Γρηγόρης Ηλιόπουλος: Πως θα αξιοποιηθεί αυτή η περιπέτεια των 200 χρόνων για ένα καλύτερο αύριο.

Η ΠΑΤΡΙΔΑ

Εμφανίζομαι μετά από πολύ καιρό στο «ελεύθερο βήμα» της ιστοσελίδας του συλλόγου μας, για τρείς λόγους. Πρώτον, προσπαθώ να βρω μέσα στην καραντίνα της πανδημίας μια «ζωντανή επαφή». Κάποιος να γράψει κάτι , να ανταλλάξουμε απόψεις, να αφυπνιστούμε πνευματικά απ’ αυτόν τον λήθαργο. Μην μας πάρει η ανθρώπινη συμφορά από κάτω. Οι παρέες και οι κάθε μορφής δραστηριότητες έχουν «κοπεί» , και τι μένει; Να γράψουμε κάτι, να κάνουμε σχόλια στην επικαιρότητα που «τρέχει», να συμφωνήσουμε, να συγκρουστούμε, να γίνει η περιζήτητη ζύμωση, ή ώσμωση, και να κρατήσουμε όλορθη την πνευματική υπόσταση.

Ο δεύτερος λόγος της επανεμφάνισης μου είναι ενδόμυχος. Θέλω να πω μερικά πράγματα, αφού οι ελάχιστοι που τα διαβάζουν με προτρέπουν να το κάνω. Είναι μερικές φορές που τα συναισθήματα για κάποιο λόγο σε πλημμυρίζουν και πρέπει να τα εκφράσεις. Θαρρώ, πως συμβαίνει και σε ‘σας. Άλλωστε μετά από τόσα «Κοπανακιώτικα» άρθρα μου, απέκτησα την συνήθεια «ν’ ανοίγω» θέματα προς συζήτηση, χωρίς ευτυχώς, κάτι που με ελευθερώνει, να έχω οικονομικά, πολιτικά ή άλλα κίνητρα.

Ο τρίτος λόγος και ο πλέον σημαντικός είναι ο εορτασμός που βιώσαμε από βιβλία, ραδιόφωνο και τηλεοράσεις και θα βιώνουμε ακόμη με αφορμή τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Για αυτό το θέμα, να μου επιτραπεί, χωρίς να είμαι ιστορικός, να πω δυο λόγια όπως τα έχω στο DNA μου, όλα αυτά τα χρόνια διαβάζοντας έγκυρους έλληνες και ευρωπαίους ιστορικούς.

Εφέτος λοιπόν η παρέλαση ήταν πιο ταπεινή. Τα γεγονότα «διορθώθηκαν» από πλευράς ημερομηνιών και προσώπων, δεν υπήρχαν υψηλοί τόνοι υπερεθνικισμού και υπέρμετρου πατριωτισμού. Αφέθηκε, επιτέλους, χρόνος για περίσκεψη και μπήκε ένα μεγάλο ερώτημα. Πως θα αξιοποιηθεί αυτή η περιπέτεια των 200 χρόνων για ένα καλύτερο αύριο.

Ο πατριωτισμός, που είναι η αγάπη για την πατρίδα είναι ένα υπέροχο συναίσθημα υπεροχής και υπερηφάνειας. Γίνεται όμως πολύ επικίνδυνος, όπως αναφέρει και ο Andrew Heywood στις πολιτικές ιδεολογίες  όταν αποκτήσει δογματικό χαρακτήρα στην μίξη του με τον υπερεθνικισμό.

Σταχυολόγησα λοιπόν τον τελευταίο μήνα κάποια άρθρα και αναφορές πνευματικών ανθρώπων για μεγαλύτερη εμβρίθεια και ιστορικό προβληματισμό.

Πέρα από το κλισέ της εθνικής ομοψυχίας ο Γιάννης Μήλιος  καθηγητής πολιτικής οικονομίας του ΕΜΠ, στα «ΝΕΑ» του Σαββατοκύριακου 23-24 Ιανουαρίου 2021, λέει: Η ελληνική επανάσταση κηρύχθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 1821στην ημιαυτόνομη από την υψηλή πύλη ηγεμονία της Μολδαβίας, δηλαδή στην σημερινή Ρουμανία, από τον ίδιο τον αρχηγό της Φιλικής εταιρίας Αλέξανδρο Υψηλάντη. Ο μύθος της Αγίας Λαύρας κατασκευάστηκε με διάταγμα που υπέγραψαν στις 15 Μαρτίου 1838 ο βασιλεύς Όθων και ο υπουργός επικρατείας επι των εκκλησιαστικών Γ. Γλαράκης ώστε να συμπέσει ο εορτασμός με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Η ιστορική έρευνα το γνωρίζει αυτό. Για παράδειγμα ο καθηγητής της Μεσαιωνικής και Νεωτέρας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Απ. Δασκαλάκης  έγραψε το 1961: Την 25ην Μαρτίου, ουδείς ευρίσκετο είς την Λαύραν, δια να κηρύξει την επανάσταση η οποία είχε ήδη κηρυχτεί. Στις 25 Μαρτίου, στην Πελοπόννησο είχαν ήδη καταληφθεί η Καλαμάτα και τα Καλάβρυτα ενώ επολιορκείτο από επαναστάτες και η Πάτρα όπου αργότερα σήκωσε το λάβαρο ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Ας εστιάσουμε μια φορά στο πραγματικό νόημα που πρέπει  να εμπεριέχει ένας εορτασμός και είναι η διδαχή από τα επιτεύγματα και η αποφυγή από εγκληματικά λάθη λέει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος φιλόλογος, ιστορικός και κριτικός θεάτρου στις 20-21 Μαρτίου Στο «βιβλιοδρόμιο» του «Βήματος»:

