Κώστας Καζάκος: Με νοιάζει ο άνθρωπος, τον πονάω. Ήμουν συνειδητός κουμμουνιστής.

«Εγώ κυρά μου καλή, ήμουν κουμμουνιστής συνειδητός από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου» – Έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Καζάκος

13-09-2022

Έπαψε σήμερα να χτυπά η καρδιά του σπουδαίου ηθοποιού Κώστα Καζάκου

  

 

Έφυγε σήμερα από τη ζωή ο Κώστας Καζάκος σε ηλικία 87 ετών.

Ο Κ. Καζάκος είχε μακρά και πολύτιμη προσφορά στο θέατρο.

Γεννήθηκε το 1935 στον Πύργο Ηλείας. Στα 18 του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει.

Φοίτησε στη Σχολή Κινηματογράφου Λυκούργου Σταυράκου (1953-1956) και στη Δραματική Σχολή Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν (1954-1957).

Στις εκλογές του Σεπτέμβρη 2007 και του Οκτώβρη 2009 εκλέχθηκε βουλευτής με το ΚΚΕ, ως επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας.

Ο Κώστας Καζάκος ήταν πάντα και σταθερά στο πλευρό του ΚΚΕ. Ένα χρόνο πριν, σε συνέντευξη στη δημοσιογράφο Ειρήνη Δρίβα ανάμεσα σε άλλα τόνιζε: “Εγώ κυρά μου καλή, ήμουν κουμουνιστής συνειδητός από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ακολούθησα την ιστορία του τόπου μου στις φοβερές δεκαετίες του ‘50, του ‘60, του ’70, του ’80 και πάει λέγοντας. Με νοιάζει ο άνθρωπος, τον πονάω. Για αυτό κάνω και αυτή την δουλειά, αν δεν έχεις κοινωνικές ανησυχίες δεν μπορείς να κάνεις τέχνη. Γιατί οτιδήποτε άλλο ξεφεύγει από αυτήν την κατεύθυνση είναι αντιδραστικό και απάνθρωπο, οδηγεί σε δρόμους που είναι καταστροφικοί. Τα μαρτύρια του λαού μας δεν χρειάζεται να τα μετρήσουμε ξανά, είναι ατελείωτα.Ο άνθρωπος πρέπει κάποτε να καταφέρει να φτιάξει μια ζωή που να του αξίζει και ακόμα παραπέρα επιθυμούμε να φτιάξουμε μια ζωή που να αξίζει τον κόπο να πεθαίνεις για χάρη της. Να την υπερασπίζεται μέχρι θανάτου. Η ελευθερία είναι το ύψιστο αγαθό. Πρέπει να την αλλάξουμε την ζωή, δεν τα έχουμε καταφέρει ακόμη, είμαστε σε καθεστώς δουλείας, αλλά με αγώνα και επιμονή θα τα καταφέρουμε.”

Σε ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για τον θάνατο του Κώστα Καζάκου, σημειώνονται τα εξής:

“Με βαθιά θλίψη και συγκίνηση αποχαιρετούμε έναν από τους μεγάλους του θεάτρου, τον αγαπημένο, τον πολύτιμο σύντροφό μας στα μικρά και τα μεγάλα, στα εύκολα και τα δύσκολα, στις χαρές και τις πίκρες της ζωής και του αγώνα, Κώστα Καζάκο.

Ο Κώστας Καζάκος δεν ήταν μόνο προικισμένος ηθοποιός, σκηνοθέτης και μεταφραστής θεατρικών έργων. Ήταν μια γενναιόψυχη προσωπικότητα, με διεισδυτικό στοχασμό και βαθιά συνείδηση της κοινωνικής αποστολής της τέχνης να εξανθρωπίζει τον άνθρωπο. Όσα σπουδαία κατάφερε στον χώρο της τέχνης δεν τα όφειλε απλά στα δώρα που του χάρισε η φύση, την κραταιά φωνή, την αγέρωχη αρρενωπή μορφή, το επιβλητικό παράστημα, αλλά κυρίως στις ψυχικές και πνευματικές αρετές, που σμιλεύτηκαν κι ωρίμασαν κοπιαστικά και με θυσίες από τα νεανικά του χρόνια στο καμίνι της βιοπάλης και μέσα από το πάθος του για τη μόρφωση και την πνευματική καλλιέργεια.

Η αγωνιστική κληρονομιά του πατέρα του και τα προσωπικά του βιώματα τον τοποθέτησαν από νωρίς στην πλευρά των αδικημένων, στην πλευρά εκείνου «του τμήματος του λαού που κουβαλάει το μεγαλύτερο κοινωνικό βάρος», όπως έλεγε ο ίδιος αναφερόμενος στην εργατική τάξη και τον ρόλο της στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Η επιλογή του θεατρικού δρόμου ήταν συνειδητή, δεμένη άρρηκτα με την πορεία της ταξικής και ιδεολογικής του συνειδητοποίησης. Από την πρώτη του θεατρική εμφάνιση μετά την αποφοίτησή του από τη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν, στο έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ «Ο κύκλος με την κιμωλία», αλλά και σε όλη τη διαδρομή του στο θεατρικό σανίδι και τον κινηματογράφο, ο Κώστας Καζάκος διένυσε μια εμβληματική πορεία, με πρωταγωνιστικούς ρόλους σε έργα σπουδαίων συγγραφέων, κατορθώνοντας να «δαμάσει» με καθαρό και γι’ αυτό ουσιαστικά λαϊκό τρόπο, θεατρικά κείμενα -κλασσικής και σύγχρονης δραματουργίας- που απευθύνονται στα πιο μύχια συναισθήματα και στις πιο υψηλές σκέψεις της ανθρωπότητας. Ως θιασάρχης και σκηνοθέτης επέλεγε προσεκτικά τα έργα που ανέβαζε, με κριτήριο να είναι κοινωνικά και ιστορικά χρήσιμα, όπως η παράσταση – σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα «Το μεγάλο μας τσίρκο».

Το 2023 θα συμπλήρωνε 70 χρόνια προσφοράς στο θέατρο. Ακατάβλητος μέχρι το τέλος υπηρέτησε τη δραματική τέχνη με πίστη και πάθος θεμελιωμένα στη βαθιά εκτίμηση για τη δύναμή της, στην άποψή του ότι το θέατρο «παρέχει παιδεία και είναι η πιο λαϊκή, επίκαιρη, άμεσα κατανοητή και ζωντανή τέχνη», στην πεποίθησή του ότι «το θέατρο σίγουρα δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, μπορεί όμως να αλλάζει τους ανθρώπους» όπως έλεγε.

Πιστός στον δημιουργικό και διαπαιδαγωγητικό ρόλο της προοδευτικής τέχνης και έχοντας εμπιστοσύνη στις αστείρευτες δυνατότητες του εργαζόμενου λαού, ο Κώστας Καζάκος αφιέρωσε όλη του τη ζωή, τη σκέψη, το συναίσθημα και το ταλέντο του στο να μας βοηθήσει «να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμή μας, να ανεβάσουμε το ηθικό μας και αποφασιστικά να αποκεφαλίσουμε το ανθρωπόμορφο τέρας που μας καταστρέφει τη ζωή».

Αισθάνονταν πάντα την τέχνη ως αγώνα για ανάταση, πρόοδο, εξέλιξη που δεν σταματάει ποτέ και θεωρούσε σύμφυτη με τον καλλιτέχνη την αγωνιστική στάση ζωής, την οποία ο ίδιος ακολούθησε σταθερά και αταλάντευτα μέχρι το τέλος. Ανταποκρινόμενος στην ιστορική αναγκαιότητα της εποχής μας, ο Κώστας Καζάκος συστρατεύθηκε επί δεκαετίες, στην πρώτη γραμμή, με το ΚΚΕ, ακόμα και από τη θέση του βουλευτή του, πάντα παρών σε όλους τους αγώνες του εργατικού-ταξικού και του αντιϊμπεριαλιστικού κινήματος.

Η πολιτική δράση του ήταν μια αρμονική συνύπαρξη της ζωής και της καλλιτεχνικής πράξης. Η ιδεολογία του καθόριζε τη ζωή του και αυτό έβγαινε αβίαστα και στη δουλειά του. Δεν μπορούμε να διακρίνουμε στον Κώστα Καζάκο την πολιτική δράση από την καλλιτεχνική του δραστηριότητα. Πρώτα από όλα με το έργο του υπηρέτησε τα προωθημένα κοινωνικά ιδανικά του και την τάξη – φορέα τους κι έπειτα, με την ενεργή παρουσία του σε όλες τις μεγάλες πολιτικές μάχες, επιβεβαίωσε όσα με το έργο του εννοούσε.

Ο σύντροφος Κώστας θα μείνει στις καρδιές μας, θα μείνει στις καρδιές όλου του κόσμου του λαϊκού, αυτού του «εχθρού λαού», που τόσο αγαπούσε και τόσο του έμοιαζε με την απλότητα, τη ζεστασιά και τη λαϊκότητα της μεγάλης του ψυχής. Δεν θα ξεχαστεί, γιατί ήταν ένας γεμάτος πάθος και δύναμη πρωταγωνιστής, όχι απλά στη σκηνή, στα πλατό, στις εξέδρες των διαδηλώσεων, αλλά τελικά στην Ιστορία. «Λαχτάρησε μια χώρα» όπου ο λαός θα πάψει «να περιμένει μάταια τον καιρό». Και αν οι λίγοι αυτό δεν του το συγχωρούν, είναι μια επιβεβαίωση ότι έκανε το καθήκον του σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος, είναι μια επιβράβευση της ζωής του. Οι μέρες που ο λαός «θα αρνιέται πια να βλέπει τον δρόμο του κλειστό», οι μέρες που λαχτάρησε, αργά ή γρήγορα, θα ‘ρθουν. Θα φροντίσουν γι’ αυτό όλοι εκείνοι που συνεχίζουν τη ζωή του, παλεύοντας για έναν ανώτερο πολιτισμό σε μια ανώτερη κοινωνική οργάνωση.

Εκφράζουμε τα βαθιά μας συλλυπητήρια στην αγαπημένη του σύντροφο Τζένη, τα παιδιά, τα εγγόνια του και όλους τους δικούς του.”

Η Ειρήνη Παππά υπήρξε μία από τις ελάχιστες Ελληνίδες ηθοποιούς που διέπρεψαν στο εξωτερικό.

Εφυγε από τη ζωή η Ειρήνη Παπά σε ηλικία 96 ετών – Η θρυλική ζωή της «Καρυάτιδας» που κατέκτησε το Χόλιγουντ

Εφυγε από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών η σπουδαία ηθοποιός Ειρήνη Παπά. Τα τελευταία χρόνια έπασχε από αλτσχάιμερ και βρισκόταν στο σπίτι της κλινήρης.
Η Ειρήνη Παππά υπήρξε μία από τις ελάχιστες Ελληνίδες ηθοποιούς που διέπρεψαν στο εξωτερικό και μας αφήνει σπουδαία παρακαταθήκη τις ερμηνείες της.
Λιτή, αρχαϊκή, δωρική μορφή, σύμβολο της ελληνικής ομορφιάς, διάσημη εκπρόσωπος του μεσογειακού πολιτισμού στο εξωτερικό, χαρισματική και δυναμική γυναίκα, η Ειρήνη Παπά έγινε διεθνώς γνωστή για τις υποκριτικές της ικανότητές και το πνεύμα της.
Στη σταδιοδρομία της, αναμετρήθηκε με σημαντικούς γυναικείους ρόλους του θεάτρου και του κινηματογράφου, ενσαρκώνοντας πλήρως τη δύναμη τής αρχαίας τραγωδίας.
Η Ειρήνη Παπά (το πραγματικό όνομα της οποίας ήταν Ειρήνη Λελέκου), γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου του 1926 στο Χιλιομόδι Κορινθίας, όπου πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Οι γονείς της ήταν δάσκαλοι και είχε τρεις αδελφές. Η εφηβεία της, τη βρίσκει στην Αθήνα να παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής στην Εθνική Σχολή Κλασσικού Θεάτρου. Στα 15 της έχει ήδη πάρει τον καλλιτεχνικό της δρόμο, αφού εργαζόταν σαν ραδιοφωνική παραγωγός, τραγουδίστρια και χορεύτρια. Σε ηλικία 18 χρόνων παντρεύεται τον συγγραφέα ‘Αλκη Παπά, και παρόλο που ο γάμος τους δεν κράτησε πολύ, η ηθοποιός διατήρησε το επίθετο με το οποίο έγινε παγκοσμίως γνωστή.
Στα πρώτα της βήματα στο θεατρικό σανίδι συμμετέχει σε παραγωγές του Εθνικού Θεάτρου. Το ξεχωριστό της ταλέντο και οι εξαιρετικές της ερμηνείες σε αρχαίες τραγωδίες, όπως «Μήδεια» και «Ηλέκτρα», δεν αργούν να την κάνουν διάσημη. Η αγάπη και ο σεβασμός της ηθοποιού για το αρχαίο δράμα ήταν μεγάλη. Όταν αποφάσισε να σταματήσει να ερμηνεύει τέτοιους ρόλους, δήλωσε σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Αβενίρε», της Ρώμης: «Αποφάσισα ότι δε θα παίξω πια, διότι η τραγωδία συνεπάγεται μια τεράστια ευθύνη. Και ο φόβος ότι θα μπορούσα να μην ανταπεξέλθω, θα με έκανε να νιώσω πολύ άσχημα».

Η Ειρήνη Παπά με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μιχάλη Κακογιάννη

Στον τελευταίο της χρόνο στη σχολή, ο Αλέκος Σακελλάριος την είδε να παίζει στον Μάκβεθ. Ο ίδιος, της ζήτησε να βγει στην επιθεώρηση. Και παρόλο που ήταν εκ διαμέτρου αντίθετο με εκείνη και την κλασσική παιδεία της, είπε το «ναι». Το ντεμπούτο της στο σινεμά γίνεται το 1948 στην ταινία «Χαμένοι ‘Αγγελοι» σε σκηνοθεσία Νίκου Τσιφόρου. Το 1951 έρχεται η «Νεκρή Πολιτεία», του Φρίξου Ηλιάδη, με συμπρωταγωνιστή τον Γιώργο Φούντα. Η ταινία συμμετέχει στο Φεστιβάλ Καννών και όλοι μένουν άφωνοι, αναγνωρίζουν αυτό το νέο πρόσωπο ως κάτοχο μίας μοναδικότητας.
Το 1962 συνεργάστηκε με τον Μιχάλη Κακογιάννη και πρωταγωνίστησε στην κινηματογραφική μεταφορά της «Ηλέκτρας» του Ευριπίδη μαζί με τον Γιάννη Φέρτη, την Αλέκα Κατσέλη και τον Μάνο Κατράκη. Η ταινία συνολικά κέρδισε 24 βραβεία και τιμητικές διακρίσεις, ανάμεσά τους και τα βραβεία καλύτερης κινηματογραφικής μεταφοράς και ηχητικής επένδυσης στο Φεστιβάλ των Καννών (1962).
Η Ειρήνη Παπά είχε πάρει μέρος σε περισσότερες από 80 ταινίες, με γυρίσματα σε όλο τον κόσμο (Τσινετσιτά, Χόλιγουντ, Γιουγκοσλαβία, Λίβανος, Μαρόκο, Βραζιλία, Αυστραλία, Πορτογαλία κ.α.) έχοντας στο πλευρό της συμπρωταγωνιστές , μεταξύ άλλων, τους Μάρλον Μπράντο, Ιβ Μοντάν, Γκρέγκορι Πεκ, ‘Αντονι Κουίν, Ρίτσαρντ Μπάρτον, Τζαν Μαρία Βολοντέ, Τζέιμς Κάγκνεϊ. Εκτός από τις επιτυχημένες μεταφορές των τραγωδιών, οι πιο γνωστές ταινίες της είναι η αξέχαστη υπερπαραγωγή του Χόλιγουντ «Τα κανόνια του Ναβαρόνε», όπου ενσαρκώνει τον ρόλο της αγωνίστριας Μαρίας Παπαδήμου (1961) και ο «Αλέξης Ζορμπάς», που κρατά το ρόλο της Χήρας (1964).
Το έντονο βλέμμα της, οι καθαρές γραμμές του προσώπου της, τα χαρακτηριστικά «Καρυάτιδας», τίτλος που την ακολούθησε σε όλη την καριέρα της, και η έντονη προσωπικότητά της, κατακτούν το διεθνές κοινό και τους Αμερικανούς παραγωγούς. Για την ταινία με πρωταγωνιστή τον αείμνηστο ‘Αντονι Κουίν, οι δημοσιογράφοι της εποχής την «επαινούν» αλλά και την «υμνούν» για την ερμηνεία της. Η ίδια η ηθοποιός έχει δηλώσει για τους ρόλους που επέλεγε: «Ποτέ δεν θέλησα να παίξω αισθησιακούς ρόλους ή ρόλους επιθυμητών γυναικών. Αυτό που ήθελα πάντα είναι να παίζω εμένα, δηλαδή την ανεξάρτητη αγωνίστρια».

Η μια επιτυχία διαδέχεται την άλλη και η Ειρήνη Παπά βρίσκεται για πολλές δεκαετίες στο διεθνές κινηματογραφικό προσκήνιο. Η επιβεβαίωση για τη σκληρή της δουλειά και το ταλέντο της, έρχεται το 1969 με την ταινία «Ζ», του Κώστα Γαβρά η οποία κερδίζει το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.
Το θεατρικό της ντεμπούτο στη σκηνή του Μπρόντγουει, πραγματοποιείται το 1967 με το έργο «Εκείνο το καλοκαίρι, εκείνο το φθινόπωρο» στο πλευρό του Γιον Βόιντ (του πατέρα της Αντζελίνα Τζόλι) ενώ αργότερα τη συναντάμε να ερμηνεύει την Ελένη στις «Τρωάδες» (1972) και την Κλυταιμνήστρα στην «Ιφιγένεια» (1977)σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη. Στις «Τρωάδες», που γυρίστηκε στα αγγλικά με ξένους ηθοποιούς, η Παπά γνώρισε τη συμπρωταγωνίστριά της Κάθριν Χέμπορν, που ενσάρκωσε την Εκάβη, με την οποία ανέπτυξαν δυνατή φιλία. Μάλιστα η Χέμπορν δήλωνε δημόσια ότι η Παπά είναι μια από τις καλύτερες ηθοποιούς του σινεμά.
Το 1972 εμφανίζεται στο πλευρό τού, αργότερα βραβευμένου με όσκαρ Έλληνα συνθέτη Βαγγέλη Παπαθανασίου. Την πείθει να δοκιμάσει το ταλέντο της στο τραγούδι. Η Ειρήνη Παπά ηχογραφεί μαζί του το «666», τελευταίο άλμπουμ του μουσικού συγκροτήματος «Aphrodite’s Child», με αναφορές στην «Αποκάλυψη του Ιωάννη» και στιχουργική συμβολή του σκηνοθέτη Κώστα Φέρρη. Ακολουθούν άλλες δύο συνεργασίες της με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου: οι «Ωδές» με ελληνικά δημοτικά τραγούδια διασκευασμένα από τον Vangelis και οι «Ραψωδίες» με ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας.
Οι δεσμοί της Ειρήνης Παπά με το ιταλικό κοινό χρονολογούνται από τη δεκαετία του ’60, όταν η Ελληνίδα ηθοποιός πρωταγωνιστούσε σε διεθνείς παραγωγές με έντονο ελληνικό χρώμα. Το 1968 ήρθε ο ρόλος της Πηνελόπης στην «Οδύσσεια» του Φράνκο Ρόσι για λογαριασμό της ιταλικής τηλεόρασης. Η παρουσία της σε μία εξαιρετικά δημοφιλή σειρά την καθιέρωσε ως σύμβολο της ελληνικής ομορφιάς. Οι δεσμοί ενισχύθηκαν με συμμετοχές της Ειρήνης Παπά σε θεατρικές και τηλεοπτικές παραγωγές στην Ιταλία.

Η Ειρήνη Παπά με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου

Η προσφορά της Ειρήνης Παπά στην τέχνη έχει αναγνωριστεί πολλές φορές τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας, μέσα από τις αμέτρητες διακρίσεις που έχει λάβει κατά καιρούς. Εκτός από το Όσκαρ που κέρδισε το 1969 για την ερμηνεία της στην ταινία «Ζ» του Κώστα Ζαβρά, έχει λάβει πολλά σημαντικά βραβεία. Το 1995 τιμήθηκε με το Παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο. Το 2000 της απονεμήθηκε ο τίτλος της «Γυναίκας της Ευρώπης» για την προσφορά της στην προώθηση της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας.

Το 2008 βραβεύτηκε με το «Διεθνές Βραβείο για τον Πολιτισμό» από την οργάνωση Premio Roma στο αρχαίο θέατρο της «Όστια Αντίκα», λίγα χιλιόμετρα έξω από την ιταλική πρωτεύουσα. Πρόκειται για μία εξαιρετικά τιμητική διάκριση, καθώς το συγκεκριμένο βραβείο έχει απονεμηθεί κατά το παρελθόν σε ποντίφικες και στον δήμαρχο της Ρώμης Βάλτερ Βελτρόνι, ανάμεσα σε άλλους. Όταν ανέβηκε στη σκηνή για να παραλάβει το βραβείο της είχε δηλώσει με εμφανή συγκίνηση: «Δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω, μπορώ μόνο να πω ότι η Αθήνα θα είναι πάντα η μητέρα μου, αλλά η Ρώμη, παράλληλα, είναι δεύτερη μητέρα μου, από ξεκάθαρη επιλογή μου».
Το 2009 η Ελληνίδα ηθοποιός τιμήθηκε με το «Χρυσό Λέοντα» της 40ης Μπιεννάλε Θεάτρου Βενετίας, ύστερα από πρόταση του διευθυντή της διοργάνωσης, του γνωστού σκηνοθέτη, Μαουρίτσιο Σκαπάρρο. Εκείνη ευχαριστώντας για το βραβείο, τόνισε, ότι «προτιμά να της παρέχονται τα αναγκαία οικονομικά μέσα για να μπορεί να συνεχίσει να δημιουργεί στο χώρο του θεάτρου». Αναφερόμενη στην αρχαία τραγωδία, υπογράμμισε: «Τα έργα αυτά με συγκινούσαν από τα δώδεκά μου χρόνια. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι επίκαιρα όσο ποτέ, καθρέφτης της κοινωνίας μας και των όποιων αντιφάσεών της».
Την ίδια χρονιά, η Ειρήνη Παπά ήταν ανάμεσα στους 260 καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο, που προσκάλεσε ο Πάπας Βενέδικτος στην Καπέλα Σιξτίνα του Βατικανού, για να τους ζητήσει «να μεταδώσουν με την τέχνη τους το μήνυμα του Θεού».

Η Ειρήνη Παπά με τον Ζυλ Ντασέν

Στο «Σχολείον της Αθήνας- Ειρήνη Παπά» (που στεγάζεται σήμερα η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου) στην οδό Πειραιώς, εκεί που η σπουδαία ηθοποιός ονειρεύτηκε από τη δεκαετία του ’80 να ιδρύσει ένα σχολείο θεάτρου, γιόρτασαν τον Σεπτέμβριο του 2018 τα γενέθλια της, το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο μαζί με το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας και το Ίδρυμα Κακογιάννη σε μια ελληνοϊταλική γιορτή με προβολή της ταινίας «Οδύσσεια» (1968) του Φράνκο Ρόσι- μια παραγωγή της Rai, με την ίδια στο ρόλο της Πηνελόπης.

Ειρήνη Παπά: Ο έρωτας με τον Μάρλον Μπράντο
Το 1947 η Ειρήνη Παπά παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Άλκη Παππά, με τον οποίο χώρισαν το 1951, αλλά διατήρησε το τέλος της ζωής της το επίθετό του.
Η ίδια είχε αποκαλύψει το 2004 στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera, μετά τον θάνατο του Μάρλον Μπράντο, ότι υπήρξε μεταξύ τους μια μακρά και «μυστική αγάπη». Η Ειρήνη Παπά είχε πει ότι είχαν συναντηθεί το 1954 στη Ρώμη. Όπως είχε δηλώσει, τον εκτιμούσε πολύ, ήταν το «μεγάλο πάθος της ζωής της» και συναντήθηκαν για τελευταία φορά το 1999 στην Αθήνα.

Αναρτήθηκε από filiatrablog στις Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2022