Αρχείο κατηγορίας ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ

Η Σαπφώ Νοταρά διαβάζει το Χριστουγενιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: “Έρωτας στα χιόνια”.

Παπαδιαμάντης -Νοταρά

επιμέλεια: Αναστασία Λεοντή

O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι γιορτινές ημέρες.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου 1851 και πέθανε στη Σκιάθο στις 3 Ιανουαρίου 1911.Έρχεται στη  σκέψη μας τις ημέρες των εορτών, που ο ίδιος περιγράφει και αισθάνεται με την αγνότητα, την πνευματικότητα και την σπάνια ευαισθησία που υπάρχει σε ολόκληρο το λογοτεχνικό του έργο. Κοντά στις Γιορτές και μετά από ολόκληρα 109 χρόνια από τον θάνατο του, διαλέξαμε μια φωτογραφία του, που «τράβηξε» ο λογοτέχνης σύγχρονος του Παύλος Νιρβάνας, το αυτοβιογραφικό του σημείωμα, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Πολιτεία» από τον Γιάννη Βλαχογιάννη στις 13 Σεπτεμβρίου 1925, ένα απόφθεγμα του και το διήγημα «Ο έρωτας στα χιόνια» (1985).(Κρατήσαμε την ορθογραφία του Παπαδιαμάντη).

«Μεταξύ όλων των επαγγελμάτων, εις όλον το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας, καθώς και του πατριωτισμού».

Αυτοβιογραφικό σημείωμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

«Εγεννήθην εν Σκιάθω τη 4 Μαρτίου 1851. Εβγήκα από το Ελληνικόν Σχ(ολείον) εις τα 1863, αλλά μόνον το 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α΄και Β΄τάξιν. Την Γ΄εμαθήτευσα εις Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου, κ’ έμεινα εις την πατρίδα. Κατά  Ιούλιον του 1872 επήγα εις το Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τω 1873 ήλθα εις Αθήνας κ’ εφοίτησα εις την Δ΄ του Βαρβακείου. Τω 1874 ενεγράφην εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν, όπου ήκουσα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας.

Μικρός εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, κ’εδοκίμαζα να συντάξω κωμωδίας. Τω 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστόρημα. Τω 1879 εδημοσιεύθη η Μετανάστις,έργον μου, εις τον Νεολόγον Κ/πόλεως. Τω 1881 έν θρησκευτικόν ποιημάτιον εις το περιοδικόν Σωτήρα.Τω 1882 εδημοσιεύθη Οι Έμποροι των Εθνών εις το  Μη χάνεσαι. Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά κ’ εφημερίδας».

Προτείνομε να ακούσετε την Σαπφώ Νοταρά να διαβάζει Παπαδιαμάντη

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ

Καρδιά του χειμώνος. Χριστούγεννα, Άης Βασίλης, Φώτα.

Και αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της δυστυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:

− Σεβντάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς …· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.

Το έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν  ως παρατσούκλι: «Ο μπαρμπα−Γιαννιός ο Έρωντας».

Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Μασσαλίαν.

Είχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομβαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Είχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είταείχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Είχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Μασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν , ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.

Κανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Είχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.

Και αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:

Σοκάκι μου μακρύ−στενό, με την κατεβασιά σου,

κάμε κι  εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,

δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.

Χειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Επάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. Η πρωία ενθύμιζε το δημώδες:

Βρέχει, βρέχει και χιονίζει,

κι ο παπάς χειρομυλίζει.

Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα−Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον η ανεμόμυλον, κι επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.

Και είχε πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Εγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Είχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κι ένα γαιδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαιδουράκι της. Μόνον τον μπαρμπα−Γιαννιόν δεν αγαπούσε.

Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.

Και είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας λαϊδας της Μασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Και είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.

Συχνά, όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσάν της ν’ αλέθη, ι’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαιδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.

− Να είχεν ο έρωτας σαϊτες!… να είχε βρόχια… να είχε φωτιές… Να τρυπούσε με τις σαϊτες του τα παραθύρια… να ζέσταινε τις καρδιές… να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια… Ένας γερο−Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.

Εφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο−Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοτσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Εξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Μαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοτσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και οι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο−Φερετζέλη.

