Μια άγνωστη εμβληματική φιλοσοφική νουβέλα του Μπαλζάκ εικονογραφημένη από τον Πικάσο.

«Για το “Άγνωστο αριστούργημα” του Μπαλζάκ (1831) που εικονογράφησε ο Πικάσο (1930)» του Κώστα Ξ. Γιαννόπουλου

«Για το “Άγνωστο αριστούργημα” του Μπαλζάκ (1831) που εικονογράφησε ο Πικάσο (1930)» του Κώστα Ξ. Γιαννόπουλου

 Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος  Δημοσιεύτηκε 09 Οκτωβρίου 2021

«Όλα τα ανθρώπινα αισθήματα αρχίζουν όπως ένα λουλούδι που χρωστά την άνθισή του σ’ έναν ευγενή ενθουσιασμό, ο οποίος μειώνεται συνεχώς μέχρι που φτάνει στο σημείο η ευτυχία να μην είναι παρά μια ανάμνηση και η δόξα ένα ψέμα. Απ’ αυτές τις εύθραυστες συγκινήσεις, καμιά δεν μοιάζει τόσο πολύ με τον έρωτα όσο το νεόφυτο πάθος ενός καλλιτέχνη που για πρώτη φορά δοκιμάζει το τερπνό μαρτύριο της μοίρας του, αυτής που πρόκειται να του φέρει δόξα και δυστυχία, ένα πάθος γεμάτο από τόλμη και συστολή, αόριστες πεποιθήσεις και σίγουρες απογοητεύσεις».

Ο Μπαλζάκ (1799-1850), ένας πολυγραφότατος προχειρογράφος, στην αρχή βιαζόταν να παραδώσει κομμάτια από μυθιστορήματά του που δημοσίευε σε εφημερίδες, έτσι ώστε με τις αμοιβές που εισέπραττε να μπορέσει να δοξαστεί ως έμπορος, ως ευρεσιτέχνης, ως μικροεπιχειρηματίας. Αλλά όλες τις επιχειρήσεις του τις έριχνε έξω. Έτσι, δεν αποκτούσε την οικονομική αυτονομία που είχε ανάγκη.

Αντίθετα, εκεί που υποτίθεται ότι ποτέ δε θα κατάφερνε να γράψει κάτι της προκοπής, εκεί ακριβώς ήταν που πέτυχε να κληροδοτήσει στην ανθρωπότητα την Ανθρώπινη κωμωδία (της), βάζοντας μπροστά της έναν καθρέφτη, όπως αυτόν που έπρεπε να χρησιμοποιεί, κατά τον Ντα Βίντσι, ο ζωγράφος, για να βλέπει κάθε στιγμή την πορεία του έργου του από μια άλλη οπτική γωνία, ενός άλλου καλλιτέχνη, που αν μάλιστα ήταν και ανταγωνιστής ακόμη καλύτερα.

Ο Μπαλζάκ είχε εκτός των άλλων και φιλοσοφικές ανησυχίες. Ένα μέρος του έργου του έχει φιλοσοφική βάση.

Στο Άγνωστο αριστούργημα που έγραψε το 1831 στοχάζεται γύρω από την τέχνη της ζωγραφικής και φαίνεται πως όχι μόνο έχει βαθιές γνώσεις γύρω από αυτήν, αλλά συνθέτει, στο πρώτο μέρος, ένα δοκίμιο που θα μπορούσε να είχε γράψει ένας διάσημος θεωρητικός της τέχνης, και μάλιστα όχι του αιώνα του, αλλά του επόμενου αιώνα, στο μεγαλύτερο μέρος του οποίου έζησε και δημιούργησε ο Πάμπλο Πικάσο (1881-1973), αυτός ο μεγαλομανής ζωγράφος που μεταμόρφωσε την τέχνη του αιώνα του και μ’ έναν τρόπο δημιούργησε και τους προγόνους του, κατά τη ρηξικέλευθη σκέψη του Μπόρχες για τους προδρόμους του Κάφκα. Δηλαδή από τη στιγμή που εμφανίστηκε στον χώρο της ζωγραφικής, πολλοί από τους προδρόμους του ανακάλυψαν πως αυτός ήταν ο Μεσσίας, ο Παράκλητος, και φυσικά επιβεβαίωσαν την ύπαρξή τους για την οποία μέχρι τότε δεν ήταν και τόσο βέβαιοι.

Ο Μπαλζάκ θεωρούσε ότι «η τέχνη σκοτώνει το καλλιτεχνικό έργο» και πως «ο άνθρωπος που σκέφτεται είναι ένα διεφθαρμένο ζώο».

