«Καιρός να επιστρέψεις», ένα διήγημα της Ελένης Φιλιού …Πάτρα – Αθήνα, Πάτρα – Κοπανάκι και τούμπαλιν.

27Νοέ2020

«Καιρός να επιστρέψεις», ένα διήγημα της Ελένης Φιλιού για τη λογοτεχνική δράση «Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Από Κατερίνα Ευαγγέλου – Κίσσα / Δεν έχει σχόλια

Από την κοιλιά της μάνας μου είχα αρχίσει τα ταξίδια. Άκουγα το τρένο να μου ψιθυρίζει «βούκου – βούκου»  αλλά δεν μπορούσα ακόμα να καταλάβω.

Πάτρα – Αθήνα, Πάτρα – Κοπανάκι και τούμπαλιν.

Όταν ανεβαίναμε με τον «μουντζούρη» τον Αχλαδόκαμπο, όλοι παρακαλούσαν πότε θα τελειώσει το ταξίδι, αλλά εγώ ούτε που καταλάβαινα πώς περνούσε η ώρα… Ήταν τόσες πολλές οι ιστορίες που μου  διηγούταν ο νέος μου φίλος, το τρένο.

Κουνιόμουν στο καρότσι και φώναζα «βούκου – βούκου». Μάταια η μάνα μου με αγριοκοίταζε, κάνοντας μου «σσστ!» για να μην ενοχλώ τους συνεπιβάτες μας.

Της ήταν αδιανόητο να καταλάβει πώς το μωρό της  είχε πιάσει «τσιλάγρα» με τον «μουντζούρη».

Ναι! Ναι! Είχα αυτό το χάρισμα… Άκουγα τα τρένα να μου λένε ιστορίες και νανουριζόμουν. Θα περνούσε καιρός ακόμα μέχρι να μπορέσω να τους μιλήσω.

Σιγά-σιγά τα τρένα άρχισαν να μου λένε  τα παράπονά τους, για τους μαστόρους που δεν τα φρόντιζαν, για τους ανθρώπους που δεν τους έδιναν σημασία… Ούτε ένα καλημέρα δεν τους έλεγαν όταν έμπαιναν και στο τέλος άφηναν κι όλα τους τα σκουπίδια. Μα το χειρότερο ήταν πως, όταν περνούσαν τα χρόνια,  τα παρατούσαν σε μια γωνιά. Λίγα ήταν τα τυχερά που κατέληγαν σε κάποιο μουσείο τρένων. Τα υπόλοιπα στεκόντουσαν μέσα στη βροχή εγκαταλειμμένα, άδεια και βρώμικα.

Τα τρένα ήταν ευχαριστημένα και μόνο που τα άκουγα. Κάθε καλοκαίρι στο χωριό, με το που έφταναν στην πρώτη γέφυρα, με φώναζαν κι εγώ έτρεχα. Απλά βλεπόμασταν και όμως μας ήταν αρκετό. Εκεί στο χωριό  ήταν που αποφάσισα τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Δεν ήξερα ακόμα πώς το λένε.

Όταν γύρισα σπίτι μου, στην πόλη,  η πρώτη μου δουλειά ήταν να επισκεφθώ την δημοτική βιβλιοθήκη. Έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα. Ήθελα να μάθω τα πάντα για τα τρένα… Να μπω σε όλα, να πάω όπου πάνε… Με λίγα λόγια, να πάω παντού.

Η πρώτη λέξη που σημείωσα στο ημερολόγιό μου ήταν ΜΗΧΑΝΟΔΗΓΟΣ, ναι, με κεφαλαία γράμματα και από κάτω αντέγραψα:

Μηχανοδηγός Τρένου

Γενική Περιγραφή: Αντικείμενο της εργασίας του είναι ο χειρισμός, η οδήγηση και η παρακολούθηση της λειτουργίας των μηχανών των τρένων. Είναι ο πρακτικός μηχανικός που έχει την ευθύνη του χειρισμού του συρμού και της αποκατάστασης βλαβών και προβλημάτων που ενδεχομένως θα εμφανιστούν.

Αυτό θα γινόμουν!!! Σιγά-σιγά διάβασα όλα τα βιβλία που αφορούσαν τα τρένα. Κρατούσα σημειώσεις-ημερολόγιο και κάθε φορά που έμπαινα σ’ ένα τρένο του ζητούσα περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες.