Την άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κι εμορμύριζεν:

− Ένας Θεός θα μας κρίνη… κι ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση. Και είτα μετά στεναγμού προσέθετε:

− Κι ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη.

Αλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες ασμάτιον:

Σοκάκι μου μακρύ−στενό, με την κατεβασιά σου,

κάμε κι εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Την άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.

− Άσπρο σινδόνι… να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού… ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας… να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.

Εφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, εν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Το καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Μασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και ξετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου. Ν’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Να σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαιδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!

Την άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παρά ποτέ.

Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.

Χειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Υγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.

Ηύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Επιάσθη από το αγκωνάρι. Εκλονήθη. Ακούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Εμορμύρισε:

− Να είχαν οι φωτιές έρωτα!… Να είχαν οι θηλιές χιόνια…

Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.

Πάλιν εκλονήθη. Επιάσθη από τον παραστάτην μιάς θύρας. Κατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Το ρόπτρον ήχησε δυνατά.

− Ποιος είναι;

Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Ευλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς η κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;

Επάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Χριστούγεννα, Άης−Βασίλης, Φώτα, παραμοναί. Καρδιά του χειμώνος.

− Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.

Το παράθυρον έτριξεν. Ο μπαρμπα−Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Το παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Μίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!

Ο μπαρμπα−Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Εδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμά του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:

«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ−στενό σοκάκι!…»

Μόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Εχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.

− Και εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε… ζωντανό σοκάκι.

Εξεπιάσθη από την λαβήν του. Εκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Εξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.

Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Εύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.

«Είχαν οι φωτιές έρωτα!… Είχαν οι θηλιές χιόνια!»

Και το παράθυρον προ μιάς στιγμής είχε κλεισθή. Και αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.

Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Κ’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Και η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον.

Και ο μπαρμπα−Γιαννιός άσπρισεν όλος, κι  εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και ξετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.

ΙΡΛΝΑΔΙΑ: ΚΡΕΜΑΝΕ ΤΑ ΜΠΟΥΦΑΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΤΑ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΟΙ ΑΣΤΕΓΟΙ.

ΙΡΛΝΑΔΙΑ: ΚΡΕΜΑΝΕ ΤΑ ΜΠΟΥΦΑΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΤΑ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΟΙ ΑΣΤΕΓΟΙ – ΟΜΟΡΦΗ ΖΩΗ

Συγκίνηση έχει προκαλέσει στο Δουβλίνο η κίνηση πολιτών που κάλεσαν τον κόσμο να κρεμάσει σε μια γέφυρα μπουφάν και παλτό που δεν ήθελαν πια ώστε να τα πάρουν οι άστεγοι.Εδώ και λίγες μέρες, στη γέφυρα Ha’penny, τα κάγκελα συχνά είναι γεμάτα παλτό και κάθε φορά που αδειάζουν, νέα ρούχα καταφθάνουν συνεχώς.«Αν χρειάζεστε ένα, παρακαλώ πάρτε ένα. Αν θέλετε να βοηθήσετε, παρακαλώ κρεμάστε ένα», αναφέρουν τα σημειώματα κατά μήκος της γέφυρας. Εκτός από τα πανωφόρια, υπάρχει και ένα πλαστικό κουτί το οποίο είναι γεμάτο με κασκόλ, σκουφιά και γάντια.