Ο Σεζάν (1839-1906) έλεγε πως «είχε γεννηθεί νωρίς», ζούσε απομονωμένος στην Εξ-αν-Προβάνς κι οι ομότεχνοί του τον είχαν παραμερίσει για να ενισχύσουν τη δική τους ασήμαντη και επισφαλή ύπαρξη. Αυτός ήταν σίγουρος για την αξία του κι όταν πέθανε θεωρήθηκε ο πατριάρχης, ο εικονοκλάστης, ο μεγαλοφυής ζωγράφος που έδωσε το έναυσμα, το μαρς για να ξεκινήσει η μοντέρνα τέχνη.

Όταν έφτασε ο Πικάσο, αυτός ο νευρώδης νεαρός Ισπανός, στο Παρίσι, έκανε πράγματα που δεν είχε τολμήσει μέχρι τότε να κάνει κανείς άλλος. Μετά τις δύο πρώιμες περιόδους του, τη Γαλάζια και τη Ροζ, φιλοτέχνησε ανάμεσα στα 1906-1907 τις Δεσποινίδες της Αβινιόν με βάση τις Λουόμενες του Σεζάν, που αποτέλεσε σταθμό για τη μοντέρνα τέχνη. Δημιούργησε μαζί με τον Μπρακ μια ολόκληρη τεχνοτροπία, τον κυβισμό, που επηρέασε αποφασιστικά την τέχνη της ζωγραφικής. Επίσης, επηρεασμένος από τα ιστορικά γεγονότα του καιρού του, έφτιαξε εντελώς αποστασιοποιημένος συναισθηματικά ή εντελώς φορτισμένος ένα πραγματικό αριστούργημα, την Γκουέρνικα [Γκερνίκα], το 1937. Ακολούθησε η ένταξή του στις γραμμές του ΚΚΓ.

Ο Πικάσο όμως είναι ο καλλιτέχνης που εμπορευματοποίησε την τέχνη του 20ού αιώνα. Ίσως κιόλας ήταν ο καιρός να γίνει κάτι τέτοιο. Ως τότε οι ζωγράφοι «πέθαιναν στην ψάθα». Ο Πικάσο πούλησε ακριβά τα έργα του και πήρε το αίμα τους πίσω, βάζοντας κι άλλους στο παιχνίδι.

Ο Μπαλζάκ ήταν ο συγγραφέας που ξεχώριζαν και προτιμούσαν να μελετούν ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λούκατς, παρότι ήταν πολιτικά αντιδραστικός. Έλεγε πως ανήκει «στην αντιπολίτευση που είναι η ζωή». Αλλά οι τοιχογραφίες που απεικόνισε στα έργα του βοηθούσαν τους μαρξιστές να στοχαστούν πάνω στη φύση και στο μέλλον των μαζών.

Ο Μπαλζάκ θεωρούσε ότι «η τέχνη σκοτώνει το καλλιτεχνικό έργο» και πως «ο άνθρωπος που σκέφτεται είναι ένα διεφθαρμένο ζώο». Στη φιλοσοφικού χαρακτήρα νουβέλα του Λουί Λαμπέρ, το καλλιτεχνικό έργο δολοφονείται κατά την εκτέλεσή του από την «υπεραφθονία της δημιουργικής αρχής», πράγμα που του έδωσε την ιδέα του Άγνωστου αριστουργήματος. Στη νουβέλα αυτή δύο ζωγράφοι, ο Νικολά Πουσέν (1594-1665) σε νεαρή ηλικία και ο Πόρμπους, ο επονομαζόμενος ο Νεότερος (1569-1622), επίσημος ζωγράφος της Αυλής (το έργο διαδραματίζεται τον 17ο αιώνα), συνευρίσκονται στο ατελιέ του ηλικιωμένου ζωγράφου Φρενχόφερ –που είναι επινοημένο πρόσωπο– με τον ίδιο, ο οποίος στο πρώτο κομμάτι αυτής της μάλλον σύντομης νουβέλας, το δοκιμιακό, κάνει διάφορες εύστοχες παρατηρήσεις πάνω σ’ έναν πίνακα του Πόρμπους ότι έχει φιλοτεχνήσει ένα αριστούργημα το οποίο δε φθάνει κανείς, ούτε καν ο δάσκαλός του Μαμπούσε (1478-1535). Ισχυρίζεται δηλαδή ότι υπάρχει αυτό που αποκαλούμε τελειότητα. Μια λέξη που μόνο καταχρηστικά θα μπορούσε να έχει ένα νόημα. Ο Μπαλζάκ, έχοντας παλέψει με το δικό του έργο, είχε καταλάβει άριστα ότι τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει, όπως το είχαν καταλάβει και οι αρχαίοι Έλληνες που είχαν επινοήσει τη λέξη και την ταύτιζαν με το τέλος, δηλαδή τον χαμό, τον θάνατο. Η τελειότητα λοιπόν, όπως θα έλεγε απροκάλυπτα ο Μπαλζάκ, δεν είναι παρά ο θάνατος της τέχνης. Απόδειξη ότι πολλά από τα μεγάλα αριστουργήματα είναι έργα ημιτελή. Ίσως, λοιπόν, η τελειότητα να βρίσκεται στο μισοτελειωμένο. Άλλωστε, τι είναι τέλειο σ’ αυτόν τον κόσμο; Ο Μπαλζάκ, αν και φέρεται να είναι επηρεασμένος από τον γερμανικό ρομαντισμό και τον ιδεαλισμό, και ιδίως από τα έργα του φανταστικού του Ε.Τ.Α. Χόφμαν, παρακολουθούσε την «υπανάπτυκτη και νοσούσα καλλιτεχνική πραγματικότητα της εποχής του, ο ορίζοντας προσδοκιών της οποίας ήταν απαγορευτικός», όπως υποστηρίζει ο Δημήτρης Αγγελάτος στη μελέτη του Λογοτεχνία και Ζωγραφική, προς μια ερμηνεία της διακαλλιτεχνικής αναπαράστασης.

