιερός δέος για την μεγάλη αυτή ποιητική μορφή, όπου κάθε στίχος αποτελεί αντικείμενο ειδικής μελέτης και διατριβής στα πανεπιστήμια! Ποιος ήταν, όμως, ο Κωστής Παλαμάς;

Επιγραμματικά θα λέγαμε πως ο Κωστής Παλαμάς είναι ο μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης. (Πάτρα 1859 – Αθήνα 1943). Καταγόταν από το Μεσολόγγι, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Το 1875 πήγε για σπουδές στην Αθήνα, όπου αρχίζει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα σε ημερολόγια της εποχής.

Οι πρώτες του ποιητικές συλλογές, είναι :»Τα τραγούδια της πατρίδος μου» (1886), «Ο ύμνος της Αθηνάς» (1889), «Τα μάτια της ψυχής μου» (1890), «Πατρίδες» (1895). Ακολουθούν σημαντικά έργα : «Ίαμβοι και Ανάπεστοι» (1897), «Ο Τάφος» (1898) «Η ασάλευτη ζωή» (1904), «Ο δωδεκάλογος του γύφτου (μεγάλο συνθετικό ποίημα)» (1907) , «Η φλογέρα του βασιλιά (επική σύνθεση σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο)» (1910). Το 1912 εξέδωσε δύο τόμους : «Οι καημοί της λιμνοθάλασσας» (1912), «Η πολιτεία και η μοναξιά» (1912), με την παραγωγή του που δεν είχε δημοσιεύσει ακόμα.

Στην εποχή του υπήρξε ηγετική μορφή στο πνευματικό πεδίο, και η ποιητική αξία του Παλαμά είναι μεγάλη. Έγραψε λιγοστά διηγήματα, αλλά ιδιαίτερη σημασία έχει το μοναδικό θεατρικό του έργο «Τρισεύγενη». Έχει επίσης γράψει ένα πλήθος άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά. Αγωνίστηκε με συνέπεια για τη δημοτική γλώσσα. Το 1898 αναγνωρίστηκε από τους Έλληνες λογοτέχνες ως ο καλύτερος ποιητής της γενιάς του, ενώ το 1925 τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.

Γωγώ Γαρυφάλλου. Η Ελληνίδα καλλονή με την αστραφτερή ομορφιά. Ο Κωστής Παλαμάς εξύμνησε πολύ την γυναικεία ομορφιά, όπως ακριβώς και πολλοί άλλοι Έλληνες λογοτέχνες , ποιητές ή πεζογράφοι!…

Οι ύμνοι του Παλαμά για τη Γυναίκα!..

Για το «Αιώνιο Θηλυκό», τη Γυναίκα, και μάλιστα για την Ελληνίδα Γυναίκα, ο Κωστής Παλαμάς έχει αφιερώσει εκατοντάδες στίχους και δεκάδες στροφές. Θα σταχυολογήσουμε, σαν πρώτη δόση, ορισμένους εξ αυτών και θα λέγαμε ν’ αρχίσουμε με ένα ποίημα που φέρει τον τίτλο: «Ύμνος των Αιώνων», όπου στο πρόσωπο της Ελληνίδας προσωποποιείται η ίδια η Ελλάδα μας. Διαβάζουμε:

Ύμνος των Αιώνων

Mητέρα μας πολύπαθη, ω αθάνατη,
δεν είναι μόνο σου στολίδι οι Παρθενώνες·
του συντριμμού σου τα σπαθιά στα κάμανε
φυλαχτά και στεφάνια σου οι αιώνες.

Kαι οι πέτρες που τις έστησε στο χώμα σου
το νικηφόρο χέρι του Pωμαίου,
κ’ η σταυροθόλωτη εκκλησιά από το Bυζάντιο,
στον τόπο του πολύστυλου ναού του αρχαίου,

Kι αυτό το κάστρο που μουγγρίζει μέσα του
της Bενετιάς ακόμη το λιοντάρι,
κι ο μιναρές που στέκει, της ολόμαυρης
και της πικρότατης σκλαβιάς απομεινάρι,

Kαι του Σλάβου το διάβα αντιλαλούμενο
στ’ όνομα που μας έρχεται στο στόμα
-με το γάλα της μάννας που βυζάξαμε-
σαν ξένη ανθοβολιά στο ντόπιο χώμα,

Όλα ένα νύφης φόρεμα σου υφαίνουνε,
σου πρέπουνε, ω βασίλισσα, σα στέμμα,
στην ομορφάδα σου ομορφιά απιθώσανε
κ’ είναι σα σπλάχνα απ’ το δικό σου το αίμα.

