Η ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ. ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ Δημήτρη Μητρόπουλου.

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

Η ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΖΩΗ (των κατοίκων του χωριού Μύρου και του Συνοικισμού Αλιμακίου – Τριφυλίας)

ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥΣχετική εικόνα

Συχνά οι σταθερές αξίες και συνθήκες διαβίωσης της Ελληνικής κοινωνίας κλονίζονται, γίνονται προβληματικές για τη ζωή των πολιτών, οι νόμοι του κράτους συγκρούονται με αυτούς τους φυσικούς νόμους, που στηρίζουν τα θεμέλια της κοινωνικής ευταξίας, οι άνθρωποι αμφιταλαντεύονται μετέωροι και ασταθείς λόγω οικονομικής ανέχειας.

Η δραματική αντίθεση των δυνάμεων, καταλήγει συχνά σε φιλοσοφικούς διαλόγους, που στοχεύουν στη βαθύτερη διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής.

Τέτοιες δύσκολες συνθήκες βίωσαν, οι κάτοικοι πολλών περιοχών της Ελλάδος, τα προηγούμενα μετά τον Γερμανοϊταλικό πόλεμο του 1940 χρόνια, όπου για να συντηρηθούν ανάπτυξαν την γεωργία και την κτηνοτροφία, όταν οι περιβαντολογικές συνθήκες το επέτρεπαν.

Ο Συγγραφέας και τ. πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συγγραφέων,          τ. Γενικός Δ/ντής Δημοτικής Εκπαίδευσης, που γεννήθηκε στο χωριό, στο βιβλίο του με τον τίτλο «Η ποιμενική ζωή (των κατοίκων του χωριού Μύρου και Αλιμακίου – Τριφυλίας), ιδιαίτερα γλαφυρός και παραστατικός, απαθανάτισε βιώματα, εμπειρίες, ιστορίες, αφηγήσεις, αναμνήσεις, μύθους και θρύλους που σωρεύονταν, μέσα στις εικόνες.

Περιγράφει τον τόπο του που μεγάλωσε, με το μαγευτικό φυσικό κάλλος και που η φαντασία συμπληρώνει τα κενά με τρόπο υποδειγματικό και λεπτομερή, με ονόματα και εικόνες της ποιμενικής ζωής που έζησαν οι παλαιότεροι στο Μύρου και Αλιμάκι, κάτω από τον ήλιο μες στη πνοή «των σημαντήρων ανέμων» του Ελύτη, που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο, που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια, που σφυρίζουν στα όρη και έρχονται.

Σκιαγραφεί στιγμές του Δειλινού που επιφυλάσσουν στον ξένο επισκέπτη, μια άλλη γοητεία, από τα ψηλότερα σημεία της περιοχής, όπου ιδιαίτερα στην πανσέληνο προσφέρει το Ιόνιο πέλαγος, σπάνιο θέαμα με το φαντασμαγορικό ηλιοβασίλεμα και την υπέροχη γύρω φύση. Ταυτόχρονα υποβάλλει τον αναγνώστη του βιβλίου του, ώστε να θεωρεί ότι μεταφέρεται στον αισθητό κόσμο, καθώς αναπλάθεται τέλεια εικόνα στην εποχή της στέρησης και των δύσκολων συνθηκών συντήρησης κάθε οικογένειας, όπως αφηγούνται οι κάτοικοι ποιμένες, αναλύοντας ετυμολογικά, γραμματικά και ερμηνευτικά, την σημασία των ποιμενικών εκφράσεων.

Καταχωρεί τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν στην επικοινωνία μεταξύ τους με επίκεντρο της ποιμενικής λεκτικής τα ονόματα, όπως της γίδας (κόρμπα, χιόνα, Ρούσα κλπ) τον ποιμένα (βοσκός, προβατάρης, Αρνάρης, Τσέλιγκας κλπ), τα ενδύματά του (κάπα η καπότα, τσαρούχια, κατσούλα κλπ), τα σύνεργά του (Σακούλι (το), Γκλίτσα, Μαγκούρα, Ραβδί.