Έπειτα από πολλές πιέσεις, υπαναχωρήσεις, δισταγμούς, ο Φρενχόφερ δέχεται να δείξει στους δύο ομοτέχνους του το αριστούργημά του, που ως εκείνη τη στιγμή κανένας δεν το έχει δει. Δηλαδή θα μπορούσε να είναι ανύπαρκτο. Όταν τους το αποκαλύπτει, εκείνοι παριστάνουν τους έκθαμβους αρχικά, αλλά κοιτώντας προσεκτικότερα δε βλέπουν παρά μόνο ένα καλοφτιαγμένο γυναικείο πόδι –ο πίνακας έχει τίτλο: Η Ωραία καβγατζού, που είναι πόρνη– και τίποτα άλλο. Όλος ο υπόλοιπος καμβάς είναι καλυμμένος από πινελιές πάνω από στρώματα χρωμάτων, έτσι ώστε μοιάζει μ’ ένα παλίμψηστο, αφού οι στρώσεις των χρωμάτων και οι αλλεπάλληλες παθιασμένες πινελιές φανερώνουν ότι ο πίνακας δημιουργήθηκε αλλά καταστράφηκε και ξαναδημιουργήθηκε και ξανακαταστράφηκε αμέτρητες φορές. Κάτι που θυμίζει το πορτρέτο ενός Αμερικανού που προσπαθούσε να ζωγραφίσει ο Αλμπέρτο Τζακομέτι και, επειδή ισχυριζόταν ότι δεν τα είχε καταφέρει, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια, έσβηνε κάθε φορά το πορτρέτο έως ότου πραγματοποιήσει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Η τελειότητα λοιπόν, όπως θα έλεγε απροκάλυπτα ο Μπαλζάκ, δεν είναι παρά ο θάνατος της τέχνης.

Δυο χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Σεζάν εξομολογήθηκε στην Εμίλ Μπερνάρ ότι μόλις διάβασε την ιστορία του Φρενχόφερ, ξέσπασε σε κλάματα γιατί πίστευε ότι ο ίδιος ενσαρκώνει αυτόν τον τραγικό ήρωα. Ο Σεζάν ήθελε «να εκφράσει τη ζωή με χρώμα».

Ο Πικάσο δεν είναι καθόλου μακριά κι αυτός από τον Φρενχόφερ. Υποστήριζε μάλιστα πως «παλιά, οι πίνακες όδευαν προς το τέλος τους προοδευτικά. Η κάθε μέρα έφερνε και από κάτι καινούργιο. Ένας πίνακας ήταν ένα άθροισμα από προσθήκες. Σ’ εμένα, ένας πίνακας είναι ένα άθροισμα από καταστροφές. Φτιάχνω έναν πίνακα και μετά τον καταστρέφω. Σε τελευταία ανάλυση, όμως, τίποτα δε χάνεται, το κόκκινο που έχω αφαιρέσει από ένα μέρος, βρίσκεται σε κάποιο άλλο». Επομένως, είχε κι αυτός την πετριά της τελειότητας. Ήταν αναζητητής του απόλυτου, πράγμα που οδηγεί αργά αλλά σταθερά στην αποτυχία, επειδή το απόλυτο, ή μάλλον η προσδοκία του είναι ανέφικτη, αδύνατη.