Η πρωτοβουλία ξεκίνησε από μια σελίδα στο Facebook που ονομάζεται Warm for Winter, που στοχεύει να βοηθήσει τους άστεγους κατά τους κρύους χειμωνιάτικους μήνες.Σκοπός είναι να κρεμιούνται ρούχα σε κατάλληλα μέρη γύρω από τις πόλεις και τις πόλεις της Ιρλανδίας, σε μέρη όπου γνωρίζουν ότι περνούν άνθρωποι που τα χρειάζονται.Η κίνηση ξεκίνησε την ίδια ημέρα που εκατοντάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους της ιρλανδικής πρωτεύουσας για να διαμαρτυρηθούν για την αυξανόμενη κρίση των αστέγων.Εκτιμάται πως στο Δουβλίνο υπάρχουν περίπου 4,300 άστεγοι ενήλικες και 221 οικογένειες χωρίς σπίτι.Ο Patrick Fryers, ο οποίος ξεκίνησε την καμπάνια Warm For Winter, λέει ότι ελπίζει ότι θα εξαπλωθεί σε άλλες τοποθεσίες. «Ακόμα κι αν είναι μόνο ένα παλτό, κρεμάστε το κάπου που πιστεύετε πως κάποιος μπορεί να το χρειαστεί και θα περάσει να το πάρει».Ο Patrick θα συνεχίσει να συλλέγει τα παλτό και να τα κρεμάει στη γέφυρα Ha’penny και ενθαρρύνει ανθρώπους και σε άλλες περιοχές να κάνουν το ίδιο. Αναφέρει πως αποφάσισε να καλύψει τα παλτό με πλαστικό ώστε να είναι στεγνά σε περίπτωση βροχής.Πολλοί κάτοικοι του Δουβλίνου καλούν μάλιστα μέσω social media, τουρίστες και επισκέπτες που είναι στην πόλη και έχουν μαζί τους ένα παλτό που δεν χρειάζονται, να περάσουν και να το αφήσουν στη γέφυρα ή να κάνουν γνωστή την πρωτοβουλία ώστε να γίνει παράδειγμα και για άλλες πόλεις ή ακόμη και χώρες.Warm for Winter

Πηγή: Ιρλναδία: Κρεμάνε τα μπουφάν που δεν θέλουν για να τα παίρνουν οι άστεγοι – Όμορφη ζωή

 

Μήτσος Μπεμπόνης από το Σιτοχώρι (Πιτσά) Τριφυλίας. Η κόρη του η Ζάνα , αναμοχλεύει την ιστορία της φαμίλιας τους.

Αυτό το έγραψα πριν χρόνια σαν σήμερα.
Επειδή δεν έκανα φέτος πολιτικό μνημόσυνο για τον πατερουλη μου Μήτσο Μπεμπονη του Αναστασίου και της Γιαννούλας από το Σιτοχώρι Τριφυλίας,
Το μοιράζομαι ξανά,μαζί σας.
Μην με συγχωρνατε που είμαι περήφανη για τον Πατέρα μου.
Καλό σας απόγευμα.

29 Οκτωβρίου 2018

Αυτός ο απλός άνθρωπος που τον γνώρισα για πρώτη φορά τον Ιούλη του 1957 στον Εύδηλο.. εξόριστο. .γιατί μέχρι τότε «ήξερα»τον «μπαμπά»μου.. αυτός ήθελε να σπουδάσω..
Η μάνα μου, η Γεωργία Παληού-Μπεμπονη, ήθελε να μην ανακατεύω με την δημόσια ζωή.
Ήθελε να βγάλω το Λύκειο,να βρουν ένα»καλό παιδί»,να κάνω οικογένεια..
Ο πατέρας ομως, (οδηγός ταξί μετά την αποφυλάκιση (,επέμενε:»πρώτα να πάρει πτυχίο,να βρει δουλειά να κουδουναει η τσέπη της. Μετα αν είναι θα τον βρει μόνη της τον μουστερη)!!
Έβλεπε ο Μήτσος παραπέρα..
Όπως δεν»έβλεπε» ο θείος μου ο Κώστας, πρώτος ξάδελφος του μπαμπά από την γιαγιά Γιαννούλα. .το γένος Μητρογιαννοπουλου ησαντε, τεσσερις αδελφές.
Η γιαγιά Καλλιρόη που παντρεύτηκε τον Μήτσο Παπαδόπουλο.. κάνανε τον Νίκο, μετέπειτα Εισαγγελέα Εφετών..η Γιαγιά Μαρία που έφτιαξε τα αδέλφια Αριστείδη και Γιάννη Δριμη η Γιαγιά Γιαννούλα που έκανε την θεία Αλεξάνδρα,τον θείο Θεόδωρο τον εκτελεσμένο θείο Νίκο και το μπαμπά μου.
Ήταν όμως και η άλλη γιαγιά που έκανε τον θείο Κώστα
Το καμάρι μας.
Γιατί έγινε μεγάλος γιατρός,καθηγητής Ουρολόγος, Πανεπιστημίου και Πρύτανης.
Αυτός λοιπόν ο θείος, όταν αρρώστησε ο μπαμπάς από την σπειροματονεφριτιδα και πήγα στην οδό Πετράκη στο ιατρείο να μου πει τι να κάνω,έβγαλε την διάγνωση.
«Να παντρευτείς.Δουλεια έχεις και καλή.Υπαλληλος στην Εθνική Τράπεζα και μάλιστα εξέλιξιμη .Τι τα θες τα πανεπιστήμια;αηντε να του κάνεις του Μήτσου Κουτσούβελα. Δεν χρειάζεται το πτυχίο..»
Με αυτή λοιπόν την διάγνωση εν έτει 1976 παραμασχαλα γύρισα σπίτι και..στρώθηκα στο διάβασμα.
Το πρωί στη δουλειά,το απόγευμα διάβασμα..σκατα φοιτητική ζωή..έπρεπε να πληρώνουμε το κάτι τις για τον τεχνητό νεφρό του μπαμπά..η σύνταξη του ελάχιστη..
Τα χρόνια πέρασαν..έλα που άνοιξε η ορεξη και ήθελα μεταπτυχιακές σπουδές..που να πάω; στον θείο Κώστα..τον Δημόπουλο..
Έλα που ποτέ δεν με δέχθηκε..
Πέρασαν τα χρόνια..έκανα έρευνα..αξιώθηκα να μιλήσω σε διεθνή συνέδρια..ο Μητσος μου με βλέπει από πάνω..
Παρόλες τις ταλαιπωρίες,έστω με λίγα ψωροευρω, κουδουνάει η τσέπη κατά πως τολεγε ο πατέρας μου..
Ο γάμος;όχι δεν είναι αποκατάσταση. Ειναι η συντροφικότητα όταν υπάρχει και είναι έντιμη δεν πήγε καλά ο γάμος και Κουτσού ΕΛΑΣ δεν ευλογήθηκα για ζήσει.
Αποκατάσταση είναι το κουδούνισμα της τσέπης , η υγεία και οι σωστές κοινωνικές θέσεις..να αφήσουμε ένα λιθαράκι στην κοινωνία.
Να βοηθήσουμε τον άνθρωπο να φτιάξει την Ζωή.
Δεν ξέρω αν τον συγχωρησα το θείο μου..συστατικές επιστολές πήρα από τέσσερις καθηγητές μου..ένας από αυτούς ο Γιώργος Μπαμπινιώτης..που με ήξερε από το 1971 καταδιωκόμενη από τον Καραπαναγιώτη..
Το διδακτορικο μου τοκανα με πόνο..ματωνοντας οικονομικά..
Δεν ξέρω αν πότε θα έχω χρήματα για να το εκδώσω..
Σημασία έχει ότι το όνειρο μου,το έκανα..
Στην κηδεία του θείου πήγα πριν τέσσερα χρόνια στον Άγιο Διονύσιο..ήταν εκεί κάποιοι εισαγγελείς γνωστοί..Ένας από αυτούς ήλθε και με συλλυπητήρια..δεν λέω το όνομα του..γιατί είναι εν ενεργεία στον Άρειο Πάγο..
Ο δεύτερος ξάδελφος μου,ο Μελέτης ο γυιος του θείου Κωστα είναι τώρα Πρύτανης στο ΕΚΠΑ..
Τον καμαρώνω όπως καμαρώνω και για τον θείο Κωστα..όπως καμαρώνω για τον ξάδελφο μου τον Νίκο που ήταν αδέκαστος Εισαγγελέας..όπως καμαρώνω για τον ξάδελφο μου Στέλιο Δριμη από τις παγκόσμιες αυθεντίες στην πνευμονολογία.
Φτωχοπαιδα ειμασταν όλοι στην οικογένεια..
Αγωνίστηκαν και αγωνίζομαι να φτιάξουμε τη ζωή..
Τώρα αν κάποιοι αλλοτρίωθηκαν στην πορεία..ε..τι να πω..πονάει πολύ η πληγή..πιο πολύ όταν ξύνεις το κακαδι..
Καλή σας όρεξη.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 4 άτομα, περιλαμβάνεται η Ζανα Μπεμπονη, , τα οποία χαμογελούν

Σάββατο 17 Αυγούστου 2019: 5το αντάμωμα Τριφύλιων & Ολύμπιων στον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη στη Νέδα.

Το Σάββατο 17 Αυγούστου 2019 πραγματοποιήθηκε το 5ο αντάμωμα Τριφύλιων & Ολύμπιων στον Άγιο Θεόδωρο τον Στρατηλάτη στη Νέδα.  (Ακολουθεί και άλλο ρεπορτάζ)

Ο εμπνευστής του θεάρεστου αυτού έργου Δημήτρης Γεωργόπουλος, γνωστός για τη μεγάλη του αγάπη για τον τόπο μας, κατόρθωσε για μια ακόμη φορά να ενώσει όμορφα Μεσσήνιους και Ηλείους.
Η εκδήλωση ξεκίνησε το πρωί με την τέλεση θείας λειτουργίας στον νεόδμητο ναό του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη. Μετά το πέρας της λειτουργίας ο Δημήτρης Γεωργόπουλος καλωσόρισε και ευχαρίστησε για την παρουσία τους, σε ένα διαμορφωμένο χώρο ανάμεσα στα πλατάνια, τους πολυπληθείς φίλους που προσήλθαν σε αυτό το αντάμωμα με τον γνωστό του ποιητικό λόγο.

Στη συνέχεια ακολούθησε πολύωρο γλέντι και χορός με ζωντανή μουσική από τους μουσικούς Ανδρέα Ζαρειφόπουλο και Γιάννη Κλωνάρη και τους τραγουδιστές Κώστα Παναγούλια και Νίκο Μιχελή. Προσφέρθηκαν δωρεάν μεζέδες, κρασί και αναψυκτικά σε όλους τους παρευρισκόμενους.
Την εκδήλωση τίμησαν και χαιρέτησαν οι: βουλευτές Μεσσηνίας, κ. Γιάννης Λαμπρόπουλος και κ. Μίλτος Χρυσομάλλης, η κα Μαρία Λιακάκη, αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Συλλόγων – Συνδέσμων Τριφυλίας, ο κ. Κων/νος Σμυρνής, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Συλλόγων Ολυμπίας και ο κ. Αθανάσιος Κυριαζής, πρόεδρος πολιτιστικών εκδηλώσεων Σιδηροκάστρου. Παρευρέθηκαν ακόμη ο κ. Στάθης Παρασκευόπουλος, εκπαιδευτικός – συγγραφέας, ο κ. Δημήτρης Παπακωνσταντόπουλος, γεν. γραμματέας της Ομοσπονδίας Συλλόγων – Συνδέσμων Τριφυλίας, ο  κ. Θεοδωρόπουλος, αεροπαγίτης, ο κ. Ευάγγελος Αντωνόπουλος, λυκειάρχης Κυπαρισσίας, εκπρόσωποι συλλόγων και κοινοτήτων της περιοχής, διακεκριμένες προσωπικότητες  και πλήθος κόσμου.

Από τα βάθη της ψυχής μου εύχομαι στον αγαπητό φίλο Δημήτρη ο Θεός να τον έχει καλά και για πολλά ακόμη χρόνια να μας καλωσορίζει στον παραδεισένιο τόπο της Νέδας.
Το ιστολόγιο anodorio ήταν παρόν και παρουσιάζει στιγμές από την όμορφη εκδήλωση.
Γιάννης Ανδριόπουλος


14 Έλληνες καλλιτέχνες απαντούν για την Αθήνα της Κατοχής. 24 – 28 Ιουλίου 2019.

Ομαδική έκθεση αντιναζιστικών κόμικς: 14 Έλληνες καλλιτέχνες απαντούν για την Αθήνα της Κατοχής

Alsos Lounge Cafe

ΟΜΑΔΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΑΝΤΙΝΑΖΙΣΤΙΚΩΝ ΚΟΜΙΚΣ: 14 ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΑΠΑΝΤΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Η διατήρηση της μνήμης μέσω της τέχνης των κόμικς απέναντι στο διαχρονικά απάνθρωπο πρόσωπο του ναζισμού

24 – 28 Ιουλίου 2019

«Πώς ήταν η ζωή στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής; Πώς κατάφεραν οι Αθηναίοι να επιβιώσουν και να διατηρήσουν την αξιοπρέπεια και την κοινωνική συνοχή εν καιρώ πολέμου; Ποιες θηριωδίες, ποια εγκλήματα διέπραξαν οι κατακτητές; Πώς αντιστάθηκαν οι κάτοικοι της πόλης; Ποιοι συνεργάστηκαν με τους ναζί; Ποιοι κράτησαν το στόμα τους κλειστό; Ποιοι βγήκαν στους δρόμους, με θάρρος και αυταπάρνηση σε καθεστώς απόλυτης παρανομίας για να διεκδικήσουν την ελευθερία; Και πώς φτάσαμε στην απελευθέρωση;»

Έργο: Γιώργος Γούσης

Δεκατέσσερις κορυφαίοι Έλληνες δημιουργοί κόμικς δίνουν τις δικές τους απαντήσεις με ισάριθμα έργα. Στόχος είναι η διατήρηση της μνήμης μέσω της τέχνης των κόμικς απέναντι στο διαχρονικά απάνθρωπο πρόσωπο του ναζισμού. Η αποτροπή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον στηρίζεται στη γνώση της ιστορίας και των γεγονότων.Οι 14 Έλληνες καλλιτέχνες που συμμετέχουν στην ομαδική έκθεση στην Καφετέρια του Θεάτρου Άλσους στο Πεδίο του Άρεως, χρησιμοποιώντας τεκμήρια και ιστορικά δεδομένα, δημιουργούν τις δικές τους, σκληρές ιστορίες για την Αθήνα κατά την ταραγμένη περίοδο της ναζιστικής Κατοχής.

Έργο: Λέανδρος

*Κεντρική Φωτογραφία: Έργο – Πέτρος Ζερβός

Η διακεκριμένη παλαιοανθρωπολόγος Κατερίνα Χαρβάτη, ξαναγράφει την ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης.

Τα κρανία στη Μάνη ξαναγράφουν την ιστορία του ανθρώπου.

