Δημήτρη Α. Δριμή Εκπαιδευτικού τ. Δημάρχου Αετού: Το Παζάρι, οι ταβέρνες και τα μαγέρικα στο Κοπανάκι.

Το Παζάρι, οι ταβέρνες και τα μαγέρικα στο Κοπανάκι.

 Γράφτηκε από την  

Το Παζάρι, οι ταβέρνες και τα μαγέρικα στο Κοπανάκι

Του Δημήτρη Α. Δριμή

Εκπαιδευτικού

τ. Δημάρχου Αετού

Από τις βασικές ανάγκες του κόσμου που μαζεύεται στο Παζάρι του Κοπανακίου είναι το φαγητό. Η ανάγκη αυτή ικανοποιούνταν στα μαγέρικα και τις ταβέρνες, παλαιότερα στα ψητοπωλεία και τα καφενεία τα τελευταία χρόνια. Οι χώροι αυτοί είναι ταυτόχρονα και χώροι επικοινωνίας, διασκέδασης, κοινωνικοποίησης. Η ψητή γουρνοπούλα, τα σουβλάκια (το καλύτερο χειροποίητο σουβλάκι, τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, έκανε η Νίκη του Κώστα Πανουσάκη) αλλά και το τηγάνι, η παστή σαρδέλα και ο παστός μπακαλιάρος, είχαν την τιμητική τους κάθε Κυριακή. Τα καφενεία σερβίριζαν και σερβίρουν μεζέδες και κάποια και σουβλάκια τις Κυριακές στο Παζάρι. Τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή οι φούρνοι, τα καφενεία, και τα μαγέρικα ήταν ανοιχτά και γεμάτα κόσμο. Προσέφεραν βραστό, πατσά, καφέ, κονιάκ, χαμομήλι και ζεστασιά, μέχρι να περάσει η νύχτα, να ξημερώσει.

Το κρασί, οι μεζέδες, τα πειράγματα, το σήκωμα των ποτηριών, τα κεράσματα και τα τραγούδια τα μεσημέρια στις ταβέρνες ήταν και είναι συνήθη. Είτε με το στόμα παλιότερα, είτε με τα τζουκ-μποξ και τα στερεοφωνικά αργότερα, είτε με τους υπολογιστές σήμερα, είτε με την παρέα ενός πλανόδιου ή ντόπιου οργανοπαίχτη. Ο νταλκάς, η επιθυμία, η νοσταλγία, η χαρά, η οργή γίνονται στίχοι, φωνές, ωδή, παράπονο, ευθυμία και ξέδωμα.

Δεκατέσσερις ταβέρνες-μαγειρεία(1) λειτουργούσαν καθημερινά τις δεκαετίες του ’50-’70 στο Κοπανάκι. Τις Κυριακές, στο παζάρι γέμιζαν ασφυκτικά. Του Πάνο-Μίμη Αναγνωστόπουλου και μετά Φώτη μάγειρα (Πανταζόπουλου), του Κώστα Κατσούλη, του Παναγιώτη Καραγιάννη, του Σωτήρη Κάβουρα και μετά Γιώρη Μπουλούκου, του Σταύρου Σκαμπάνη (Καμπούκου), του Γιώρη Παπαγεωργίου (Καρακατσάνη) και μετά του Γιάννη Δριμή, του Τάση Πορικού, του Κώστα Πανουσάκη, της Κωτσιοζιώταινας (Κώτσιου Παπαδόπουλου), του Παναγιώτη Πατσατζή, του Σωτήρη Λιακόπουλου, του Δημητράκη Παπαδόπουλου (λειτουργούσε κάθε Σαββατοκύριακο), του μπαρμπα-Πέτρου Πετρόπουλου, του Μένη Τσερπέ.

Οι άνθρωποι της περιοχής έπιναν αρκετά, παλιότερα. Πολλοί ξέφευγαν: «Πραγματική μάστιξ διά τους κατοίκους της επαρχίας Τριφυλίας παραμένει εισέτι ο αλκοολισμός …»(2). Λέγονται ιστορίες για περιουσίες που χάθηκαν στο ποτό. Τα ποτά των δεκαετιών του ’50-’60 ήταν το κρασί, το ούζο, η μαστίχα, το τριαντάφυλλο, το κονιάκ. Το τσίπουρο προστέθηκε τα τελευταία 30 χρόνια, στις αρχές του ’90.

