Αρχείο κατηγορίας ΕΛΕΝΗ …ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Σκοτώνουν τ’άλογα όταν γεράσουν-1969- Με Ελληνικούς υπότιτλους.

«Σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν» του Σίντνεϊ Πόλακ  Στο Camino RealΑμερική της οικονομικής κρίσης του 1929.Ένας διαγωνισμός χορού που πολλά υπόσχεται…Συμβολική μικρογραφία ολόκληρου του μάταιου και απατηλού βίου.
Ο Sydney Pollack σκηνοθετεί τη σπαρακτική αυτή ταινία με την Jane Fonda (Gloria) και Michael Sarrazin (Robert).Βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Horace McCoy.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΤΑΤΟΥΑΖ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΑ ΕΚΑΝΕ Ο «ΤΖΙΜΗΣ». ΒΙΟΣ ΚΑΙ …ΠΟΛΙΤΕΙΑ, ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ Ο …ΑΡΚΟΥΔΕΑΣ.

Ο Παύλος Μαματσής χτυπάει τατουάζ στην Ελένη Πετρουλάκη στα μέσα της δεκαετίας του 90 και η φωτογραφία κάνει τον γύρο των περιοδικών.

Βίος και πολιτεία του Τζίμη, του πρώτου Έλληνα δερματοστίκτη.

Είμαι νησιώτης, Μυτιληνιός. Γεννήθηκα ή το 1933 ή το 1935. Δεν είμαι και σίγουρος.

Η μάνα μου λέει ’το 33, αλλά τα χαρτιά λένε το ’35. Κάποιο μπέρδεμα με τα πιστοποιητικά θα ’χε γίνει. Όλο έτσι συνέβαινε τότε. Όμορφα ήταν στο νησί, αλλά έφυγα μικρός.

Ήμουν παιδί όταν, θυμάμαι, με είδε ένας εκεί που με είχαν πάρει μαζί στο κυνήγι και του φάνηκα σκληρό και δυνατό αγόρι. Μου είπε να με πάρει στα καράβια. Δεν το σκέφτηκα και πολύ. Πήγα.

Μικρός ήμουνα, δεν θυμάμαι πόσο. Όλο τον κόσμο γύρισα. Όταν πήγα στην Αμερική τρελάθηκα. Πήδηξα από το καράβι κι έμεινα λαθραίος όταν δέσαμε στον Καναδά. Πήγα στο Τορόντο, έζησα εκεί κι έμαθα τη δουλειά δίπλα σε ανθρώπους που τους αγάπησα και με βοήθησαν.   Εγώ ζωγράφιζα καλά.

Image

Όταν ήμουν στα καράβια, αφού τελειώναμε τη δουλειά, πήγαινα με την μπουκάλα το ουίσκι και άραζα. Είχα μαζί χαρτί και μολύβι, έπινα και σχεδίαζα. Διαβόλους, τριβόλους και ό,τι έβλεπα στα ταξίδια μου. Στο Τορόντο δούλευα οικοδόμος και κάτω από το δώμα που έμενα ήταν ένα τατουατζίδικο.

Μπήκα να δω κι εγώ τι ήταν εκεί μέσα. Τους γνώρισα, με γνώρισαν και κατέβαινα κι έπινα κάνα καφεδάκι με τον Μπίλι που το είχε. Μέσα είχε άλλους τέσσερις που δούλευαν γι’ αυτόν. Μια μέρα, ενώ έπινα καφέ, ο ένας πάλευε να σχεδιάσει ένα δελφινάκι. Το ’κανε μια, το ’κανε δυο, δεν του ’βγαινε. Του λέω «άσε να σ’ το φτιάξω εγώ». Πήρα το χαρτί και τσάκα-τσάκα το σχεδίασα. Το βλέπει ο Μπίλι, παθαίνει πλάκα και με πήρε εκεί να μάθω. Καλός άνθρωπός, ξηγημένος.

Όταν γύρισα στην Ελλάδα λίγο μετά το ’70 ξεκίνησα να δουλεύω οδηγός στη γαλλική πρεσβεία. Μετά πήρα και μια άδεια ταξί. Έδινε ο Παπαδόπουλος άδειες τότε, πήρα κι εγώ μισή, αλλά δεν πολυδούλεψα.

Η συνέχεια του άρθρου: http://www.alexiptoto.com/%CE%B2%CE%AF%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%C

Οι Γερμανοί Ξανάρχονται. (Θέατρο 1977) και η ταινία: Οι Γερμανοί Ξανάρχονται – (1948).