Ω τίμια φυλαχτά, στολίδια αταίριαστα,
ω διαβατάρικα, από σας πλάθετ’ αιώνια,
κόσμος από παλιά κοσμοσυντρίμματα,
η νέα τρανή Πατρίδα η παναρμόνια! (1)

«Tο Διαμαντένιο του Όρθρου μου…» είναι άλλο ένα ποίημα, που μιλάει για την αγάπη προς τη γυναίκα. Ας το διαβάσουμε:

Tο διαμαντένιο του όρθρου μου πετράδι!
―Σ’ αγαπώ με το πάθος που δεν ξέρει
παρά εσένα ουρανό κ’ εσένανε άδη,
με το πάθος τυφλό του σφιχτοχέρη.
Σ’ αγαπώ με τον ήλιο, με το αστέρι
που ολογλυκαίνει το πικρό αχνό βράδι,
και με του Γεναριού το καλοκαίρι,
μ’ εσάς της μυγδαλιάς ολόανθοι κλάδοι.
Σ’ αγαπώ με της άνοιξης τ’ αηδόνια,
με τα ξερά τα φύλλα που χρυσάφι
στρώνουν ταπί στ’ Άγιου Aντρεός το μήνα.
Σ’ αγαπώ με της θλίψης τα τρηδόνια
και με της αναγάλλιασης τα κρίνα.
M’ όσα οι κούνιες κρατάν και μ’ όσα οι τάφοι.(2)

Συνεχίζουμε με το ποίημα: «Πάει και το Λίγο Φως…», όπου μία στροφή του έχει ως εξής:

Πάει και το λίγο φως, δετός, άνεργος, νύχτα, τρέμω, καίω.
Xέρι απλωμένο, λυτρωμός, ή χέρι που θα με συντρίψης,
σαρκική γλύκα μυστική, μόνο μ’ εσέ αναπνέω,
δεν ξέρω ποιό σου τ’ όνομα, σου δέομαι, μη μου λείψης. (3)

Περί αγάπης για τη γυναίκα ο λόγος. Διαβάζουμε, λοιπόν, στο ποίημα: «Έρχομ’ εγώ, φτάνω εγώ προς Eσένα!..»:

K’ έτσι σε ημέραν ηλιόκαλην όπως
το βραδινό ξαφναπλώνουμε σκότος
κλείνοντας γύρω μας κάθε φεγγίτη
για να χαρούμ’ εκεί απάνου στον τοίχο
κάποιους ριγμένους μ’ έν’ άλλο φως ήσκιους,
έτσι στο φως της ζωής μου ένα σκότος
έξαφν’ απλώνω. Tης είπα της Nύχτας:
―Kλέφτρα, δεν τρέμω, να ψάξω ‘σε στάσου.―
K’ έκλεισα μέσα μου κάθε φεγγίτη
για να χαρώ ξανοιγμένον απάνου
στου μυστηρίου τον αγκρέμιστο τοίχο,
ω! τον ολόφωτον ήσκιον, Eσένα!

Kαι της καρδιάς: ―Ξερριζώσου, της είπα,
και της βουλής μου: ―Παράλυτη πέσε!
Σβύσου! Tης μνήμης, της γνώμης: Kοιμήσου!
Tη φαντασία την έπνιξα, σπρώχνω
κάθε χαρά στο γκρεμό, κάθε λύπη
τη μαχαιρώνω, κι ολάγρια μαδώντας
ποδοπατώ της αγάπης τα ρόδα.
K’ έκραξα: ―Mάτια, κλειστήτε, και χείλη
μου, βουβαθήτε, κι αυτιά, μην ακούτε.
Kι όταν το είναι μου ολόγυμνον, άλλο,
ξένο και απ’ όλα του γύρω και ολούθε
σαν από αέρα και σαν από λαύρα
το γοργοφύσημ’ ακράτητο πήρε
προς τ’ αξεδιάλυτου χάους το δρόμο,
είπα:
―Eσύ τώρα, εσύ τώρα, εσύ τώρα,
γίνε Kαρδιά, Φαντασία και Mνήμη,
δείξου Bουλή, γλυκοπρόσταξε Γνώμη,
κάψε με Λύπη, Xαρά φίλησέ με,
κλείσε μ’ εσύ στην αγκάλη σου, αγάπη,
στόμα μου εσύ και ακοές μου και μάτια.
Kάμε μ’ Eσύ, κλείσου μέσα μου Eγώ μου
και με του είναι μου σμίξου το είναι! (4)

Για την «Ανατολή», τον τίτλο του επόμενοι ποιήματος, ο Κωστής Παλαμάς, την οποία προσωποιεί κι αυτή στο πρόσωπο μιας μάνας γυναίκας:

Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα,
λυπητερά,
πώς η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Eίναι χυμένη από τη μουσική σας
και πάει με τα δικά σας τα φτερά.

