Αρχείο κατηγορίας ΗΡΩΕΣ

Η εκπληκτική ιστορία του Χασάν Αγά Κουρτ Αλή, καθαρόαιμου Τούρκου γιατρού που περίθαλψε όλους τους κορυφαίους Έλληνες αγωνιστές.

Ένας Τούρκος, ήρωας του ελληνικού αγώνα του 1821.

Ένας Τούρκος, ήρωας του ελληνικού αγώνα του 1821 | Newsit.gr

Στα επίσημα μητρώα αγωνιστών του ’21, στο τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης, υπάρχει μια επιστολή της Γιονεμέτ Κούρταλη του 1856, στην οποία μεταξύ άλλων λέει: «Παρακαλώ την σεβαστήν Εθνική Επιτροπή, ίνα λαβούσα υπόψιν τους αγώνας και τα θυσίας του αποβιώσαντος συζύγου μου υπέρ της ανεξαρτησίας της Ελλάδος και τα ακαμάτους προσπαθείας του υπέρ της διασώσεως των κατά τον πόλεμον τραυματισθέντων οπλαρχηγών της, δια των αόκνων αυτού χειρουργημάτων και θεραπειών, υποβάλει την δι εμέ προσήκουσαν χορήγησιν συντάξεως.»

Πράγματι, η Εθνική Επιτροπή γνωμοδοτεί θετικά, ονομάζει τον Κούρταλη μετά θάνατον αξιωματικό Δ’ τάξεως, αρχίατρο δηλαδή, και δίνει σύνταξη στη χήρα του. Τίποτα το περίεργο ως εδώ, αφού χιλιάδες ανώνυμοι αγωνιστές του ’21 ζητούσαν όταν γέρασαν σύνταξη από το ελληνικό κράτος, συχνά δε οι χήρες τους ή τα παιδιά τους που έμεναν πίσω δίχως πόρους.Το εκπληκτικό της συγκεκριμένης περίπτωσης είναι ότι ο αρχίατρος των Ελλήνων επαναστατών, ήταν ένας καθαρόαιμος Τούρκος. Λεγόταν Χασάν Αγά Κούρτ Αλής και ήταν από την Αταλάντη, όπου εξασκούσε το επάγγελμα του εμπειρικού γιατρού.

Όταν το 1821, οι δυνάμεις του Αθανασίου Διάκου κατέλαβαν την Αταλάντη και πέρασαν όλους τους Τούρκους, μάχιμους και μη από μαχαίρι, έσφαξαν τη γυναίκα και τα παιδιά του Κουρτ Αλή μπροστά στα μάτια του. Αυτόν τον άφησαν ζωντανό, διότι χρειάζονταν τις ιατρικές του υπηρεσίες. Έκτοτε, ο Κούρταλης, όπως ελληνοποίησε το όνομα του, αρχίζει μια εκπληκτική καριέρα σαν γιατρός της ελληνικής επανάστασης. Αν και πρακτικός, θα πρέπει να ήταν εκπληκτικός γιατρός. Τον έκανε διάσημο η διάσωση του οπλαρχηγού Ρούκη, ο οποίος στην έφοδο για την κατάληψη της Λειβαδιάς, έφαγε μια σφαίρα στο συκώτι. Ο Κούρταλης τον χειρούργησε μέσα στην εκκλησία του Άη Γιώργη της Βελίτσας χωρίς αναισθησία, του έκανε ηπατεκτομή και ο Ρούκης επέζησε για να πεθάνει 39 χρόνια αργότερα.

Το όνομα του Κούρταλη το βρίσκουμε στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, ο οποίος δεν εμπιστευόταν κανέναν άλλον γιατρό για τον εαυτό του παρά μόνο αυτόν. Στη Μάχη των Μύλων, ο Μακρυγιάννης αρνήθηκε να νοσηλευτεί από κάτι Γάλλους γιατρούς που όμως ήθελαν να του κόψουν το χέρι απ’ τον ώμο και παραδόθηκε στις υπηρεσίες του Κούρταλη που τον έσωσε. Το ίδιο έκανε και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που τον είχε για καιρό προσωπικό του γιατρό. Ο Μακρυγιάννης ξανατραυματίστηκε το 1826 στο κεφάλι, στην πολιορκία της Ακρόπολης και τον ξαναπεριθάλψει ο Κούρταλης.

Υπάρχει επίσης επιστολή του Νικηταρά του Τουρκοφάγου προς την κυβέρνηση, με την οποία ζητά να του στείλουν για τις μονάδες του τρόφιμα και τον Κούρταλη. Το 1827, μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη και τη βαριά ήττα από τον Κιουταχή στο Φάληρο, ο Κούρταλης πέφτει στα χέρια του Τούρκου αρχιστράτηγου, ο οποίος με τη σειρά του τον κράτησε για να περιποιείται τους άνδρες του. Τον έστειλε στην Χαλκίδα που το φρούριο της κρατούσαν οι Τούρκοι κι εκεί παντρεύτηκε μια Τουρκάλα, τη Γιανεμέτ. Ο Κούρταλης έμεινε εκεί ως το τέλος της ζωής του, περιθάλποντας Έλληνες και Τούρκους αδιακρίτως. Παρά το άσβεστο μίσος που υπήρχε εκείνη την εποχή ανάμεσα στους δυο λαούς, ο Κούρταλης όχι μόνο κατάφερε να επιβιώσει και στα δυο στρατόπεδα, αλλά να διαθέτει και την εκτίμηση και των δύο.

Είναι, εξ’ όσων γνωρίζω, ο μοναδικός καθαρόαιμος Τούρκος που έγινε αξιωματικός της επανάστασης του ’21 και η οικογένεια του συνταξιοδοτήθηκε από το ελληνικό κράτος για τις υπηρεσίες του στον εθνικό αγώνα.

Tο χρονικό της δολοφονίας των «αμετανόητων» του Ερυθρού Τάγματος τον Μάρτιο του 1948 στη Μακρόνησο.

Η μεγάλη σφαγή της Μακρονήσου – Το χρονικό της εν ψυχρώ δολοφονίας των 300 αμετανόητων φαντάρων.

Η μεγάλη σφαγή της Μακρονήσου - Το χρονικό της εν ψυχρώ δολοφονίας των 300 αμετανόητων φαντάρων - Media

 

Tο χρονικό της δολοφονίας των «αμετανόητων» του Ερυθρού Τάγματος τον Μάρτιο του 1948
«Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι.
Εκείνο το πρωί τα κοκόρια του Λαυρίου για πρώτη φορά δε λάλησαν. Μόνο τα σκυλιά της πόλης ανέβηκαν στο καρβουνόχωμα και κλαίανε όλη τη νύχτα. Όσο για τους ανθρώπους, όλες αυτές τις νύχτες παρακολουθούσαν τη ζωή απ’ τις χαραμάδες… Σάστιζαν πως, αυτό που γινόταν αντίκρυ, δεν το είχε γράψει ακόμα η Αποκάλυψη»
Μενέλαος Λουντέμης
«Οδός Αβύσσου, αριθμός 0»
Ο ήχος των κυμάτων ήταν η μοναδική του συντροφιά τις τελευταίες 72 ώρες. Βρισκόταν δεμένος πισθάγκωνα, κοντά στην ακτή, προς την πλευρά που το καταραμένο νησί το έδερναν οι άνεμοι και το έκαιγε ο ήλιος. «Πρέπει να συνεχίσω να μετράω, αλλιώς θα τρελαθώ, θα χάσω το μυαλό μου», σκέφτηκε και σε κάθε παφλασμό πρόσθετε και ένα κυματάκι.
Ένας μεγάλος πάσσαλος, που ακουμπούσε την πλάτη του, είχε ακινητοποιήσει τα χέρια του και δυο μικρότεροι τα πόδια του. Το κορμί του ήταν ολόκληρο μια πληγή. Η ξηρασία και ο ήλιος είχαν κάνει το δέρμα του να σκάσει και να καεί. Ο καυτός αέρας, που φυσούσε δαιμονισμένα, είχε γεμίσει τις πληγές με σκόνη και άμμο. Είχε βγάλει φουσκάλες που έσπαγαν μόνες τους και το πηχτό υγρό που έβγαινε από μέσα νόμιζε ότι τον δρόσιζε. Τα χείλη του και το στόμα του είχαν σκληρύνει. Δεν είχε καθόλου σάλιο. Διψούσε. Εδώ και κάποιες ώρες δεν αισθανόταν τα γυμνά του μέλη που είχαν μουδιάσει, έτσι σφιχτά δεμένα που ήταν. Τα αυτιά του βούιζαν συνεχώς και το κεφάλι του νόμιζε ότι θα εκραγεί.
«Θα τρελαθώ», ξανασκέφτηκε. «Πεντακόσια δεκατρία, οκτακόσια δεκαεπτά… Όχι, πεντακόσια δεκατέσσερα…» συνέχισε το μέτρημα. Από απέναντι έβλεπε καθαρά τα φώτα από το Λαύριο. Σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε και η ζωή στην πόλη θα ξεκινούσε κανονικά. Ο χασάπης θα πουλούσε το κρέας, ο γαλατάς θα μοίραζε το γάλα, ο μανάβης θα έβγαζε τα φρέσκα φρούτα του για να τα πουλήσει. Σκέφτηκε πώς είναι να δαγκώνεις λαίμαργα το καρπούζι και να γεμίζει το στόμα σου από αυτή τη γλυκιά υγρή σάρκα. Το στόμα του ξεράθηκε ακόμη περισσότερο. Θα λιποθυμούσε. Διψούσε.
Σκέφτηκε τα παιδιά του. Τον Αλέξη του. Να παίζουν μαζί και να γελάνε. Θα ήθελε να μπορούσε να σφίξει στην αγκαλιά του τη μικρή του κόρη που γεννήθηκε μια εβδομάδα αφότου τον πήραν με το καΐκι για το νησί. Άρχισε να κλαίει. Δάκρυα δεν έτρεχαν από τα μάτια του, κάθε υγρό του σώματός του είχε στερέψει. Όμως έκλαιγε με λυγμούς. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Δάγκωσε δυνατά τα ξεραμένα χείλη του και ρούφηξε το ίδιο του το αίμα για να ξεδιψάσει.
Λίγες ώρες νωρίτερα
«Αλφαμίτες στη σκηνή μας». Δεν χρειάστηκε να του πουν κάτι άλλο. Αμέσως έσβησε το τσιγάρο του, που κάπνιζε με ανοιχτά τα πίσω κράσπεδα, το έκρυψε ανάμεσα σε κάτι πέτρες και άρχισε να καθαρίζει το πάτωμα. Μέσα στη μικρή σκηνή μπήκαν δυο αλφαμίτες. Ο ένας στάθηκε στην είσοδο, ο άλλος προχώρησε με βλέμμα αυστηρό. «Τι κάνει αυτούνος ιδώ και είν’ ξαπλουμέν’ς; Κοιμάτ’;».
«Έχει χαρτί γιατρού, συνάδελφε. Τον χτύπησε πολύ ο ήλιος όπως έσπαγε πέτρες και λιποθυμάει συνέχεια», απάντησε ο Γιάννης Δρακόπουλος, σκαπανεύς, που υπηρετούσε την πατρίδα του στον Οργανισμό Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου. Ήταν τυχερός. Δεν πολεμούσε στα βουνά τους συμμορίτες, αλλά βρισκόταν σε μια «νέα Εδέμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας». Ήταν τυχερός γιατί, αν και παραστράτησε, το κράτος τον είχε στείλει στην «εθνική κολυμβήθρα», όπου σε αυτό το «αναρρωτήριο ψυχών» το μυαλό του θα υγίαινε από το μίασμα και θα ξαναγεννιόταν: «Στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων».
Ο αλφαμίτης τον κοίταξε ακόμη αυστηρότερα. «Δρακόπουλε, άφ’σε τ’ς μαλακίες κι έλ’ μαζί μ’. Δεν ιμπουρείς να με κουροϊδέψ’ς ισύ ιμέν. Ιγώ όταν παρ’δίδατε την πατρίδα στους Σλάβ’ς, ήμουν δίπλα στου Γρίβα στου Θησείου. Κανείς δεν μι κουροϊδεύ’ ιμένα. Πάμε μια βόλτα, πουλάκι μου».
Ο Δρακόπουλος δεν μπορούσε να περπατήσει από το ξύλο. Τα πόδια του πονούσαν, η πλάτη του πονούσε, τα μπράτσα του είχαν πιαστεί από το σπάσιμο και το κουβάλημα πέτρας. Παρ’ όλα αυτά ανέβαινε την ανηφόρα χωρίς να γλιστρά και με την ίδια ταχύτητα με τους βασανιστές του. Σε λίγο βρισκόταν στο γραφείο του διοικητή του λόχου του.
«Λοιπόν, Δρακόπουλε, έχω μπροστά μου τον φάκελό σου. Βαρύς, Δρακόπουλε, πολύ βαρύς. Κρίμα, έχεις και δυο παιδάκια. Κρίμα γι’ αυτή τη γυναίκα που τα μεγαλώνει. Είναι και σαν τα κρύα τα νερά, μου λένε και κάποια πουλάκια. Δεν φοβάσαι που την αφήνεις μόνη; Κρίμα και για σένα. Απόφοιτος Νομικής και έμπλεξες με τους κομμουνιστές. Δεν σ’ αρέσει η πατρίδα σου, Δρακόπουλε;». Ο απόφοιτος της Νομικής, σε στάση προσοχής, απάντησε: «Αγαπώ την πατρίδα μου, κύριε διοικητά».
«Κάθισε, παιδί μου», του είπε ευγενικά. «Η πατρίδα σε αγαπάει και είναι διατεθειμένη να ξεχάσει ό,τι κακό της έκανες και να σε δεχτεί ξανά εις τους κόλπους της. Διάβασε αυτό το χαρτί και βάλε την υπογραφή σου. Μετά ο βαρύς αυτός φάκελος θα γίνει σαν πούπουλο πάπιας. Λευκός και ελαφρύς». Ο διοικητής έσπρωξε ευγενικά προς το μέρος του μια δακτυλογραφημένη κόλλα χαρτί και μετά, με εξαιρετικά αργές κινήσεις, έβαλε δροσερό νερό από μια γυάλινη κανάτα που είχε μπροστά του.
Ο Δρακόπουλος λίγο έλειψε να πάθει αποπληξία. Όχι από τον ήχο του γάργαρου νερού που άκουγε στ’ αυτιά του. Τι κι αν το προηγούμενο βράδυ τους είχαν ταΐσει παστές ρέγκες, αλλά τους είχαν απαγορεύσει να πιουν νερό; Κόντεψε να πάθει αποπληξία από αυτό που διάβασε στο χαρτί:
«Δήλωσις
Ο κάτωθι υπογεγραμμένος… κλάσεως… εκ… και διαμένων εις… δηλώ υπευθύνως και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως και χωρίς να ασκηθή βία τα κάτωθι:
Ουδέποτε υπήρξα κομμουνιστής και ουδεμίαν σχέσιν έχω με το συνωμοτικόν ΚΚΕ. Προσεχώρησα εις το ΕΑΜ με σκοπόν να απελευθερώσω την πατρίδα μου από τους κατακτητάς. Μετ’ ολίγον καιρόν αντελήφθην ότι όπισθεν του ΕΑΜ ήτο το ΚΚΕ, το οποίο ήτο η πηγή πάσης ενεργείας και πράξεως του ΕΑΜ.
Επειδή είμαι γνήσιο Ελληνόπουλο, καταδικάζω και αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας όλας τας αναρχοβουλγαροκομμουνιστικάς οργανώσεις: ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, ΕΑ, αίτινες αποτελούν τα εγκληματικά σλαυόβουλα και αντεθνικά συγκροτήματα, σκοπός των οποίων είναι η κατασκόπευσις παντός ό,τι αφορά το κράτος και ιδία τον στρατόν και η υποδούλωσις της φυλής μας εις τους προαιώνιους εχθρούς μας Βουλγάρους – Σέρβους και γενικώς Σλαύους οίτινες πάντοτε ατίμως και υπούλως είτε διά της πανσλαυιστικής ιδέας προσπαθούν να αποσπάσουν εδάφη άτινα είναι ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα των προγόνων μας. Τίθεμαι πολέμιος των άνω σλαυοδούλων και ανθελληνικών συγκροτημάτων μέχρι της τελικής εξαλείψεώς των.
Η παρούσα μου επιθυμώ να δημοσιευθή εις τον τύπον και αναγνωσθή εις την εκκλησίαν της ενορίας μου.
Β.Σ.Γ. 802 τη…
Ο Δηλών…».
Ο Δρακόπουλος σηκώθηκε αργά από την καρέκλα. «Λυπούμαι, κ. διοικητά. Δεν θα υπογράψω».
Ο διοικητής του λόχου, που μέχρι εκείνη τη στιγμή φορούσε τη μάσκα του στοργικού πατέρα, μισόκλεισε τα μάτια: «Kομμούνι, θα πεθάνεις εδώ. Προδότη. Δεν υπογράφεις, εεε;».
Αμέσως έπεσαν επάνω του οι δυο αλφαμίτες που είχαν ήδη βγάλει τα μακριά ξύλινα κλομπ τους. Στο πέμπτο γεμάτο χτύπημα στο κεφάλι, ο Δρακόπουλος ένιωθε να σβήνει. Πρόλαβε να ακούσει τον διοικητή να λέει: «Μην τον σκοτώσετε, ρε ηλίθιοι. Αύριο τον θέλω περδίκι, να βρίσκεται μαζί με τους άλλους στο γήπεδο. Θα καλοπεράσει εκεί…». Ήταν απόγευμα της 28ης Φεβρουαρίου του 1948…
Η σφαγή
Τον Γιάννη Δρακόπουλο τον συνέφεραν οι συνάδελφοί του στη σκηνή, όπου τον πέταξαν αναίσθητο οι αλφαμίτες. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ξεραμένα αίματα. Κάποιος εκ περιτροπής όλη τη νύχτα κατέβαινε μέχρι τη θάλασσα, έβρεχε ένα κομμάτι ύφασμα και ερχόταν να καθαρίσει τις πληγές του. Ο Γιάννης ανέβαζε πυρετό. Όλο το βράδυ μέχρι να ξημερώσει η 29η ψηνόταν και παραληρούσε. Φώναζε τα παιδιά του, έκλαιγε, ούρλιαζε. Κάθε του κίνηση τον τσάκιζε από τον πόνο. Οι συνάδελφοί του κρατούσαν και δρόσιζαν το κεφάλι του με απαλές κινήσεις. Το πρωί η γνωστή φωνή από τα μεγάφωνα διέκοψε τη διαδικασία: «Όλοι οι στρατεύσιμοι του Α’ Τάγματος Σκαπανέων» (ΑΕΤΟ) να πάνε για εκκλησιασμό».
«Σήκω, Γιάννη, θα σε κουβαλήσουμε εμείς. Σήκω, αδερφέ μου, γιατί εάν μείνεις μόνος στη σκηνή και σε βρουν, θα σε σκοτώσουν σαν το σκυλί και θα πουν ότι έκανες ψαράκι και αυτοκτόνησες». Το «ψαράκι» ήταν η απονενοημένη βουτιά κάποιων κρατουμένων με το κεφάλι στους βράχους για να χάσουν τις αισθήσεις τους και να σταματήσουν τα βασανιστήρια.
Οι αμετανόητοι του ΑΕΤΟ, του «ερυθρού τάγματος», εκείνοι που δεν υπέγραφαν δήλωση, κινήθηκαν προς το γηπεδάκι του νησιού. Ανθρώπινα ράκη, ζωντανοί νεκροί, από τα βασανιστήρια και τη δίψα, 4.500 φαντάροι έσερναν τα βήματά τους μέχρι που έφτασαν εκεί. Στους λόχους είχαν μείνει μόνον οι ασθενείς, οι νερουλάδες, οι γραφιάδες και οι μάγειρες. Μετά την έπαρση της σημαίας, οι στρατιώτες διατάχθηκαν να πάνε στο θέατρο για να ακούσουν «θρησκευτική ομιλία». Μόνο έτσι τα ελληνορθόδοξα ιδεώδη θα ξερίζωναν από μέσα τους τη σαπίλα του κομμουνισμού.
Ο Γιάννης είχε συνέλθει και ο πυρετός του είχε πέσει. Πλέον δεν τον υποβάσταζαν οι συνάδελφοί του. Ξαφνικά από το βάθος μια ομάδα από αλφαμίτες έσπαγαν στο ξύλο και έσερναν από τα μαλλιά και τα ρούχα τους απαλλαγμένους λόγω ασθένειας. Άρρωστους φαντάρους τους κλώτσαγαν, τους χτύπαγαν με τα κλομπ και τους έβριζαν για να συγκεντρωθούν κι εκείνοι στο γήπεδο.
Οι αμετανόητοι του ΑΕΤΟ διαμαρτυρήθηκαν. Ο Γιάννης φώναζε και εκείνος με όση δύναμη είχε: «Ρε, δεν βλέπετε ότι είναι άρρωστοι; Ντροπή. Έχουν απαλλαγεί. Ντροπή σας, αλήτες». Οι 4.500 φαντάροι του ΑΕΤΟ είχαν γίνει μια ανθρώπινη ασπίδα μέσα στο γήπεδο.
Τότε ο υπασπιστής Καρδαράς έβγαλε το πιστόλι του και πυροβόλησε στον αέρα. Το σύνθημα είχε δοθεί. Αμέσως οι άνδρες του λόχου ασφαλείας, οι φρουροί οι οποίοι από πριν είχαν ακροβολιστεί γύρω από το γήπεδο, άρχισαν να πυροβολούν στο ψαχνό. Πέντε φαντάροι έπεσαν αμέσως νεκροί και τουλάχιστον άλλοι 10 τραυματίστηκαν από σφαίρες.
«Αίσχος, δολοφόνοι, ντροπή. Γιατί μας δολοφονείτε;». Οι άνδρες του ΑΕΤΟ, χωρίς να κουνηθούν από τη θέση τους, ζητούσαν εξηγήσεις. Φώναζαν, έκλαιγαν, έπιαναν τους νεκρούς τους και τους χάιδευαν λες και κοιμόντουσαν και ήθελαν να τους ξυπνήσουν. Ο διοικητής Βασιλόπουλος μίλησε με επιτροπή των στρατιωτών και τους εγγυήθηκε την προσωπική τους ασφάλεια, ενώ δέχτηκε να εξεταστούν τα γεγονότα από διακομματική επιτροπή για να διαλευκανθεί πλήρως η υπόθεση και να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι ένοχοι της σφαγής.
Κανείς φαντάρος όλο το βράδυ δεν μετακινήθηκε από το γήπεδο. Το ξημέρωμα στις ακτές του καταραμένου νησιού εμφανίστηκε μια ακταιωρός του Πολεμικού Ναυτικού. Επάνω της πάνοπλοι ναύτες σημάδευαν τους φαντάρους του ΑΕΤΟ. Από τον τηλεβόα ακούστηκε η φωνή της ίδιας της κόλασης: «Στρατιώται, σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης. Συλλάβετε και απομονώσατε τους δολοφόνους που δημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα. Αποδοκιμάστε τους αρχηγούς σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον λόχον».
Οι σκαπανείς του ΑΕΤΟ κοίταζαν με απορία ο ένας τον άλλον. «Μα για ποιους δολοφόνους μιλάει; Εμάς δολοφόνησαν, εμείς δεν κινηθήκαμε». Τις σκέψεις τους έκοψαν σαν μαχαίρι οι ριπές. Μυδράλια που είχαν στηθεί το βράδυ πέριξ του χώρου σάρωναν με τις σφαίρες τους τα κορμιά. Το χώμα στο γήπεδο δεν προλάβαινε να ρουφήξει το αίμα. Σχημάτιζε λάσπη. Κόκκινη λάσπη. Ήταν μια σφαγή που μόνο με τις δολοφονίες των κατακτητών Γερμανών μπορούσε να συγκριθεί. Οι φαντάροι έγιναν ένα κουβάρι και έψελναν τον Εθνικό ύμνο. Έτσι πέθαιναν.
Ο Μίμης Βρονταμίτης, καπετάνιος του καϊκιού που έκανε τη διαδρομή Λαύριο – Μακρονήσι, θα πει χρόνια αργότερα:
«Έζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. Ο στρατός μας με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου “Άγιος Νικόλαος”, επί μισθώ, οκτώ χιλιάδες δραχμές τον μήνα. Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα.
Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας (για τις υπηρεσίες του στη Μακρόνησο προήχθη σε στρατηγό) μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. Στο Γ’ Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης, κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου τη λέξη “νεκρός”. Ήτανε δίπλα στον γιατρό Μαλάμη κι άλλοι δύο γιατροί.
Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι αλφαμίτες Χούμης και Δήμητρας, Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους.
Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε.
Οι νεκροί όλοι – όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν – έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου».
Ύστερα από ώρα η σφαγή σταμάτησε έτσι ξαφνικά, όπως είχε αρχίσει. Το ΑΕΤΟ είχε σπάσει και ήταν έτοιμο να επανέλθει στους κόλπους της πατρίδας. Πολλοί φαντάροι συνελήφθησαν ως πρωταίτιοι των επεισοδίων. Ο Γιάννης ήταν ένας από εκείνους.
Τις επόμενες ημέρες δοκίμασαν στο κορμί του κάθε βασανιστήριο. Ξύλο, φάλαγγα, εικονικούς πνιγμούς. Πέρασε από τα «πασαλάκια», από το «αεροπλανάκι» και φυσικά από το «σιδερωτήριο». Εκεί δεν άντεξε. Ο Δρακόπουλος με δάκρυα ζήτησε να υπογράψει. Το έκανε. Στην Αθήνα, όπου επέστρεψε, άρχισε να μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρεία. Ήταν πλέον μισότρελος. Του έκαναν ηλεκτροσόκ για να επανέλθει. Τα βράδια ξύπναγε με λυγμούς και μετρούσε: «Πεντακόσια τριάντα… επτακόσια σαράντα δύο… Όχι… πεντακόσια τριάντα ένα…». Τα χείλη του ήταν ματωμένα κάθε βράδυ από το δάγκωμα.

Η 184η επέτειος της Μεσσηνιακής Επανάστασης γιορτάστηκε χθες στο Ανω Ψάρι Οιχαλίας.

Εορτάστηκε η 184η επέτειος της Μεσσηνιακής Επανάστασης

 Γράφτηκε από την  

Εορτάστηκε η 184η επέτειος της Μεσσηνιακής Επανάστασης

Χθες το πρωί εψάλη επιμνημόσυνη δέηση στο ναό Αγίου Δημητρίου στο Ανω Ψάρι Οιχαλίας στη μνήμη των πρωταγωνιστών της Μεσσηνιακής Επανάστασης Γιαννάκη Γκρίτζαλη και Μητροπέτροβα. Στη συνέχεια έγινε η κατάθεση στεφάνων μπροστά στο σπίτι του Γιαννάκη Γκρίτζαλη και ακολούθησε ο χαιρετισμός από τον απόγονο του ηρώα και ο πανηγυρικός της ημέρας από τον καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου Ιωάννη Ψυχάρη. Οι εκδηλώσεις ολοκληρώθηκαν με απαγγελίες ποιημάτων από μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Ανω Δωρίου και με παραδοσιακούς χορούς από το Σύλλογο Γυναικών Δωρίου “Οι Δωριείς”.
Μεταξύ άλλων στην εκδήλωση παρευρέθηκαν ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος, η βουλευτής Γιώτα Κοζομπόλη, ο περιφερειάρχης Πέτρος Τατούλης, ο δήμαρχος Οιχαλίας Αριστείδης Σταθόπουλος και η αντιπεριφερειάρχης Αντωνία Μπούζα.

ΚΥΡΙΑΚΗ 29 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018, ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΣΤΗΝ ΣΑΡΑΚΙΝΑΔΑ, ΤΟΥ ΠΕΣΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΠΑΝ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ.

Φωτογραφία της Marika Karaba.

Εκδήλωση τιμής και μνήμης θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 29 Ιουλίου στο Κρυονέρι του Δήμου Τριφυλίας, για τον πεσόντα στην Κύπρο το 1974 δεκανέα καταδρομών Παναγιώτη Γιαννόπουλο.

Η εκδήλωση διοργανώνεται από το Δήμο Τριφυλίας και θα πραγματοποιηθεί στην πλατεία του χωριού στις 8 το βράδυ. Θα τελεστεί επιμνημόσυνη δέηση από τον μητροπολίτη Τριφυλίας και Ολυμπίας κ. Χρυσόστομο. Θα μιλήσει η φιλόλογος Μαρίκα Καραμπά, θα γίνουν καταθέσεις στεφανιών, θα τηρηθεί ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του πεσόντα και θ’ ακολουθήσει ανάκρουση του εθνικού ύμνου.

Κ.Μπ.

 

Παλαιότερη δημοσίευσή μας.

SARAKINADA PANAG

Από τον «Όλυμπο» στο playroom. Ένα ταξίδι φαντασίας στην Αρχαία Ελλάδα.

Ένα ταξίδι φαντασίας στην Αρχαία Ελλάδα με τους έξι θεούς του Ολύμπου.

Πώς θα μπορούσαμε να αφηγηθούμε καλύτερα στα παιδιά πώς πήρε το όνομά της η Αθήνα και τι ήταν ο Παρθενώνας; Τι ήταν το κηρύκειο που βύθιζε τους ανθρώπους σε γλυκό ύπνο και πόσο σημαντικό ήταν το ταξίδι, το εμπόριο και οι ανακαλύψεις για τους Αρχαίους Έλληνες; Πώς να μιλήσουμε για την αλλαγή των εποχών, καλύτερα από το μύθο της Περσεφόνης; Ποιόν θεό γιόρταζαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες; Ποια θεά προστάτευε τις επίτοκες και τις λεχώνες και πού συνέρρεαν για να της αποδώσουν τιμές;

Μα, ζωντανεύοντας τους μύθους μέσα από «θεατρικό παιχνίδι». Για πρώτη φορά η PLAYMOBIL απεικονίζει έξι από τους εμβληματικούς θεούς του Ολύμπου, με σκοπό να φέρει τα παιδιά πιο κοντά στην ελληνική μυθολογία και να ζωντανέψει την φαντασία τους. Ο Δίας ο πανίσχυρος βασιλιάς των θεών, η Αθηνά θεά της σοφίας, ο Ερμής ο αγγελιοφόρος των θεών, ο Ποσειδώνας θεός της θάλασσας, η Άρτεμις θεά των δασών και του κυνηγιού και η Δήμητρα θεά της γεωργίας, μπορούν να κάνουν μικρούς (και μεγάλους) να ταξιδέψουν στην ελληνική μυθολογία μέσα από ατέλειωτο παιχνίδι.

Η νέα σειρά με τους Αρχαίους Έλληνες θεούς δίνει την ευκαιρία στα παιδιά να δημιουργήσουν τις δικές τους ιστορίες και να αποκομίσουν γνώσεις παίζοντας, αλλά και το ερέθισμα σε όλη την οικογένεια να επισκεφτεί αρχαιολογικούς χώρους, όπως τον Παρθενώνα, το Ναό της Αρτέμιδας στη Βραυρώνα, των Ελευσίνιων Μυστηρίων και το Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και να ταξιδέψει νοερά και πραγματικά στην πλούσια ιστορία της χώρας μας

Ο ΗΡΩΪΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ. Εργασία: +ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ.

Η ΤΡΥΠΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΑΡΑΚΙΝΑΔΑ- Ο ΗΡΩΪΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ- Η ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ. Εργασία: +ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ. komianos.wordpress.comΣχετική εικόνα

Η ΤΡΟΥΠΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Γιάννος Γιαννόπουλος  ήταν ο πατέρας του ονομαστού σημαιοφόρου Ηλία Γιαννόπουλου  που υπερέτησε υπό τις διαταγές του καπετάνιου Αθανασίου Γρηγορίου μαζί με έναν Κατσικάρη από το χωριό Ψάρι της ορεινής Τριφυλίας. Ο Γιάννος άξιος και γενναίος  πολεμιστής είχε πολεμήσει υπέρ της λευτεριάς της πατρίδας μας κατά την επανάσταση του 1769 – 1770. Καταγόταν από το Κρυονέρι (Σαρακινάδα). Είχε μαλώσει με τον Τούρκο Αγά της περιοχής για οικονομικούς και οικογενειακούς λόγους, Στον οποίο είχε στείλει ειδοποίηση ότι αν τύχει και συναντηθούν οι δρόμοι τους θα τον χαλάσει. Μετά από αυτό ο Αγάς τον είχε επικηρύξει με μεγάλο χρηματικό ποσό και τον καταδίωκε. Λημέρι και κρυψώνα του είχε την περίφημη σπηλιά ή (τρύπα) του Γιαννόπουλου, στα βουνά της Μάλης. Ακόμη και σήμερα οι γεροντότεροι με αυτό το όνομα την γνωρίζουν και ξέρουν την τοποθεσία. Όσοι την έχουν επισκεφτεί ακόμη και σήμερα μπορούν να δουν ίχνη φωτιάς και απομεινάρια από κόκαλα τροφής. Εκεί βρίσκαν καταφύγιο οι τσοπαναραίοι σε κακοκαιρίες και σε περίπτωση που τους έπιανε το βράδυ για να προφυλάξουν τα ζωντανά τους. Από εκεί εξορμούσε και έσπερνε τον τρόμο και την καταστροφή στα τούρκικα φουσάτα, μέχρι την ημέρα που στην πόλη των Φιλιατρών  μετά από συνεννόηση με τον φίλο και πατριώτη Γιώργη Παναγιώταρο, τον βοήθησε και μπόρεσε να περάσει οικογενειακώς με καΐκι στο νησί της Ζακύνθου.