Σκηνοθεσία: Αλέκος Σακελλάριος, Κώστας Ζωγόπουλος
Σενάριο: Αλέκος Σακελλάριος, Χρήστος Γιαννακόπουλος
Συγγραφέας: Αλέκος Σακελλάριος, Χρήστος Γιαννακόπουλος
Ηθοποιοί: Γιάννης Μιχαλόπουλος, Βασίλης Τσιβιλίκας, Βίνα Ασίκη(νοσοκόμα), Λευτέρης Ελευθεριάδης, Ορφέας Ζάχος, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Γιάννης Μαλούχος(Ζήσης), Μαρία Μαρτίκα, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Δήμητρα Σερεμέτη, Εύη Τριανταφύλλου, Τάσος Ψωμόπουλος.
Σχόλια/Πλοκή: «Οι Γερμανοί ξανάρχονται»των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου είναι ένα έργο-σταθμός στο νεοελληνικό θέατρο. Οι δύο μεγάλοι συγγραφείς του κατάφεραν εκτός από το να γράψουν μία άρτια από κάθε άποψη κωμωδία, ν’ αποτυπώσουν μέσα από τις σκηνές της την πολιτική των μεγάλων δυνάμεων απέναντι στη χώρα μας και να εκφράσουν την αγωνία του μέσου Έλληνα για το μέλλον αυτού του τόπου. Το έργο ανέβηκε από το θίασο της μεγάλης ηθοποιού Μαρίκας Κοτοπούλη στο Θέατρο «Ρεξ» το 1947 με τους Βασίλη Λογοθετίδη, Νίτσα Τσαγανέα, Κάκια Παναγιώτου, Βίλμα Κύρου και Ντίνο Ηλιόπουλο.

Ξέρετε τι μεγάλο δυστύχημα είναι να μη σου αρέσει η πόλη που αγαπάς; Το άρθρο ενός γιου αντιδημάρχου, που τον οδήγησε στην παραίτηση.

Ο γιος του δημοσίευσε άρθρο στην εφημερίδα…και ο μπαμπάς παραιτήθηκε! (Πηγή)


Jan 14, 2014 

Σάλος επικρατεί εδώ και δυο μέρες στην κλειστή κοινωνία της Νάουσας εξαιτίας της παραίτησης του αντιδημάρχου κυρίου Θωμά Βραντσή επειδή , ο γιος του αρθρογράφησε και δημοσίευσε ένα άρθρο στην εφημερίδα.

Και όμως αυτό το πρωτόγνωρο περιστατικό συνέβη στην ηρωική πόλη που έχει ταυτίσει το όνομά της εδώ και δεκαετίες με τις έννοιες δημοκρατία και ελευθερία του λόγου.

 Αναδημοσιεύουμε το άρθρο του Νίκου Βράντση, γιο του παραιτηθέντος αντιδημάρχου Νάουσας που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Νέοι Καιροί”.

Δείτε τι λέει αυτός ο νέος που οδήγησε τον δήμαρχο της Νάουσας να ζητήσει την παραίτηση του πατέρα του από τον αντιδημαρχιακό θώκο:

Ξέρετε τι μεγάλο δυστύχημα είναι να μη σου αρέσει η πόλη που αγαπάς; Δυστυχώς εμένα μου συνέβη. Έχει πάψει να μου αρέσει αυτή η πόλη.

Δεν μου αρέσει γιατί όταν πηγαίνω στη βιβλιοθήκη της είμαι μονάχος.

Δεν μου αρέσει γιατί βλέπω αποτσίγαρα στους δρόμους πεταμένα, βλέπω τα εκπληκτικά φυσικά της τοπία βεβηλωμένα, βρώμικα.

Δεν μου αρέσει γιατί όποιον δημιουργικό άνθρωπο έχω συναντήσει, μοιάζει απαρηγόρητος, περιθωριοποιημένος και μόνος, βασανισμένος από τους κανίβαλους που πίνουν, δίχως να εκτιμούν, την φαιά του ουσία.

Δεν μου αρέσει γιατί βλέπω ανθρώπους υποταγμένους στα συντηρητικά βλέμματα , μιας συντηρητικής κοινωνίας. Ανθρώπους που κυνηγούν τα λάθος πράγματα, για να κερδίσουν την εκτίμηση λάθος ανθρώπων.

Δεν μου αρέσει γιατί οι πολιτικοί μας πατριάρχες, ζήτησαν ψήφο για την αξιοπρέπεια ενός τίτλου ή μιας θέσης. Aν ξεγυμνώσεις όμως τους ανθρώπους αυτούς απ’ όλα τούτα τα αξιώματα, θα δεις ότι πολύ λίγοι θα έχουν εκείνη την ποιότητα της αξιοπρέπειας που δίνει η ελευθερία του να μην είσαι τίποτα.

Δεν μου αρέσει γιατί ο πολίτης της συνδέει την πολιτική με τους πολιτικούς.

Δεν μου αρέσει γιατί δεν βλέπω ανθρώπους να ονειρεύονται.

Και όσοι το έκαναν, έχασαν τη σπιρτάδα από τα μάτια τους, γιατί προτίμησαν τη σιωπή από τη μοναξιά.
Δεν μου αρέσει η θλίψη, η μιζέρια που αποπνέει αυτή η πόλη.