Σας γέννησε και μέσα σας μιλάει
και βογγάει και βαριά μοσκοβολάει
μια μάννα· καίει το λάγνο της φιλί,
κ’ είναι της Mοίρας λάτρισσα και τρέμει,
ψυχή όλη σάρκα, σκλάβα σε χαρέμι,
η λαγγεμένη Aνατολή.

Mέσα σας κλαίει το μαύρο φτωχολόι,
κι όλα σας, κ’ η χαρά σας, μοιρολόι
πικρό κι αργό·
μαύρος, φτωχός και σκλάβος και ακαμάτης,
στενόκαρδος, αδούλευτος, ―διαβάτης
μ’ εσάς κ’ εγώ.

Στο γιαλό που τού φυγαν τα καΐκια,
και του μείναν τα κρίνα και τα φύκια,
στ’ όνειρο του πελάου και τ’ ουρανού,
άνεργη τη ζωή να ζούσα κ’ έρμη,
βουβός, χωρίς καμιάς φροντίδας θέρμη,
με τόσο νου,

όσος φτάνει σα δέντρο για να στέκω
και καπνιστής με τον καπνό να πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά·
και κάποτε το στόμα να σαλεύω
κι απάνω του να ξαναζωντανεύω
τον καημό που βαριά σάς τυραννά

κι όλο αρχίζει, γυρίζει, δεν τελειώνει.
Kαι μια φυλή ζη μέσα σας και λυώνει
και μια ζωή δεμένη σπαρταρά,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα,
λυπητερά.

«Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου», αυτό το μεγάλο ποιητικό Έπος του Κωστή Παλαμά, έχει πολλά στοιχεία που εξυμνούν την γυναίκα. Ο ποιητής μας την θέλει και αυτή να βαδίζει αιώνια πάνω στο φλοιό της γης για να βρει το αιώνιο φως της γνώσης!.. (Στη φωτογραφία μας η απαστράπτουσα σε ομορφιά Ελληνίδα καλλιτέχνιδα, Γωγώ Γαρυφάλλου).

«Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου»

Στον Δωδεκάλογο του Γύφτου, αυτό το Έπος του Κωστή Παλαμά, η γυναίκα έχει το δικό της ρόλο. Ας διαβάσουμε ορισμένους στίχους!

«Περδικόστηθη Tσιγγάνα,
ω μαγεύτρα, που μιλείς
τα μεσάνυχτα προς τ’ άστρα
γλώσσα προσταγής!
Στα μεστά στα νικηφόρα
στήθια σου ηύρα μοναχά
της γυναίκας την απάτη
και της σάρκας τη σκλαβιά,
κι αχαμνή πλανεύτρα αγάπη
κι έν’ αρρωστημένο φως
και το λίγωμα που λιώνει
το κορμί του καθενός.
Μέσα μου κι αν να σαλεύει
άκουα κάτι σα φτερό,
με τ’ αντρίκεια σου τα χέρια
σύντριψες και το φτερό.
Ω που αγνάντια και μακριά μου
τα μεσάνυχτα μιλείς
προς τ’ αστέρια, προς τα πάντα
γλώσσα προσταγής.
Κι όντας μες στην αγκαλιά σου
σφιχτοκλείς με ερωτική,
ω γυναίκα, εσύ, σαν όλες,
ψεύτρα, σκλάβα! Ποια είσ’ εσύ;…»
…………………………………..

«Ξένος έμεινα κι ασκλάβωτος
από σέβας, δέηση, τάμα·
είμ’ εγώ των άθεων ο προφήτης
κι η ζωή μου είναι το θάμα·
και μονάχα μιά φορά στην Πόλη μέσα
μ’ άγγιξε ιερή κι εμέ λαχτάρα·
και μου τήνε φύσηξες εσύ,
γύφτισσα γυναίκα ξεμαλλιάρα,
και το τρέξιμο σου το τρελό
μες στα τρίστρατα και μέσα στα καντούνια·
πίσω σου ούρλιασμα σκυλιών,
γύρω σου παιδιών πετροβολήματα,
κι όχλος και σου χτύπαε τα κουδούνια·
ποιά στιγμή να σ’ έσπειρε βλαστήμιας,
ποιάς οργής βάσταξ’ εσένα μήτρα,
σκύβαλο του κόσμου κι αποκόμματο,
πού είσαι η Σίβυλλα, απαρνήτρα;
Κι έκραζες βραχνά, – το κράξιμό σου
δεν μπορώ να τ’ απολησμονήσω,-
κι έκραζες: «Φωτιά! να κάψω την Παράδεισο!»
κι έκραζες: «Νερό! την Κόλαση να σβήσω!»
………………………………………………..