(1806 μετά το αφοριστικό του πατριάρχη, μαζί με τους Κολοκοτρωναίους, με κόκκινα γράμματα είναι σημειώσεις του bloger Δημήτρη Γιαννόπουλου).

Σαν πέρασαν στο νησί οι κάτοικοι τους δέχτηκαν με αγάπη και ζεστασιά, το μέρος που κτίσαν το κονάκι τους το ονόμασαν χωριό Σαρακινάδου προς τιμήν της γενναιότητας του Γιάννου. Σε αυτό το μέρος άφησε την τελευταία του πνοή. Τα παιδιά του επέστρεψαν στην Τριφυλία το 1821 για να λάβουν μέρος στην επανάσταση. Μεταξύ των παιδιών του ήταν και ο Ηλίας Γιαννόπουλος.

(Η οικογενειακή παράδοση των Γιαννοπουλαίων, λέει ότι πήγε μόνος του στην Ζάκυνθο και άφησε τα δυο του αγόρια Ηλία και Νίκο, υπό την προστασία του Αθανάσιου Γρηγοριάδη. Την θυγατέρα του Ζαχάρω την είχε παντρέψει με τον γιο του φίλου του καπετάν Κωνσταντή Αντωνόπουλου, Αντώνη. Λέγεται ότι ήταν ο δεύτερος γάμος της Ζαχάρως, η οποία ήταν παντρεμένη με έναν Χανιτσή, στην Ηλεία -πήγαιναν εκεί στην Αγουλινίτσα για αλάτι- και μάλιστα το χάνι πήρε το όνομά της και μετά έτσι είπαν και το χωριό γύρω από το χάνι, την σημερινή Ζαχάρω.

Γυρίζοντας γνώρισε το ένα από τα δυο αγόρια του, από κάποιο σημάδι. Μάλιστα λένε ότι άφησε και άλλα παιδιά στην Ζάκυνθο, γιατί έτσι ανδρειωμένος που ήταν, του πήγαιναν οι …κοντακιανοί ντόπιοι τις θυγατέρες τους να πιάσουν …σπόρο).

ΗΛΙΑΣ  ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ – ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ- ΚΑΙ Η ΟΡΝΙΘΟΣΤΗΘΟΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ.

Ο Ηλίας Γιαννόπουλος ένα από τα παιδιά του Γιάννου, το 1821 γύρισε με την οικογένειά του στην Ορεινή Τρυφυλία και πολέμησε σαν σημαιοφόρος του οπλαρχηγού Θανάση Γρηγορίου. Γενναίος πολεμιστής πήρε μέρος σε πολλές συμπλοκές με τους Τουρκαλβανούς. Τέλος έλαβε μέρος στις 20 Μαΐου 1825 στην περίφημη μάχη στο