Eσύ, αλήθεια, δεν ταυτίζεσαι μαζί μου;

Ίσως είσαι απλά από αυτούς που έπαψαν να μάχονται. Εκείνους τους συμβιβασμένους που από καιρό γνωρίζουν τη θλιβερή κατάσταση μα αρνούνται να τη παραδεχτούν, γιατί δεν έχουν επιλογή. Νομίζοντας πως είναι φυλακισμένοι σε μια κόλαση που είναι αδύνατον να αλλάξει, προσπαθούν να σκαρφιστούν τρόπους για να αποσπάσουν την προσοχή τους. Αντί να παλέψουν για να αλλάξουν την πόλη αυτή, μεμψιμοιρούν ή απλά μεθούν και ταξιδεύουν σε απραγματοποίητους πόθους και απωθημένα θέλω. Ίσως έπαψες να νοιάζεσαι.

Ίσως είσαι από εκείνους τους δειλούς που αρνούνται να αγκαλιάσουν το νέο, γιατί φοβούνται την κοινωνική κατακραυγή. Γιατί ξέρουν πως ως κομμάτι του παλιού, ίσως δυσκολευθούν να βρουν μια θέση στο καινούριο όταν και αν αυτό εδραιωθεί. Ακόμα και η θέση του μεμψίμοιρου στην πόλη τούτη είναι μια θέση. Μια θέση, θα έλεγα, που έχει και μια αίγλη, διότι δίνει την εντύπωση πως ο αρνητισμός κρύβει και μια αντιπρόταση, η οποία όμως στην ουσία δεν υπάρχει. Στην πραγματικότητα η θέση σου είναι μια θέση δειλίας. Η δειλία της απάθειας. Διότι αν πάψει να υπάρχει αυτό για το οποίο παραπονιέσαι, θα χάσεις την ταυτότητά σου, θα χάσεις αυτό που σου δίνει νόημα.

Εκτός αν είσαι από κείνους που γνωρίζουν το κενό τους, μα δε ξέρουν πώς να το γεμίσουν. Σε σένα χρειάζεται ένας στόχος, και μια πελώρια προσπάθεια ώστε να σε κάνουμε να πιστέψεις στον εαυτό σου, να πιστέψεις πως είσαι ικανός να αλλάξεις, έστω λίγο, τα πράγματα. Αρκεί να προσπαθήσεις.

Ίσως είσαι από αυτούς που συνεχίζουν μονάχοι, μια μάχη σιωπηλή. Μα η μάχη που δίνεις είναι για να διατηρήσεις το όνειρό σου, τον πόθο σου και τη σπιρτάδα στο δικό σου βλέμμα. Έπαψες να μάχεσαι για μια αλλαγή συλλογική. Μετά από κάθε προσπάθεια συνάντησες την αδιαφορία, την προδοσία. Και πληγώθηκες. Οπισθοχώρησες στο προσωπικό, ιδιωτικό σου χώρο, για να τον σώσεις από τη φθορά. Εσύ σίγουρα τώρα που με διαβάζεις στον ζεστό, μοναχικό και ασφαλή σου χώρο, νιώθεις μια φλόγα που ανάβει τα σωθικά σου, κατανοώντας πως υπάρχουν και άλλοι σαν εσένα, και αναζητάς τώρα τρόπο να τους συναντήσεις για να σκαρφιστείτε μαζί τα παιχνιδίσματα που θα μπορούσαν να απελευθερώσουν την οργισμένη δημιουργία που συσσωρεύατε στην σιωπή της ιδιώτευσης.

Η μικρή εσωστρεφής μας πόλη είναι μια πόλη σκληρή. Πολύ σκληρή. Μια πόλη αυτάρεσκη και αλαζονική, που εγκλωβισμένη στον μικρόκοσμό της, νομίζει πως είναι ξεχωριστή. Δυστυχώς κάνει λάθος. Για να γίνει μια πόλη ξεχωριστή πρέπει να παλέψει. Και πάει καιρός που η πόλη αυτή έχει παρατήσει τα όπλα. Πάει καιρός που η πόλη αυτή έχει παραδοθεί, διολισθαίνοντας σε μονοπάτια που πολύ εύγλωττα απεικόνισε ο Λάνθιμος στον Κυνόδοντά του.

Ζητούνται, λοιπόν επικίνδυνοι άνθρωποι, να ταράξουν τη σιωπή. Ζητούνται άνθρωποι να βάλουν ένα μεγάλο στοίχημα. Να δώσουν μια μάχη ενάντια σε συντηρητικούς «ηγέτες» και συντηρητικούς πολίτες. Ενάντια σε μια βαθιά θεμελιωμένη λογική.

Επικίνδυνοι, ανικανοποίητοι με την υπάρχουσα σήψη και παρακμή, ονειροπόλοι, θρασύτατοι και αλλόφρονες, των οποίων η ψυχή και η σκέψη βράζει. Αυτούς έχει ανάγκη η πόλη.

Αυτοί πρέπει να δώσουν το παρόν. Απ’ τους υπόλοιπους ζητώ απλά να μην σταθούν εμπόδιο.

nonews.gr