Περιγράφει τα ήθη και έθιμα, για τα γιδοπρόβατα (Χριστούγεννα – Πρωτοχρονιά, τα Φώτα, την Καθαρά Δευτέρα) καθώς και λέξεις των τσοπάνηδων (κείντο = εκείνο, το φαΐ → το φαγητό, δε φέρνεις το Μπουγιέλο ή Σούγλο ή Γκουβά (=δοχείο δεμένο με σχοινιά, που βγάζουν νερό, από το πηγάδι).

Αντί βιογραφικού ο Συγγραφέας, παραθέτει τις αναμνήσεις του της παιδικής ζωής στο χωριό Μύρου : (η πρώτη μου ανάσα ήτανε θρούμπι και ρίγανη), (το μονοθέσιο σχολείο που μου δίδαξαν την αλφαβήτα και μου μάθαν ν’ αγαπώ την Ελλάδα), τον πατέρα του (δουλευταράς και πατριώτης), τη μάνα του (νοικοκυρά και αγρότισσα) και την πίστη του (στον Αϊ Λιά το ξωκλήσι, που όλους κι όλους δε μας χωρούσε, του Θεού το μεγαλείο το ένιωσα τρανό).

Εντυπωσιάζει με τις παιδικές του απασχολήσεις στο χωριό (πούλησα ξύλα για να ζήσω και να μορφωθώ), (θέρισα το ξανθό σιτάρι και τα αλώνισα με τη ζέστη τ’ Αλωνάρη, (όργωσα με τα μουλάρια, που τραβούσαν τ’ αλεύρι το ησιόδειο).

Εκφράζει τα συναισθήματά του και τα ενδιαφέροντα, (η αγάπη για τα παιδιά μ’ ώθησε να γίνω δάσκαλος) (αγάπησα και αγαπώ όλους τους ανθρώπους και τα αδέλφια μου και τα λογαριάζω).

Και τέλος ολοκληρώνει (ονειρεύομαι ένα κόσμο με χορτάτους, όπου γης πεινασμένους : Ένα κόσμο που να εξασφαλίζει δουλειά σ’ όλους να έχει περισσότερη δικαιοσύνη, να μην έχει πολέμους, έναν κόσμο που σαν ήλιος, να τον λούζει η αγάπη).

Θέλω να συγχαρώ, με τα λίγα αυτά λόγια, τον εκλεκτό φίλο και πατριώτη, διανοητή του πνεύματος Στάθη Παρασκευόπουλο, με την υποδειγματική καταξιωμένη συγγραφική προσωπικότητα, γιατί τιμά τον τόπο του, που γεννήθηκε και είδε το πρώτο φως της ημέρας, στο χωριό του Μύρου.

Η ευγένεια, η καλοσύνη, η ευφροσύνη και η ανθρωπιά του, διαφαίνεται μέσα από τα εβδομήντα έξι (76) βιβλία, που έχει γράψει, χωρίς να εξοβελίζει τίποτα προφανές, αναδεικνύει και αξιοποιεί συνειρμικά, ταυτόχρονα όμως και ρυθμοτεχνικά, τα στοιχεία που κάθε φορά απαρτίζουν την συνθετική του εικόνα. Γνωρίζει να χειρίζεται την αφηγηματική του γλώσσα, χωρίς να έχει ανάγκη να την αποδομήσει, απεξαρτώντας τα σημαινόμενά της ή εξαρθρώνοντας τους πλανοιοτικούς όρους, με σκοπό όμως να καταρριφτούν, οι ευλογοφανείς, κατά τα άλλα επιταγές της.

Τέλος συνδυάζει αριστοτεχνικά χώρους και χρόνους, αλληγορίες και πραγματικότητες, επιθυμίες και αποτροπές, ζοφερούς εφιάλτες και λυτρωτικές καταστάσεις, γεφυρώνοντας (σα να έχει να κάνει με λογοτεχνικό κείμενο), την πρωτοπρόσωπη με την τριτοπρόσωπη αφήγηση και την ενεργητική με την παθητική.

Αθήνα  08/11/2018

Με ιδιαίτερη εκτίμηση

Δημήτριος Μητρόπουλος

Αντ/γος Επίτ. Υπαρ/γός ΕΛ.ΑΣ.

Πτυχιούχος Νομ. & Πολιτικών Επιστημών