Μανιάκι. Λέγεται ότι πριν οκτώ με δέκα μέρες είχε επισκεφτεί την οικογένειά του. Αφού αποφάγανε η μάνα του πήρε στα χέρια της το κόκκαλο από το στήθος της κότας που είχαν φάει και με τρεμάμενα χέρια προσπάθησε να μαντέψει τα μελλούμενα διαβάζοντας τα σημάδια του. Απότομα έχασε τον κόσμο γύρω της, το πρόσωπό της χλωμιασε, όμως δεν είπε λέξη… η νύφη της αισθανόμενη ότι κάτι κακό είχε μαντέψει στην «ορνιθοστηθομαντεία» όπως την ονομάζουνε, δεν είπε τίποτα εκείνη την ώρα αλλά σαν συναντήθηκε αργότερα με την πεθερά της την ώρα που πλένανε τα πιάτα, έμαθε πως στο κόκαλο του στήθους της κότας τα σημάδια ήταν άσχημα, οι γραμμές του σκοτεινές και έδειχναν θάνατικό! Συνεννοήθηκαν με την νύφη της να κάνει την βαριά άρρωστη για αρκετές ημέρες μήπως και γίνει αιτία αυτό για να μην πάει στο Μανιάκι ο Λιάκος μέχρι και της περάσει η «θέρμη». Όμως είχε δώσει τον λόγο του στον Γρηγορίου και στους συμπολεμιστές του να παραβρεθεί στη μάχη στο Μανιάκι. Πριν έρθει το μούσγομα, φόρεσε την καλή φρεσκοπλυμένη στολή του. Η μάνα του στην πόρτα μαζί με την γυναίκα προσπάθησαν μάταια να τον κρατήσουν κοντά τους σαν τις αποχαιρετούσε για να πάει να συναντήσει τους συντρόφους του,λέγοντάς του το σχετικό δημοτικό τραγούδι: ΛΙΑ ΜΑΣ ΤΙ ΟΡΔΥΝΙΑΖΕΣΑΙ ΚΑΙ ΒΑΖΕΙΣ Τ΄ ΑΡΜΑΤΑ ΣΟΥ; / ΛΙΑΚΟ ΣΕ ΓΑΜΟ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΣ ΜΗΔΕ ΣΕ ΠΑΝΗΓΥΡΙ…/ΕΓΩ ΠΑΩ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΝΑ ΧΑΛΑΣΩ!/ ΚΙ ΑΝ ΑΠΟΘΑΝΕΙΣ ΔΥΣΜΟΙΡΕ ΛΙΑΚΟ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΣΕ ΚΛΑΨΕΙ; /ΘΕ ΝΑ ΜΕ ΚΛΑΨΕΙ Η ΝΥΧΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΜΠΡΟ ΦΕΓΓΑΡΙ / ΘΕ ΝΑ ΜΕ ΚΛΑΨΕΙ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΔΟΛΙΑ ΜΟΥ ΓΥΝΑΙΚΑ/ ΘΕ ΝΑ ΜΕ ΚΛΑΨΟΥΝ ΤΑ ΟΡΦΑΝΑ ΚΑΚΟΜΟΙΡΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ. Και ύστερα βάζοντας φτερά στα πόδια του μέσα από μυστικά μονοπάτια και στενά περάσματα κίνησε να συναντήσει το πεπρωμένο του στη περίφημη μάχη στο Μανιάκι. Η μάνα του  μετά την μάχη σαν έμαθε για το κακό που βρήκε τον γιο της, επήγε στον τόπο του χαμού παίρνοντας μαζί της κρασί και λάδι για να καθαρίσει το σώμα του νεκρού παιδιού της. Τον βρήκε μαυρισμένο από την κάπνα του μπαρουτιού και δίπλα το σπαθί του σπασμένο από την μανία της μάχης. Μοιρολογώντας καθάρισε τις πληγές του με τα δάκρυά της, έπλυνε το σώμα του με κρασί, το άλειψε με λάδι και μετά τον μετέφερε από εκεί μέχρι το χωριό στην πλάτη της, «ζαλιά». Από το πολύ βάρος και την κούραση έμεινε πιασμένη – κυρτή και καμπουριασμένη για όλη την υπόλοιπη ζωή της! Ο θρήνος και το μοιρολόϊ μάνας και της γυναίκας του ράγιζαν καρδιές σε όλη την Ορεινή Τριφυλία! Το μοιρολόϊ τους  έγινε τραγούδι αργότερα που το τραγουδούσαν με περηφάνια οι συχωριανοί τιμώντας την ανδρειωσύνη και τον ηρωϊκό του αγώνα. Σ΄ΟΥΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΞΑΣΤΕΡΙΑ / Σ’ ΟΥΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΗΛΙΟΣ / ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΙΝΑΔΑΣ ΤΑ ΒΟΥΝΑ / ΒΑΡΙΑ ‘ΝΑΙ ΣΚΟΤΙΣΜΕΝΑ / Ο ΛΙΑΚΟΣ ΕΛΑΒΩΘΗΚΕ / ΠΟΘΑΝΕ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ / ΤΟΝ ΚΛΑΙΕΙ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ Η ΓΛΥΚΕΙΑ / ΚΑΙ Η ΔΟΛΙΑ ΤΟΥ ΓΥΝΑΙΚΑ / ΣΗΚΩ ΡΕ ΛΙΑΚΟ ΜΑΣ ΓΛΥΚΕ/ ΚΑΙ ΜΗΝ ΒΑΡΙΟΚΟΙΜΑΣΑΙ / ΝΑ ΠΑΣ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ / ΚΑΙ ΟΥΛΟ ΤΟ ΝΤΟΥΒΛΕΤΙ…

Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης αναφέρει: Ο Ηλίας Γιαννόπουλος υπηρέτησε σπουδαίως καθ΄όλον τον αγώνα (Ιστορικαί αλήθειαι σελ.261)

Ο Φωτάκος αναφέρει το περιστατικό,  Εφθάσαμε εις το αλώνι του    Κολοκοτρώνη. Τα σώματα ήρχοντο το ένα κατόπιν του άλλου. Ο Γρηγοριάδης είχε τότε τον περίφημο σημαιοφόρο του Ηλίαν ονομαζόμενον, όστις διεκρίθει κατά την μάχην ταύτην δια την παληκαριά του, ήτις ήτο γνωστή εξ άλλων προηγουμένων πολέμων                                                   (Απομνημονεύματα 5ον βιβλίον σελ. 102).

Ο Αμβρόσιος Φραντζης  γράφει: Εις εκείνη την μάχη διεκρίθη ο σημαιοφόρος Γιαννόπουλος εκ Κυπαρισσίας, το ατρόμητο παλληκάρι…(Β΄τόμος σελ. 381-382).  

Πηγή : Αποσπάσματα από το βιβλίο «Η ΤΡΙΦΥΛΙΑ» του Κοσμά Εμμ. Αντωνόπουλου (σελ. 397-398).

Ο Κοσμάς Αντωνόπουλος, απόγονος και αυτός των Γιαννοπουλαίων από την κόρη του Γιάννου Γιαννόπουλου, αναφέρει ότι στο Μανιάκι, έπεσε και ο άλλος γιος του Γιάννου, ο Νίκος. Από τον Νίκο Γιαννόπουλο κρατάει η δικιά μου σκούφια. Μα θα συνεχίσω με τα γενεολογικά …σύντομα.

Εργασία του : ΚΟΜΙΑΝΟΥ ΠΙΠΗ, komianos.wordpress.com

Από το Κοπανάκι και τα χωριά όλης της Τριφυλίας