Δέκα χρόνια το Άγνωστο αριστούργημα επιζεί, γιατί πέρα από το ότι είναι μια καλογραμμένη νουβέλα, θίγει θέματα που θ’ απασχολούν πάντα τους καλλιτέχνες και την Τέχνη. Έτσι, γύρω στα 1930 κι ενώ ο Πικάσο βρίσκεται μέσα σ’ έναν ορυμαγδό πολλών και ποικίλων εικονογραφήσεων που έχει αρχίσει να πραγματοποιεί, εικονογραφεί και τη νουβέλα του Μπαλζάκ, έκδοση που θ’ αναλάβει ο Αμπρουάζ Βολάρ, του οποίου ένα κυβιστικό πορτρέτο έχει φιλοτεχνήσει ο Πικάσο. Ο έμπορος τέχνης Βολάρ είναι μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες στον χώρο της τέχνης, ο οποίος κατεύθυνε τη ζωγραφική προς τον μοντερνισμό έχοντας το βλέμμα στην παράδοση. Είναι κι ο συγγραφέας μιας μονογραφίας για τον Ρενουάρ και μέγας θαυμαστής των ιμπρεσιονιστών.

Ο Αμερικανός τεχνοκρίτης Άλφρεντ Μπαρ αναγνωρίζει το Άγνωστο αριστούργημα με τους 12 πίνακες του Πικάσο ως ένα από τα αρτιότερα έργα του καιρού του.

Ο Πουσέν δεν μπορεί να κατανοήσει τη μοναξιά του καλλιτέχνη ούτε τη μεγαλοσύνη του. Έχει όμως τη φιλοδοξία να γίνει μεγάλος ζωγράφος. Προς τούτο αδίστακτα θυσιάζει την ερωμένη του, προκειμένου να πειστεί ο Φρενχόφερ ν’ αποκαλύψει το μυστικό του. Η ωμότητα με την οποία του απευθύνεται όταν βλέπει ότι το αριστούργημα είναι ανύπαρκτο προκαλεί την πληρωμένη απάντηση του γηραιού ζωγράφου: «…χυδαίε, παλιοτόμαρο, ασήμαντε, σκουλήκι». Ο Φρενχόφερ είναι ένας δυστυχής, απελπισμένος άνθρωπος κι ένας αποτυχημένος καλλιτέχνης. Παρόλο που του είναι αδύνατο να το παραδεχτεί, ειδικά μπροστά στους άλλους, λέει: «Δεν είμαι παρά ένας πλούσιος που, όταν περπατάει, το μόνο που κάνει είναι να περπατάει. Δεν έχω δημιουργήσει τίποτα στη ζωή μου».

Όσο για τη μοναξιά του καλλιτέχνη, του Πικάσο στην προκειμένη περίπτωση, ο Ζαν Μπουρέ μάς διαβεβαιώνει: «[παρόλο] που συντροφεύτηκε όσο κανείς άλλος, που λατρεύτηκε τυφλά και δοξάστηκε ζωντανός, και χαρακτηρίστηκε μεγαλοφυΐα» υπήρξε ένας άνθρωπος μόνος.

Το Άγνωστο αριστούργημα διαδραματίζεται σ’ έναν πραγματικό χώρο. Ένα σπίτι, το μέγαρο του Savoie-Carignan σε μια παλιά και ιστορική γειτονιά του Παρισιού. Σ’ αυτό το σπίτι, στη γειτονιά του οποίου είχε καεί το 1791 ένα μοναστήρι, έκανε πρόβες ο σκηνοθέτης Ζαν-Λουί Μπαρό και το νοίκιασε ο Πικάσο για να φιλοτεχνήσει τα σχέδια του Άγνωστου αριστουργήματος, προκειμένου να έρθει πιο κοντά στον τραγικό ζωγράφο Φρενχόφερ, και το αποτέλεσμα δείχνει πόσο βαθιά είχε καταλάβει το θέμα το οποίο αναλύει η νουβέλα. Εκεί ζωγράφισε και την Γκουέρνικα.

Εντέλει μια τέχνη όπως η ζωγραφική, αλλά κι η λογοτεχνία, αν και η Τέχνη είναι τέχνη της υπέρβασης, τέχνη του υψηλού, της αιωνιότητας, δεν μπορεί να φτάσει να θηρεύει το Απόλυτο με την απόλυτη έννοιά του. Κι επειδή την τέχνη την κάνουν οι καλλιτέχνες, η δόξα και τα παρεπόμενά της τους οδηγούν συχνά στην Ύβρη.

Αυτή η εμβληματική φιλοσοφική νουβέλα του Μπαλζάκ εικονογραφημένη από τον Πικάσο κινείται πέρα από τον ρεαλισμό, προαναγγέλλοντας τον μοντερνισμό, ενώ αγγίζει φιλοσοφικά ένα κορυφαίο θέμα, τον θάνατο της Τέχνης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s