Στις ταβέρνες αυτές, που «τα έτσουζαν» οι άντρες, σε κατάσταση ευθυμίας, αφενός ακούγονταν δημοτικά και λαϊκά τραγούδια και αφετέρου αναπτυσσόταν η υψηλή φιλοσοφία όπως: «Να σε φυλάει ο Θεός από Σαρακιναδέικο μουλάρι, από κακιά γυναίκα και από του Λια-γιατρού το ντουφέκι» ή «Να σε φυλάει ο Θεός από το λογαριασμό του Πάνο-Μίμη (ταβέρνα), από τον πήχυ του… (εμπορικό), από Ψαριώτα γυναίκα (ανεξάρτητες, σκληρές) και από Σαρακιναδέϊκο μουλάρι (κλωτσάγανε)» και «Ο ύπνος θρέφει το παιδί και ο ήλιος το μουσκάρι. Και το καλόπιοτο κρασί το γέρο παλικάρι». Αλλά και «Αρτικαίοι 300 οκάδες μούστο, 400 οκάδες κρασί. Αγιανναίοι – Λαπαίοι 300 οκάδες μούστο, 200 οκάδες κρασί», που ήθελε να δηλώσει το οικονομικό και εμπορικό πνεύμα των πρώτων και τη σχέση με άλλα πνεύματα των δεύτερων(3).

Η δουλειά στην ταβέρνα ήταν σκληρή και απαιτούσε συνεχή εγρήγορση. Ακόμα και οι νέοι δεν είχαν χρόνο για πονηρά κοιτάγματα «…Την καλή δεν την ήξερα. Κάποτε κάποτε, (μούλεγε ύστερα), ερχόταν στην ταβέρνα μας, την Κυριακή, στο παζάρι. Μα που να βάλεις βάση. Τόσες και τόσες όμορφες ροβολάγανε από τα γύρω χωριά, σαν τις πέρδικες. Εγώ είχα και τον πονοκέφαλο του μαγαζιού. Δώσε ρέστα, τράταρε τον ένανε, κέρασε τον άλλονε, ένα μεζέ στο πηρούνι κι ένα πενηντάρι, νάχεις και το νου σου μην καεί το τηγάνι και να μην πάρουνε τα πράματα του συμπέθερου, που πήγε να «δώσει» το κοκκάρι. Μύλος…»(4).

Δεν έλειπαν, βέβαια, η κριτική και ο σατιρικός λόγος για τα μαγέρικα της εποχής (δεκαετίες του ’30 και ’40). «Στου Κοπανακίου τα μαγερειά / βρίσκεις τα καλά φαγιά! / Σαν θα πας στου Κατσαμπάνη / και στου Σταύρου του Σκαμπάνη / και στου Οικονόμου Στράτη / θα χορτάσεις με το μάτι. / Κι αν πληρώνεις για να τρως / φεύγεις πίσω νηστικός! / -Τι έχουμε, κυρα-Παναγιώτα; / – Ωραίο χοιρινό με χόρτα. / -Τι έχουμε κυρά Μηλιά; / -Μπακαλιάρο σκορδαλιά. / -Τι έχουμε κυρ-Στράτη; / -Κοτόπουλο πιλάφι. / Κοροϊδεύουν τον κοσμάκη / και σερβίρουνε ζουμάκι. / Κι αν ρωτάς για τον κυρ-Στράτη / σαλαμούρα από αλάτι…»(5).

Ο Μελτέμης, τέλος, στο ποίημά του «Κάθε Κυριακή…» αποτυπώνει εικόνες από το παζάρι και τις ταβέρνες του Κοπανακίου το 1964. Μόνη απόλαυση του σκληρά εργαζόμενου αγρότη ήτανε το κρασί και κάνα μεζεδάκι στις ταβέρνες. Εκεί κατέληγε, αφού πρώτα είχε πουλήσει κάτι από τη σοδειά του και είχε εισπράξει τα χρήματα που του ‘διναν, «έπαιρνες ό,τι σου ’διναν». Εκεί ξέδινε, ανανέωνε τις σχέσεις του «Κέρναγες, σε κερνάγαν» και το σούρουπο, σε ευθυμία και τραγουδώντας, τις περισσότερες φορές, έπαιρνε με το άλογο το δρόμο της επιστροφής. Ευτυχισμένος με το λίγο. Που ‘χε πάει καλά η μέρα και δεν είχε ξεχάσει το παστέλι για τα παιδιά και το κεφαλομάντιλο για τη γυναίκα.

«Η μόνη απόλαυση / ήτανε το κρασί, / με κάνα μεζεδάκι… / Βέβαια, μαζεύαν έτσι φράγκα / οι ταβερνιαραίοι / κάθε Κυριακή, στο παζάρι, / μα δε γινόταν διαφορετικά. / Πούλαες αυγά, κοτόπουλα ή σιτάρι / ή κάνα σακκί κρεμμύδια, / έπαιρνες ότι σου ’διναν, / κι έμπαινες στην ταβέρνα. / Το καλό κρασί δεν έλειπε, / τα μεζεδάκια τσιντζιρίζανε… / Κέρναγες, σε κερνάγαν, / γινόσουνα λίγο φέσι / κι όταν σωνόντουσαν οι μεζέδες / κι έπαιρνε να σουρπώση, / ελαφρά ζαλισμένος / ανέβαινες στ’ άλογο / κι εγύριζες στο χωριό σου / ευτυχισμένος που ’χε πάει καλά η μέρα, / -και δεν είχες ξεχάσει τα παστέλλια των παιδιών/ και το φακιόλι της γυναίκας…» (Φακιόλι: γυναικείο μαντίλι που δένεται στο κεφάλι, κεφαλομάντιλο, τσεμπέρι).

Σημειώσεις:

(1) Προφορική μαρτυρία του Γιώργου Ζιάννη.

(2) Β. Ι. Αρβανίτη – Δ. Κορμπάκη, δημοδιδασκάλων, Η Τριφυλία και τα παιδιά της, Αθήνα, 1953.

(3) Προφορικές μαρτυρίες κατοίκων.

(4) Παν. Μελτέμη, «Η Μηλίτσα και άλλα διηγήματα», Αθήνα, 1950.

(5) Ιφιγένεια Γκότση, «Δύο Αητοβουναίοι λαϊκοί ποιητές», Μεσσηνιακό Ημερολόγιο, 2007, τόμος πρώτος.

(6) Δήμητρα Χαντζή, Το παζάρι του Κοπανακίου στο ποιητικό έργο του Παναγιώτη Μελτέμη, περιοδικό ΦΙΛΙΑΤΡΑ, τ. 227, Ιούλιος – Δεκέμβριος 2017

O Μενέλαος Λουντέμης κατηγορήθηκε για έσχατη προδοσία, ανάμεσα στους υπερασπιστές του ήταν κι ο Κώστας Βάρναλης.

καιρός

Για όσους δεν γνωρίζουν ο Λουντέμης κατηγορήθηκε για έσχατη προδοσία, για αντεθνική δράση κλπ γνωστά της εποχής και μετά από χρόνια εξορίας στην Ικαρία – Μακρόνησο και Αη Στράτη και ενώ πλέον είναι ετοιμοθάνατος από τις κακουχίες και το ξύλο δικάζεται για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» (1956).

Ανάμεσα στους υπερασπιστές του Λουντέμη ήταν κι ο Κώστας Βάρναλης. Αλλά, πως ήρθε! Δεν είχε την υπομονή να περιμένει να τον ειδοποιήσουν. Μόλις το πληροφορήθηκε απ΄ τις εφημερίδες ντύθηκε τα γιορτινά του κι ήρθε μόνος του. Δε λογάριασε ούτε γηρατειά, ούτε φόβο, ούτε κρύο. Διέσχισε τα πυκνά στίφη των πραιτωριανών (που χανε κυκλώσει ολόκληρο το τετράγωνο) και μπήκε στην αίθουσα.

-Κωνσταντίνος Βάρναλης… φώναξε ο κλητήρας.
Ο Δάσκαλος τον κοιτούσε με χλευαστική απάθεια.
-Δάσκαλε… Εσένα φωνάζουν… του ‘πε ο Νίκος Παππάς.
-Εμένα; Τότε τι «Κωνσταντίνος» λέει αυτός ο… άντε ας μην το πω.
-Περάστε κ. Βάρναλη… του είπε ο Εισαγγελέας Κατεβαίνης, που ‘κανε τον διανοούμενο.
Ο Δάσκαλος πλησίασε κάτω απ΄ την έδρα με το χέρι στ΄ αφτί. Ο Πρόεδρος ρωτά:
-Πιο δυνατά! φώναξε ο Βάρναλης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έστω. Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (Με έμφαση): Ένοχος; Όχι! Για να ναι ένοχος ένας Συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις; Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους; Δεύτερο: Αν ο Λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο; Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ΄ εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια; Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό»…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ε;…
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Ο Συγγραφεύς -δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της- την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Καλά κάνει.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Δε θα μπορούσε , έξαφνα, να την παραδώσεις εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ποιονών. Των χωροφυλάκων;
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Βεβαίως.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Κύριε Βάρναλη…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν΄ αποσυρθείτε.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε «λόγω αμφιβολιών»! Αν οι Νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!

Τη συγκλονιστική κατάθεση του Κώστα Βάρναλη την αφηγείται ο ίδιος ο Λουντέμης στο βιβλίο του »Ο Κονταρομάχος»

https://www.prologos.gr/%CE%BA%CF%8E%CF%83%CF%84%CE

Από το Κοπανάκι και τα χωριά όλης της Τριφυλίας