Πολλές φορές έμπαινα στην καμπίνα του μηχανοδηγού. Μ’ είχαν μάθει όλοι. Είχαν καταλάβει πριν από μένα πόσο πολύ αγαπούσα τα τρένα και ότι θα γινόμουν μια μέρα ένας πολύ καλός μηχανοδηγός.

Ποτέ δεν τους μαρτύρησα το χάρισμά μου.  Αν τους έλεγα να μιλήσουν στα τρένα θα μ’ έπαιρναν για τρελό, γι’ αυτό τους παρότρυνα να τραγουδάνε. Έτσι  θα τους κρατούσαν συντροφιά,  χωρίς να το ξέρουν.

Πρώτα  από όλα, όμως, έπρεπε να τελειώσω το σχολείο… Τι Γολγοθάς! Πόση ανυπομονησία!

Τικ τακ οι ώρες περνούν…  Τα χρόνια περνούν σαν νεράκι και να ‘μαι έξω από τη σχολή μηχανικών. Ήταν το μόνο σχολειό που μπήκα μ’ ευχαρίστηση. Πρώτος-πρώτος στο θρανίο, να μη χάσω ούτε μια λέξη.

Για να πω την καθαρή αλήθεια, όταν ήρθε η ώρα να μπω στην πρώτη μου μηχανή, ένα τρέμουλο το είχα. Καλά είναι τα βιβλία και οι δάσκαλοι που στα εξηγούν όλα. Εδώ όμως είναι η πραγματικότητα.

«Μη φοβάσαι» άκουσα μια φωνή. «Να δεις… Θα τα πας μια χαρά… Άσε που έχω ένα σωρό ιστορίες να σου διηγηθώ!»

«Αλήθεια μου λες;»

«Εμ, πώς; Είναι δυνατόν να κοροϊδέψω εσένα, τον μοναδικό άνθρωπο που  μπορεί και μας μιλάει και μας καταλαβαίνει;»

Ο προϊστάμενος είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό…

«Μα καλά, σε ποιόν μιλάς;»

«Σε κανέναν» μουρμούρισα.

Αναθάρρησα και μπήκα στη μηχανή… Εκεί που ονειρευόμουν από μικρό παιδί… Και η περιπέτεια της ζωής μου ξεκίνησε!

Επειδή είχα την ικανότητα να μιλάω στα τρένα, έγινα πάρα πολύ καλός στη δουλειά μου, έγινα περιζήτητος.

Γύρισα όλη την Ελλάδα,  με ζήτησαν και στο εξωτερικό.

Η αφεντιά μου ταξίδεψε στα πέρατα της Γης…  Ζερμάτ – Σεν Μόριτζ, Όσλο -Μπέργκεν, Παρίσι – Κωνσταντινούπολη, Βανκούβερ- Λίμνη Λουίζ,  Ντάργουιν – Αδελαΐδα, Σικάγο – Σαν Φραντσίσκο.

Δεν χρειαζόταν να μιλώ τη γλώσσα κάθε χώρας… Εμείς μιλάγαμε τη δική μας ξεχωριστή γλώσσα… Έμαθα  ιστορίες ευχάριστες αλλά και θλιβερές.

Περνούσαν τα χρόνια, τώρα ήμουν στον υπερσιβηρικό από Μόσχα για Βλαδιβοστόκ. Κάθε φορά κοιτούσα απέναντι, την Ιαπωνία.

Το όνειρό μου ήταν να ταξιδέψω με το περιβόητο πιο γρήγορο τρένο στον κόσμο, το  Shinkansen  (Σινκάνσεν).

Και να που τώρα  το όνειρό μου ήταν σχεδόν σ’ απόσταση αναπνοής, μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν η απόφαση.  Μια απόφαση που χρειαζόταν πολύ κουράγιο. Ήξερα, όμως, πως αν δεν το έκανα τώρα, δεν θα το έκανα ποτέ. Έτσι και το αποφάσισα.

Με το φέρρυ πέρασα στο Sakaiminato!

Βρέθηκα στην Ιαπωνία χωρίς να το καταλάβω. Το να βρω δουλειά, με τη φήμη που είχα,  ήταν εύκολο.

«Tōkaidō sanyo Shinkansen», «πρώτη μου φορά σε Σινκάνσεν», πρώτη μου φορά σε τρένο ως απλός επιβάτης. Άραγε θα μου μιλούσε;

Δεν πρόλαβα να το σκεφτώ κι άκουσα μια τσιριχτή φωνή, γεμάτη υπεροψία:

«Μπα, μπα, μπα!… Εσύ είσαι ο περιβόητος Έλληνας; Αλλιώς σε φανταζόμουν. Αδίκως σε φέρανε. Εγώ δεν χαλάω ποτέ… Εγώ είμαι το πιο γρήγορο τρένο, εγώ είμαι πεντακάθαρο… εγώ… εγώ… εγώ…»

Θεέ μου, τι υπεροψία, τι αλαζονεία! Δεν μ’ άφησε ούτε ένα λεπτό να ανοίξω το στόμα μου. Κάθε φορά που προσπαθούσα να γίνουμε φίλοι άρχιζε πάλι τα «εγώ» του. Σταμάτησα να του μιλώ… Ταξιδεύαμε σιωπηλοί. Χρειάστηκε ν’ αλλάξω τέσσερα τρένα και η συμπεριφορά τους ίδια και απαράλλαχτη.

Μήπως ν’ αλλάξω γνώμη; Όπου κι αν ταξίδεψα είχα κάνει φίλους και τώρα εδώ με «περιφρονούσαν». Τι δεν έκανα σωστά;

Προσπαθούσα να απολαύσω το τοπίο: Sakaiminato-Yonago-Okayama-Himeji-Kobe-Osaka-Kyoto-Nagoya-Hamamatsu-Yokohama-Tokyo!!! Ονόματα εξωτικά!

Φτάνοντας στο Τόκιο είχα ήδη αποφασίσει… Όχι, δεν θα τα παρατούσα! Και στις πιο δύσκολες περιπτώσεις είχα βρει λύση.

Ζήτησα την πιο μακρινή διαδρομή, Τόκυο-Σαππόρο. Έμπαινα μέσα κεφάτος και δεν τους άφηνα περιθώριο ν’ αρχίσουν τα «εγώ» τους. Τραγουδούσα,  τους έλεγα ιστορίες για τα άλλα τρένα, στις άλλες χώρες!

Πέρασε καιρός μέχρι να με νιώσουν δικό τους άνθρωπο. Πέρασε καιρός μέχρι να καταλάβω ότι πίσω απ’ όλα αυτά τα «εγώ» κρυβόταν μια απέραντη μοναξιά… Πέρασε καιρός μέχρι να τα καταφέρω να μου μιλήσουν.

Ήταν λυπημένα γιατί κάθε μέρα ο κόσμος έμπαινε βιαστικά, κανείς δεν τους έδινε σημασία. Μια καλή κουβέντα δεν έλεγαν ποτέ. Μόνο απαιτήσεις είχαν. Να είναι πάντα στην ώρα τους, να είναι πάντα καθαρά. Να μην τολμήσουν να χαλάσουν.

Στο τέλος τα αγάπησα αυτά τα υπεροπτικά και αλαζονικά τρένα.

Επιτέλους είχαμε γίνει φίλοι!  Μαζί γυρίσαμε όλη τη χώρα.

Και τα χρόνια περνούσαν… Ώσπου μια μέρα άκουσα το τρένο να μου λέει:

Ταξίδια μαζί

Αγαπημένα τρένα

Τέλος διαδρομής

Εκπλήρωση ονείρων

Καιρός να επιστρέψεις

Στην αρχή δεν κατάλαβα… Ήταν δυνατόν; Κι όμως, ναι… Ήταν ένα τάνκα, ένα πεντάστιχο ιαπωνικό ποίημα… Μήπως ήταν όντως καιρός να επιστρέψω; Μήπως ήξεραν περισσότερα από εμένα…

Και να ’μαι τώρα στο πεζούλι που καθόμουν πιτσιρικάς. Εκεί που έτρεχα με το πρώτο κάλεσμα του τρένου. Στηρίζομαι στη μαγκούρα μου και περιμένω, όπως και τότε, το τρένο να περάσει… Και μου ήρθαν πάλι στο μυαλό μου οι δυο τελευταίοι στίχοι από το τάνκα:

«…Εκπλήρωση ονείρων

Καιρός να επιστρέψεις»

Τα δάκρυα κύλησαν ασταμάτητα…


Μάθετε περισσότερα για τη λογοτεχνική μας δράση εδώ:«Λόγω Γραφής – Ιαπωνική Βεντάλια»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s