Κυριακή, 11 Νοεμβρίου: 40ήμερο μνημόσυνο του παπα – Φώτη Τσαρουχά. Ο αποχαιρετισμός του από τον τ. Δήμαρχο Αετού Δημ. Δριμή. Ποίημα της Ελένης Τ., μαθήτριας Β’ τάξης Λυκείου

Το Κοπανάκι θρηνεί τον ιερέα του.

Αποτέλεσμα εικόνας για παπα φωτης κοπανακι

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ – ΦΩΤΗ

Την Κυριακή 11 Νοεμβρίου θα τελεστεί στο Κοπανάκι, στον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου που υπηρετούσε ως εφημέριος, το 40/ήμερο μνημόσυνο του αείμνηστου Παπά – Φώτη Τσαρουχά. 40/ήμερο μνημόσυνο θα τελεστεί την ίδια μέρα και στα Διάσελλα Ηλείας, χωριό καταγωγής του αείμνηστου Παπά.

Στη μνήμη του αείμνηστου Παπά – Φώτη, δημοσιεύουμε, ύστερα από παράκληση ενοριτών και φίλων του, τα λόγια με τα οποία τον αποχαιρέτισε ο τ. δήμαρχος Αετού Δημήτρης Α. Δριμής, με το πέρας της εξόδιου ακολουθίας στις 8 Οκτωβρίου 2018.

«Ευτυχίσαμε να έχουμε στο Κοπανάκι καλούς παπάδες.

Τον παπά Φώτη, τον παπά Γρηγόρη, τον αείμνηστο παπά Γιώρη.

Ζήσαμε μαζί τους τα πάντα.

Βάφτισαν τα παιδιά μας. Υπηρέτησαν τον τόπο μας και τους ανθρώπους του.

Τους τιμούσαμε και τους τιμούμε.  

Υπηρέτησαν το λόγο του Θεού. Το λόγο της αγάπης, πάντα κοντά στο συνάνθρωπο.

Σάββατο βράδυ η τελευταία επικοινωνία με τον Παπά – Φώτη.

Για το ραντεβού μας την Τρίτη στο Χαλάνδρι, στην ταβέρνα του Μήτσου από τη Λινίσταινα.

Την Κυριακή, 07 Οκτώβρη 2018, ξαφνικά φτωχύναμε.

Οι άνθρωποι, το χωριό, η εκκλησία, η πλατεία, η οικογένεια του Παπά – Φώτη.

Έφυγε ένας εξαίρετος παπάς, άνθρωπος, φίλος, πατέρας, γιός και αδελφός. Ένας εργατικός, χαρούμενος και φιλόξενος άνθρωπος. Ένα πολυμήχανο μυαλό.

Ένας άνθρωπος που είχε το χάρισμα της δημιουργίας και της επικοινωνίας με όλες τις ηλικίες. Με μικρούς και μεγάλους. Τι λόγο παρηγοριάς να πούμε παπά – Φώτη στα παιδιά του χωριού μας; Που έφτιαχνε κλίμα σε κάθε παρέα. Προικισμένος με χιούμορ. Ένας άνθρωπος μπροστάρης, σε όλα τα καλά έργα του τόπου μας. Στην εκκλησία, στο Διαγόρα, στο σύλλογο του χωριού, στον πάσχοντα συνάνθρωπο. Όπου χτύπαγε η καρδιά του χωριού.

Ένας ευλογημένος άνθρωπος.

Αγάπησε τη ζωή και αγαπήθηκε. Αγάπησε το χωριό μας. Αγαπήθηκε από τους ανθρώπους του.

Ένας νικητής της ασθένειας που τον δοκίμασε.

Έφυγε ένας άντρας «ωραίος σαν Έλληνας». Ένας Ζορμπάς στο γλέντι.

Υπερήφανος για τα παιδιά του, υπερήφανος για το κρασί του πατέρα του και του αδελφού του, υπερήφανος για το χωριό καταγωγής του, τα Διάσελλα της Ηλείας.

Με την έγνοια της μάνας του, που δεν προλάβαινε πάντα να επισκεφτεί, γιατί είχε πολλά να κάνει στο Κοπανάκι.

Ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, μια ζεστή, αισιόδοξη κουβέντα.

Μια πηγή χαράς, για όλους ήταν ο παπά – Φώτης.

Δεν σου ταιριάζει το σκοτάδι, Παπά. Εσύ ήσουν φώς.

Παπά – Φώτη, φίλε, οι άνθρωποι ζουν στη μνήμη.

Συνομιλούν μαζί μας, υπάρχουν μέσα μας, μας θυμίζουν τη γήϊνη ύπαρξή μας, μας βοηθούν. Πεθαίνουν αφού πεθάνουν όλοι εκείνοι που τους γνώρισαν και τους θυμούνται.

Βοήθησέ μας, παπά – Φώτη και σ` αυτή τη δοκιμασία.»

Αύριο Κυριακή, 11 Νοεμβρίου, θα τελεστεί στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Κοπανάκι, όπου υπηρετούσε ως εφημέριος, το 40ήμερο μνημόσυνο του παπα – Φώτη Τσαρουχά. Μνημόσυνο θα τελεστεί την ίδια μέρα και στο χωριό καταγωγής του, τα Διάσελλα Ηλείας.
Στη μνήμη του παπα – Φώτη Τσαρουχά δημοσιεύουμε το παρακάτω ποίημα της Ελένης Τ., μαθήτριας Β’ τάξης Λυκείου, από το Κοπανάκι:
«Ισορροπία επάνω σε ένα σχοινί
ενώ γύρω κυριαρχεί το σκοτάδι.
Θρήνος· παράξενο συναίσθημα.
Το τέλος δε φαίνεται.
Μοναδικό φως
τα δάκρυα γεμάτα αναμνήσεις.
Μητέρα, πιάσε μου ξανά το χέρι.
Χάθηκε άδικα ένας αγαπημένος φίλος.
Καμιά πρόποση στο όνομα του Οκτώβρη,
μονάχα ένα κατεστραμμένο αμάξι στην άκρη του δρόμου.
Κι ο γλυκός καρπός των Λωτοφάγων
δε σβήνει τίποτα από τη μνήμη.
Το χέρι σου κρύο
κι είσαι ολόκληρος ένα κοιμισμένο,
ήρεμο παιδί.
Τι όνειρο βλέπεις;
Είναι όμορφα εκεί, έτσι λένε.
Ζάλη· πολλοί πέθαναν μαζί σου
κι ας ήρθαν στην κηδεία.
Μια γρατζουνιά στο αριστερό σου μάγουλο
είναι η μοναδική απόδειξη της τραγωδίας.
Είπαν: ακαριαία.
Πόνεσε το ακαριαίο;
Φοβήθηκες;
Είπαν: ο Θεός ζητά κοντά Του τους καλύτερους.
Είδα: μια μάνα στα όρια της τρέλας.
Σου χρωστάω το ομορφότερο ποίημα
μα δεν ξέρω με ποιες λέξεις
μπορώ να γράψω για το χαμόγελο,
τα μάτια και την ψυχή σου.
Δεν υπάρχουν λέξεις.
Μονάχα μια σιωπηλή κραυγή προς τον ουρανό.
Μαθαίνουμε να αποδεχόμαστε την ιδέα του θανάτου μας,
κανείς μας δεν ξέρει πώς να αποδεχθεί
το θάνατο ενός αγαπημένου.
Είπαν: κράτα τις αναμνήσεις.
Μα η παρουσία σου είναι ισχυρότερη αυτών.
Μητέρα, πιάσε μου ξανά το χέρι.
Χάθηκε άδικα ένας αγαπημένος φίλος».