«Είναι κάτι μοναδικό. Δεν είναι κάτι που το συνηθίζει κανείς. Αυτά τα ευρήματα αντιπροσωπεύουν ανθρώπους που κάποτε έζησαν και περιέχουν έναν πλούτο πληροφοριών για το παρελθόν. Νιώθω μεγάλη χαρά και ευγνωμοσύνη κάθε φορά που πλησιάζω τέτοια ευρήματα», λέει στην «Καθημερινή» και στον Σάκη Ιωαννίδη,  η διακεκριμένη παλαιοανθρωπολόγος Κατερίνα Χαρβάτη, που με την έρευνά της ξαναγράφει την ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης.
Την περασμένη Τετάρτη, η κ. Χαρβάτη και η ομάδα της, που αποτελείται από διακεκριμένους επιστήμονες, δημοσίευσαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature τα αποτελέσματα της έρευνάς τους πάνω σε δύο κρανία που είχαν εντοπιστεί στο σύμπλεγμα σπηλαίων Απήδημα της Μάνης και φαίνεται ότι ένα από αυτά, το «Απήδημα 1», έχει ηλικία 210.000 ετών. «Πρόκειται για τον αρχαιότερο Homo sapiens που ανακαλύφθηκε εκτός της Αφρικής και μετακινεί την άφιξή τους στην Ευρώπη κατά 150.000 χρόνια νωρίτερα απ’ όσο νομίζαμε μέχρι σήμερα», σημειώνει η κ. Χαρβάτη..
Η εξέλιξη των Homo sapiens σημειώθηκε στην Αφρική πριν από περίπου 300.000 χρόνια. Ευρήματα που εντοπίστηκαν στο Ισραήλ ηλικίας 194.000 ετών έδειξαν ότι η μετανάστευση από την Αφρική ξεκίνησε νωρίς, αλλά το κρανίο της Μάνης καταδεικνύει αφενός ότι κύματα μετανάστευσης πληθυσμών άρχισαν νωρίτερα και μάλιστα ότι προχώρησαν μακριά μέσα στην Ευρώπη.
Αυτό προκάλεσε μεγάλη έκπληξη στους επιστήμονες, αλλά δημιούργησε και μία σειρά νέων ερωτημάτων για περαιτέρω έρευνα, όπως τι προκάλεσε τη μετακίνησή τους και τι απέγιναν αυτοί οι πληθυσμοί. «Ξέρουμε ότι στην περιοχή της Μάνης και γενικότερα σε όλη την Ελλάδα είχαμε ήπιο κλίμα, ιδιαίτερα στις εποχές των παγετώνων. Φαίνεται ότι εκτός από διάδρομος μετακινήσεων πληθυσμών, η περιοχή υπήρξε κάτι σαν καταφύγιο στις εποχές των παγετώνων που μάλλον ευνοούσε τη ζωή ανθρώπων, ζώων και φυτών», μας λέει η κ. Χαρβάτη.
Το δεύτερο κρανίο, το «Απήδημα 2», ανήκει σε έναν Νεάντερταλ ηλικίας 170.000 ετών. Τα δύο κρανία δεν σώζονται ολόκληρα, αλλά αποτελούνται από θραύσματα και κομμάτια διαφορετικών μεγεθών.
Από το «Απήδημα 1» διατηρούνται το πίσω μέρος και η αριστερά πλευρά του, ενώ το δεύτερο είναι σχεδόν ολόκληρο αλλά έχει υποστεί πολλές αλλοιώσεις. Είχαν εντοπιστεί στο σπήλαιο της Μάνης το 1978 από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών που έκανε έρευνες στην περιοχή. Τα ευρήματα ήταν εγκλωβισμένα σε έναν βράχο και ήταν δύσκολη η εξαγωγή και ο καθαρισμός τους, ενώ είχαν υποστεί μεγάλες αλλοιώσεις.
Οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν τότε στο δεύτερο, πιο ολοκληρωμένο, εύρημα, που είχε εμφανή τα χαρακτηριστικά του Νεάντερταλ. Έκτοτε, υπήρχε η πεποίθηση πως τα δύο κρανία προέρχονταν από την ίδια χρονική περίοδο.
Το Ανθρωπολογικό Μουσείο της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ κάλεσε την κ. Χαρβάτη και την ομάδα της από το Κέντρο Σένκεμπεργκ για την Ανθρώπινη Εξέλιξη και το Παλαιοπεριβάλλον του γερμανικού Πανεπιστημίου του Τίμπιγκεν για να μελετήσουν τα ευρήματα εφαρμόζοντας καινοτόμες μεθόδους χρονολόγησης και τρισδιάστατης απεικόνισης. Η στρογγυλή μορφή του κρανίου όπως προκύπτει από την τρισδιάστατη απεικόνιση, επισημαίνει η Κατερίνα Χαρβάτη, είναι το χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει στη μορφολογία του Homo sapiens σε σχέση με του Νεάντερταλ.
Οι πρώιμοι Homo sapiens αντικαταστάθηκαν από τους Νεάντερταλ, οι οποίοι με τη σειρά τους εξαφανίστηκαν για να δώσουν τη θέση τους στους προγόνους του σύγχρονου ανθρώπου, τα πρώιμα ίχνη των οποίων χρονολογούνται στην περιοχή έως και πριν από 40.000 χρόνια.
Τα νέα δεδομένα για τους παλαιούς συγγενείς μας που κομίζει η έρευνα των επιστημόνων δείχνουν επίσης ότι ο ελλαδικός χώρος ήταν ένα πέρασμα στην ανθρώπινη εξέλιξη και πιο συστηματικές και ευρύτερες έρευνες ίσως φέρουν στο φως ακόμη περισσότερα στοιχεία για τη ζωή των πρώτων ανθρώπων. «Ελπίζω να συνεχιστεί η έρευνα στην Ελλάδα. Υπάρχουν πολλά ακόμη να ανακαλυφθούν στον χώρο της ανθρώπινης εξέλιξης. Η Ελλάδα είναι γνωστή για το αρχαίο παρελθόν της, αλλά είναι και πολύ σημαντική για την εξέλιξη του ανθρώπου, ένα παρελθόν που δεν το έχουμε διερευνήσει πλήρως».

ΟΙΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΓΡΙΛΙΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ: ΜΑΓΕΥΤΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΕΚΛΕΚΤΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΑΨΟΓΗ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ.

Πρωί μεσημέρι βράδυ, με εκλεκτή κουζίνα και άψογο σέρβις.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Και κρεατικά και θαλασσινά αλλά και Ελληνική κουζίνα.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Η εικόνα ίσως περιέχει: φαγητό

Η εικόνα ίσως περιέχει: υπαίθριες δραστηριότητεςΚάθε Παρασκευή ζωντανή μουσική.Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, κάθεται και εσωτερικός χώρος

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα κάθονται και εσωτερικός χώρος

REZERVE, SPESIAL ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ,  ΒΑΣΙΛΗΣ: 698 503 7543.

Από το Κοπανάκι και τα χωριά όλης της Τριφυλίας