Τι εορτάζουμε;

  • Τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Έλληνες εναντίον των Ελλήνων;
  • Το πατριαρχείο που αναθεμάτισε από Άμβωνος τον Αδαμάντιο Κοραή και καταδίκασε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη;
  • Τον Ανδρούτσο που από απελπισία, στο Χάνι της Γραβιάς προσεχώρησε στον εχθρό η πως  ο Γκούρας τον πέταξε από την Ακρόπολη για να πάρει «γαλόνια»;

H απαρίθμηση των «εγκλημάτων» συνεχίζεται με την δολοφονία του Καραϊσκάκη από προδότη δικό μας, η δολοφονία του Καποδίστρια, η φυλάκιση του Κολοκοτρώνη, το πραξικόπημα του Μιαούλη στον Καποδίστρια κ.α. Ο Διονύσιος Σολωμός «αναγκάστηκε» να γράψει: Αν μισούνται ανάμεσα τους δεν τους πρέπει Ελευθερία!

Στον μεγάλο ξεσηκωμό του γένους δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και την καταλυτική συμβολή των τότε συμμάχων Άγγλων, Γάλλων και Ρώσων με την καθοριστική νίκη της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου σε βάρος  του Ιμπραήμ. Η Γλύκατζη Αρβελέρ, για την ιστορία του αγώνα έγραψε ένα υπέροχο  ποίημα στην «καθημερινή της Κυριακής», στις 14 Μαρτίου 2021. Μια στροφή που δεν ξεχνά τους συμμάχους.

Νίκη που Γάλλοι, Ρώσοι και Άγγλοι δική τους έκαναν  γιορτή

 όταν κατατρόπωσαν τον Ιμπραήμ στο Ναβαρίνο

 και οι Έλληνες Ανάσταση ζήσαν το χρόνο εκείνο.

 Έτσι από τότε στο σχολείο μαθαίνουν τα παιδία

 την λευτεριά να τραγουδούν σαν άλλη παναγία.

 Κι’ εμείς για του εικοσιένα τον απολογισμό

μετράμε το Πάσχα, Άνοιξη και Ευαγγελισμό:

Την επανάσταση την έκαναν άνθρωποι, με πάθη, ελαττώματα, εξάρσεις, συμβιβασμούς και θυσίες. Γι’ αυτούς η πατρίδα δεν ήταν αφηρημένη ιδεολογική έννοια, ήταν απλά «πατρίδα γαία» η γη του πατέρα τους.

          Αυτήν την πατρίδα  οφείλουμε να την διαφυλάξουμε με το πρώτο συστατικό  που πάνω του στηρίχθηκε η ίδρυση του Ελληνικού «Έθνους». Την Ελληνική γλώσσα. Έτσι διαχρονικά θα πορεύεται η πατρίδα μας τυλιγμένη στο λάβαρο του «αρχαίου πνεύματος»

          Ο μεγάλος και Νομπελίστας ποιητής μας, Γιώργος Σεφέρης αναφέρει «πως αν χάσεις μια πατρίδα, φτιάξε μια νέα στην γλώσσα».

          Θεωρώ πολύ σημαντικό άρθρο του Μιχάλη Τσιντσίνη που με «Επιστροφές» στην καθημερινή της 25/3/2021, περιγράφει την επιστροφή του Σεφέρη στην πατρίδα του την Σμύρνη, την 1η Ιουλίου του 1950. Ας το μοιραστούμε.

Πρώτη Ιουλίου 1950. Ο Σεφέρης επιστρέφει για πρώτη φορά στη Σμύρνη. Καθώς αισθάνεται την γενέτειρα του να (τον) πλησιάζει, αναρωτιέται: «θεέ μου, τι πάω να κάνω;».

Τι πήγαινε να κάνει; Πήγαινε να ψάξει ίχνη μιας πατρίδας που είχε χαθεί- ξεβράσματα από την άμπωτη του κόσμου που τον είχε γεννήσει.

Πήγε και προσπάθησε να ξεχωρίσει ό,τι του ήταν οικείο σε έναν τόπο που είχε γίνει ξένος. Πως είναι να βλέπεις το σπίτι όπου μεγάλωσες 30 χρόνια, ρημαγμένο;

Πώς είναι «να ‘χεις μέσα στα άντερα σου τον ξαφνικό ξολοθρεμό ενός ολοζώντανου κόσμου με τους φωτισμούς του, τους ίσκιους του, με τις τελετές της χαράς και της θλίψης, με το πυκνό δίχτυ της ζωής του»;.

Οι σελίδες του ημερολογίου του, που περιγράφουν αυτή την επιστροφή στο πουθενά, αξίζει να (ξανά)διαβαστούν στην επέτειο.

Σε αυτές έχει αποταμιευθεί ένας αρνητικός ορισμός της πατρίδας: η πατρίδα θεμελιωμένη στην απουσία της. Χάνοντας την, την καταλαβαίνεις καλύτερα.

Αυτό πήγαινε να κάνει και ο ποιητής: να καταλάβει βαθύτερα αυτό που είχε συμβεί στον ίδιο και στο έθνος- τη μεγαλύτερη από τις καταστροφές στα 200 χρόνια της εθνικής ύπαρξης.

Δεν αιτιολογεί. «Δεν μοιρολογεί. Δεν αισθάνομαι  μίσος» λέει στην δεύτερη επιστροφή του, τρείς μήνες μετά. «Το πράγμα που κυριαρχεί μέσα μου είναι το αντίθετο του μίσους μια προσπάθεια να χωρέσει ο νους μου το μηχανισμό της καταστροφής».

Η απαράμιλλη εθνική σημασία αυτού του γραπτού μνημείου δεν είναι τάχα ο αλυτρωτικός πόνος – το πάθημα που μας καταλείπει σαν μάθημα. Σημαντική είναι κυρίως η ίδια η προσπάθεια να βρεθούν οι λέξεις που θα μπούν σαν δάχτυλο στην πληγή.

Σημαντικός είναι ο Σεφέρης όχι γιατί έχασε την πατρίδα του, αλλά γιατί έφτιαξε μια νέα πατρίδα στη γλώσσα. Γιατί κατάφερε να μιλήσει έτσι για την απώλεια, που ανακάλυψε για λογαριασμό μας μια άυλη ήπειρο, έναν τόπο αισθημάτων και αξιών, χωρίς τον οποίο το χώμα που αποκαλούμε πατρίδα θα ήταν δίχως νόημα-σκέτο γεωγραφικό στίγμα.

Λέγαμε για την γενιά του 1930 ότι, στην αγωνία της να αναμετρηθεί με τις λογοτεχνίες των ευρωπαϊκών εθνών, έπλασε τη δική της γενεαλογία-έναν κανόνα για να γεφυρώσει τον Μακρυγιάννη με τον Κορνάρο και τους αρχαίους, τη λαϊκή παράδοση με τον Αισχύλο, χωρίς να βουλιάξει στις ασυνέχειες που έχασκαν από κάτω.

Λέγαμε γι’ αυτούς ότι έφτιαξαν έναν αισθητικό μεγαλοϊδεατισμό. Όμως, όταν τους ξαναδιαβάζεις, χωρίς την μετεφηβική φούρια να τους αποκαθηλώσεις, ξαναπατάς στον τόπο σου.

Πατρίδα είναι ο τρόπος που μας δόθηκε να μιλάμε για την πατρίδα.

Το να μοιράζεσαι κάτι, είναι συναίσθημα, είναι ανθρωπισμός. Είναι αγάπη για τον «δίπλα σου» χωρίς τον οποίο δεν υπάρχεις, όπως λέει και ο Αντώνης Σαμαράκης. Ας μας γίνει συνήθεια αυτό και γιατί όχι, εθισμός.

Γρηγόρης Ηλιόπουλος

Απρίλης του 2021                

One thought on “Γρηγόρης Ηλιόπουλος: Πως θα αξιοποιηθεί αυτή η περιπέτεια των 200 χρόνων για ένα καλύτερο αύριο.”

  1. Αγαπητέ Γρηγόρη.
    Είναι νομίζω παγκοίνως επαινετή, η μοναδική ζέση ,η αδιαμφισβήτητη ανιδιοτέλεια και η ακαταπόνητη προσπάθεια που επιδεικνύεις μέχρι και σήμερα, για τα προβλήματα της ιδιαίτερης πατρίδας μας. Επίσης, όλες σου οι αρθρογραφικές παρεμβάσεις, διακρίνονται από σπάνια ευαισθησία.
    Γνωρίζεις καλά, πως ο δρόμος σου είναι επίπονος και μοναχικός , αλλά εσύ επιμένεις μέσα στο γενικευμένο κλίμα της αδιαφορίας, να καταθέτεις την ψυχή σου. Σου εύχομαι να είσαι υγιής και να μας χαρίζεις, για πολλά χρόνια ακόμα τα πάντοτε εκλεπτυσμένου ύφους και ήθους κείμενά σου.
    Να είσαι βέβαιος, πως πολλοί και τα διαβάζουν και τα εκτιμούν. Είναι όμως διστακτικοί, για τους λόγους τους ο καθένας, να δημοσιοποιήσουν την άποψή τους. Καλό σου βράδυ!

    Γιώργος Π.Μπεκιάρης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s