«Κι ήρθανε κι οι καλαθοπλέχτες,
να κι οι αλογοπραματευτάδες·
πεταλωτήδες, ξυλοκόποι,
γύφτοι ξωμάχοι και σκαφτιάδες,
γύφτοι άνεργοι και δουλευτάδες,
κι όσοι θερίζουν το χρυσάφι,
και που ποτέ δεν το ποθήσαν,
κι όσοι αγναντεύουνε των άλλων
τα χαροκόπια και τις έγνοιες
και τα φιλιά και τις αμάχες,
και τον ιδρό του φαμελίτη
και τη ντροπή που της γυναίκας
τα δροσομάγουλα πυρώνει,
και τον καπνό που από το τζάκι
το σπιτικό γλιστράει και φεύγει,
την αρχοντιά, τη φτώχεια και όλα·
και τίποτε δεν τους ξαφνίζει,
κι όλα σαν όνειρα τα βλέπουν,
και κάθε νύχτα στα τσαντήρια,
γυρνούν, κι ειν’ ίδιοι, πάντα είν’ ίδιοι.
Κι ήρθαν κι οι γύφτοι που δουλεύουν
το χάλκωμα και το καλάγι,
κι οι ατσίγγανοι οι καλοτεχνίτες,
κι οι γύφτοι οι σφυροκόποι νά τους!
με τα πανάρχαια σύνεργά τους,
με τα διπλά τους φυσητήρια,
γύφτοι χαλκιάδες με τα σύνεργα
τα χίλια μύρια,
ξεσκαλιστάδες της φωτιάς,
κρατώντας την πάντ’ αναμμένη
και σα να παίρνουν από κείνη
πάντα όση δύναμη τους μένει…»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Από τα Άπαντα, E΄, Mπίρης χ.χ.
Από το K’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, Eρμής 2001
Από το K’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, Eρμής 2001
Από το K’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, Eρμής 2001

Αναρτήθηκε: 01/06/12 18:21

Μια ἀνάμνηση ἀπὸ τὴ γιορτὴ τῶν Φώτων καὶ τὸν Ἀλαγούδη. Στίχοι Άγγελος Καλογερόπουλος.

Τα Θεοφάνεια (του Διόνυσου και του Χριστού)

Ανέβηκε στις 31 Δεκ 2011

Τα Θεοφάνεια (του Διόνυσου και του Χριστού) Από το Δωδεκάορτο του Χρίστου Τσιαμούλη Τραγούδι: Ασπασία Στρατηγού Στίχοι: Αγγελος Καλογερόπουλος Ήταν κοντά μιά θάλασσα, πού ‘βγανε μιά πηγούλα τού Διόνυσου ήταν η πηγή καί τού Χριστού τό κύμα.Έσκαβε ο Διόνυσος τή γή κι από τόν κάτω κόσμο βγάζουν νερό οι ποταμοί καί ξεδιψούν οι ζωντανοί. Ένα πουλί πίνει νερό κι έπειτα παίζει στόν αφρό στά κύματα περπάτησε καί σάν φλογίτσα λάλησε. Ναί, τό σταυρό στή θάλασσα τόν ρίχνουνε τά φώτα καί βούτηξαν στά άπατα ποιός θά τόν πιάσει πρώτα. Καί κεί πού τό γλυκό νερό σμίγει μέ τήν αλμύρα γύρισε πίσω ο ποταμός καί πέτρωσε τό κύμα. Πέτρωσες τώρα Διόνυσε και θά σέ φάει τό χώμα κι αυτός πού αγιάζει τό φιλί αίμα κερνά καί σώμα.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣΟ Άγγελος Καλογερόπουλος γεννήθηκε στην Κυπαρισσία το 1959. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Παράλληλα με την ποίηση ασχολείται και με την μουσική. Υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού Ερουρέμ και συμμετέχει στην εκδοτική ομάδα του περιοδικού Ίνδικτος.Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ερωδία, Ερουρέμ, 1986. Λύσις της Συνεχείας του Δέρματος, Πλανόδιον, 1990. Σύρραμμα, Αρμός, 1997. Αργά Μαθήματα, Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών, 2002. Το φωτεινό Παράθυρο, Ίνδικτος, 2004. Επίσης, τη μελέτη Ο θρους του δέρατος – Η μουσική στον Παπαδιαμάντη, Αρμός, 1994. Κείμενά του σχετικά με τη λογοτεχνία και τη μουσική έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά.