«Το καφενείο της Κανέλλας». Στο Βαρυμπόμπι Τριφυλίας. Του Τάσου Ρήγα. Σχολιάζει ο Δημήτρης Μητρόπουλος.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ «ΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΑΣ»Î— εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, χαμογελάει, στέκεται και εσωτερικός χώρος

ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ – (ΒΑΡΥΜΠΟΠΙ) ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ

Γράφει : Ο Τάσος Ρήγας

Σαν να υπάρχουν κάποιες γωνιές, κάποιες κόγχες μέσα στο ελληνικό τοπίο που μοιάζει να διαφυλάσσουν στο ακέραιο τις φωνές και τα πρόσωπα που τις στοίχειωσαν στο παρελθόν μας.

Αναφέρομαι στο ιστορικό καφενεδάκι στο χωριό μου το Βαρυμπόπι, που δέσποζε στη δυτική πλευρά του δρόμου, που οδηγεί στη Μονή της Μεταμόρφωσης και έσβησε το 2011 ακριβώς μετά τον θάνατο της ιδιοκτήτριας της αγαπητής σε όλους μας Κανέλλας που δεχόταν τον σφυγμό ολόκληρου του χωριού.

Έμειναν όμως αυτοί που το αγάπησαν αληθινά, που μεγάλωσαν στο μικρό τον χώρο και επιμένουν να βλέπουν τους παλιούς άσπρους τοίχους, τα σιδερένια τραπέζια, τον από μωσαϊκό νεροχύτη του και να διακρίνουν με τον στοχασμό τους κάποιες άλλες εποχές όλους τους προηγούμενους που το πλαισίωσαν και κουβέντιαζαν τις νύχτες σιωπηλά.

Αυτοί, ακόμα μπορούν πίσω από τις κραυγαλέες μελωδίες της διπλανής TV ν’ ακούσουν κάποιους άλλους σκοπούς από την δημοτική μας ανθολογία που ξύπναγαν και έμπαιναν βαθιά στην εφηβική καρδιά τους.

Αστεία θλιβερά γι’ αυτή τη γωνιά που μέτραγε κοντά ένα αιώνα σιγαλής και απρόσκοπτης ζωής και που ήταν πάντα για εμάς σταθερό σημείο αναφοράς στον τόπο και στο χρόνο.

Στην αγκαλιά της μικρής αυτής γωνιάς έπαιξαν χιλιάδες παιδιά.

Έτρεξαν, κυνηγήθηκαν, κρύφτηκαν και στην απανεμιά του καιρού βρήκαν καταφύγιο οι τότε μαθητές για να ονειρευτούν και να κουβεντιάσουν.

Στην ησυχία του, παλαιότερα μαζεύονταν, λένε, πριν από τον πόλεμο οι πρώτοι οπαδοί της καινούργιας πολιτικής ιδεολογίας, ενώ παράλληλα στα τραπεζάκια του έμπλεξαν τα χέρια τους και τα όνειρά τους όλοι οι τότε ερωτευμένοι του χωριού.

Τώρα ο χώρος αυτός έχει απαρνηθεί. Ξεχάστηκε και δεν αναγνωρίζεται. Η πρόοδος, αυτός ο ύπουλος εχθρός, αλλοιώνοντας με τα ψιμύθια της την άλλοτε απέριττη εμφάνιση που είχε, έχει καταφέρει να το κάνει με τον θάνατό της ανεπαίσθητα αδιάφορο. Τώρα πια όλα τελείωσαν.

Σε λίγο χόρτα θα φράξουν το πολυπατημένο κατώφλι του, η υγρασία θα φάει τους πολύξερους τοίχους του, ώσπου κάποιο σιδερένιο θηρίο της κατεδάφισης να έλθει να τους ρίξει. Η ζωή θα προχωρήσει.

Μόνο αυτοί που σε αγαπήσανε όπου κι αν βρίσκονται θα σταθούν λυπημένοι στο άγγελμα του θανάτου σου, γιατί μαζί μ’ αυτό πεθαίνει και ένα κομμάτι της ζωής τους.

Επειδή όμως οι τόποι που πολύ πατήθηκαν, πολυέζησαν και αγαπήθηκαν, αποκτούν μια δική τους ζεστασιά που αντιστέκεται λίγο στο χρόνο, η ανάμνησή του θα μείνει πίσω του.

Μπορεί σπίτια ψηλά να υψωθούν στη θέση που ήταν κι άνθρωποι που δεν το γνώρισαν να έλθουν να τα κατοικήσουν, ο χώρος όμως σε πείσμα των καιρών θα λέγεται πάντα «της Κανέλλας».

Τάσσος Ι. Ρήγας

Βαρμποπαίος

ΤΟ ΑΧΡΟΝΟ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ «ΤΗΣ ΚΑΝΕΛΛΑΣ»

Γράφει : ο Δημήτρης Μητρόπουλος

Αγαπητέ Τάσσο, θέλω να σε συγχαρώ για το επιμελημένο και με προσωπικά συναισθήματα φιλολογικό Αφήγημά σου, για το χωριό Μοναστήρι (παλιό Βαρυμπόπι) στο οποίο κάνει εντύπωση στον Αναγνώστη το ύφος σου, η επιγραμματικότητα της φράσης σου «Το καφενείο της Κανέλλας» και ο πυκνός στοχασμός του νοσταλγού.

Η λέξη νοσταλγία (νόστος + άλγος) ερμηνεύει αυτήν την αψηλάφητη αίσθηση ψυχικού πόνου, για ένα πεπερασμένο πια παρελθόν, για κάτι που πέρασε και δεν θα ξαναγυρίσει τουλάχιστον, όχι στην αμιγή του μορφή. Ερείπια αυτού του παρελθόντος ανασύρουν στο νοσταλγό, μνήμες ενός βιωμένου χωροχρόνου, οι οποίες πολλές φορές έρχονται, ως επαναμύθευση στην απομυθεμένη εποχή του.

Ο άνθρωπος, όταν ωριμάζει πνευματικά και γνωσιολογικά, νοιώθει ότι, από μέσα του πηγάζει μια αστείρευτη δεξαμενή αναμνήσεων και ευαισθησιών, που κυριολεκτικά τον κυριαρχούν και θέλει να τις εκφράσει, γιατί έτσι ερμηνεύει τις προσωπικές εμπειρίες και απόψεις, για την έννοια της ζωής και του γήινου προορισμού του.

Μου θύμισες και το δικό μου χωριό το ΑΡΤΙΚΙ, που γεννήθηκα και μεγάλωσα και είναι ο γενέθλιος τόπος μου που δεν ξεχνώ ποτέ, και μας χαρίζει την αίσθηση, ότι είσαι, σε ένα από τα ομορφότερα σημεία της γης.

Ο Κωστής Παλαμάς γράφει, για «Το σπίτι που γεννήθηκα».

– Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι / στοιχειό είναι και με προσκαλεί· ψυχή και με προσμένει.

– Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα / και ανόθευτο κι αχάλαστο και με προσμένει ακόμα.

Πάω στη φωλιά στη γάστρα μου, στο πρωί μου, στο μαγνήτη / στη ζέστα της μητέρας μου, στο πατρικό άγιο σπίτι.

Εγώ για το καφενείο «της Κανέλλας», θα προσθέσω, όπως την γνώρισα στις επισκέψεις μου, ότι η ίδια γέμιζε τη μικρή πλατεία του χωριού με καλοσύνη. Ήταν πράγματι μια ωραία μορφή του τόπου, φίλη με όλους, πάντα πρόσχαρη, γλυκομίλητη, απλή. Η ψυχή της ανοιχτό τριαντάφυλλο της Άνοιξης, που την πλημμύριζε μια βαθιά γενναία συμπάθεια. Τέτοια και έμενε, μέχρι το θάνατό της.

Η Ρομαντική «παρελθοντολογία» είναι ταυτόχρονα ένα βλέμμα προς το μέλλον, η εικόνα ενός ονειρικού μέλλοντος, όπου διασταυρώνεται η αντιληπτική ευαισθησία του Εγώ, με τις δυνάμεις της φυσικής ύλης που επενεργούν επάνω μας. Εκεί ακριβώς αναφλέγεται και η φαντασία, η οποία είναι πεδίο συνάμα και όργανο, για την ποιοτική ανάπλαση των πραγμάτων, σε μια εντελώς αντιποιητική εποχή. Η φυγή στο παρελθόν ικανοποιεί και την ανάγκη αντιμετώπισης της μη επιθυμητής πραγματικότητας, μέσα από τα αρχέτυπα, της φύσης και αρμονικής συμβίωσης.

Δημήτριος Μητρόπουλος

Αρτικαίος

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ – ΒΑΡΥΜΠΟΜΠΙ ΔΗΜΟΥ ΑΕΤΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΣΕ 2 ΒΙΝΤΕΑΚΙΑ. ΣΤΟ 6,30  ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΒΙΝΤΕΟΥ, ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΝΕΛΛΑ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ.

ΤΑ ΕΙΧΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙ ΣΤΙΣ 18 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2009.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s