«Κατάγομαι από την παιδική μου ηλικία», στο Μουσείο Ιστορίας της Ελληνικής Ενδυμασίας.

ΛΥΚΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ: ΜΙΑ ΚΑΤΑΔΥΣΗ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Μπήκαμε στο Μουσείο Ιστορίας της Ελληνικής Ενδυμασίας του Λυκείου των Ελληνίδων και ξεναγηθήκαμε στη νέα έκθεση «Κατάγομαι από την παιδική μου ηλικία»

Πίσω από τη βαριά πόρτα του Μουσείου Ιστορίας της Ελληνικής Ενδυμασίας του Λυκείου των Ελληνίδων, στην οδό Δημοκρίτου 7, μας περιμένει ένας κόσμος μνήμης, μια επιστροφή στην παιδική ηλικία, σε γεύσεις και ήχους μέσα από την έκθεση που αντλεί τον τίτλο της από το Pilote de guerre του Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί «Κατάγομαι από την παιδική μου ηλικία».

Η μουσειολόγος και επιμελήτρια της έκθεσης Τάνια Βελίσκου μάς ξεναγεί σε ένα κόσμο του παρελθόντος που επιμένει να είναι σύγχρονος. Το Μουσείο, από την ίδρυσή του το 1988 έως και σήμερα που κλείνει τα 30 χρόνια λειτουργίας του, διοργανώνει ποικίλες εκθέσεις με στόχο το κοινό να γνωρίζει κάθε φορά ένα τμήμα της πλούσιας ενδυματολογικής συλλογής του.

Χαρακτηριστικές έως τώρα απόπειρες αποτελούν οι εκθέσεις που προσέγγιζαντο ένδυμα ως δηλωτικού της ταυτότητάς ενός τόπου ή μιας εθνοπολιτισμικής ομάδας. Ακόμη, έχουν οργανωθεί εκθέσεις βασισμένες στην τυπολογία των ενδυμάτων, την τελετουργική τους χρήση, αλλά και την αναπαράστασή τους στην τέχνη.

«Η ιδέα να γίνει μία έκθεση για το παιδί ανήκει στην Πρόεδρο του Ελληνικού Τμήματος του Διεθνούς Συμβουλίου των Μουσείων (ICOM) και Επιστημονική Σύμβουλο του Μουσείου Ιστορίας της Ελληνικής Ενδυμασίας του Λυκείου των Ελληνίδων, κυρία Τέτη Χατζηνικολάου», μας λέει η Τάνια Βελίσκου. «Στόχος ήταν να παρουσιαστούν αποκτήματα του Μουσείου που αφορούσαν στην παιδική ηλικία, αλλά παρέμεναν στην “αφάνεια”, καθώς στο παρελθόν δεν είχε τύχει μέχρι τώρα να “εξυπηρετούν” τις εκθεσιακές ανάγκες του Μουσείου. Η πρόκληση ήταν μεγάλη όσον αφορά στη μουσειολογική και στη μουσειογραφική προσέγγιση. Η κατά παράταξη παρουσίαση παιδικών ενδυμάτων θα αποτελούσε αποσπασματική ερμηνευτική προσέγγιση. Στόχος αυτή τη φορά υπήρξε η πρόσληψη της πληροφορίας να γίνει με “παιγνιώδη” τρόπο. Έτσι, η έκθεση κινείται γύρω από το παιδί, χρησιμοποιώντας μάλιστα ποικίλους τρόπους: κείμενο, φωτογραφίες, προφορικές μαρτυρίες, αλλά και βίντεο, εικαστικές και ηχητικές εγκαταστάσεις, προσφέροντας πολυαισθητηριακή μουσειακή εμπειρία».

Μια περιήγηση σε μια μαγική έκθεση

 

Στην έκθεση παρουσιάζονται παιδικά ενδύματα και εξαρτήματα,ξεκινώντας από τον 19ο αιώνα φθάνοντας ως τις αρχές του 20ού. Ωστόσο, ο τίτλος της έκθεσης «Κατάγομαι από την παιδική μου ηλικία» προδίδει ότι οι θεματικές της δεν επικεντρώνονται μόνο στο παιδί. Στις περισσότερες αναδρομές στην παιδική ηλικία αναδύεται σχεδόν πάντα κυρίαρχη η εικόνα της μητέρας. Για το λόγο αυτό, στο πρώτο μέρος της έκθεσης παρουσιάζονται ενδύματα και εξαρτήματα της γυναίκας-μητέρας.Τα εκθέματα κουβαλούν στοιχεία με σημειολογική βαρύτητα, καθώς συνδέονται με έθιμα, πρακτικές, δεισιδαιμονίες και μαγγανείες γύρω από την αρρενογονία, την ευγονία,τον τοκετό, καθώς και τη λοχεία.

Για παράδειγμα, ανάμεσα στα εκθέματα υπάρχει ως φυλαχτό της γέννας ένα ζωνάρι δουλεμένο με την τεχνική «σπρανγκ» από το Κεφαλόβρυσο της Αργολίδας, το οποίο ανήκει στις συλλογές του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος. Σε περιπτώσεις δυστοκίας, έριχναν το ζωνάρι αυτό πάνω στην κοιλιά της γυναίκας για να φύγει το κακό μάτι.Πίστευαν ότι τα δαιμόνια δεν αντέχουν τον ήχο που δημιουργούν τα κρόσσια, όταν η γυναίκα περπατάει, και επίσης, δεν τολμούν να μπουν στο σώμα της, καθώς παγιδεύονται μέσα στις φούντες και στο λαβύρινθο των κόμπων του.

Ένα ακόμη έκθεμα, ένα γυναικείο πουκάμισο από τα περίχωρα της Αττικής, στο οποίο είναι εμφανή τα ίχνη από το μητρικό γάλα, μας δίνει την αφορμή να γνωρίσουμε τον ρόλο της τροφού στην Ελλάδα. Είναι πιθανό άλλωστε να ανήκε σε κάποια παραμάνα.

Πολλές γυναίκες της αστικής τάξης,προκειμένου να διατηρήσουν το σώμα τους σε καλή κατάσταση, ανέθεταν το έργο του θηλασμού των παιδιών τους σε θηλάστριες. Ιδανικές τροφούς θεωρούσαν όσες κατάγονταν από τα νησιά των Κυκλάδων και τα περίχωρα των Αθηνών, από όπου και προέρχεται το συγκεκριμένο πουκάμισο.

 

Στην τελευταία ενότητα παιχνίδια ταυτισμένα με την παιδική ηλικία εμφανίζονται ως συλλεκτικά αντικείμενα. Πρόκειται για κούκλες ντυμένες με τοπικές ενδυμασίες που όμως έχουν αποκτήσει με τον χρόνο μια άλλη διάσταση. Πίσω από αυτές στην πραγματικότητα κρύβονται «παιχνιδίσματα» ενηλίκων.

Συχνά, παιχνίδια των παιδικών χρόνων δίνουν σε ενήλικες το έναυσμα για καλλιτεχνική δημιουργία ή τη συγκρότηση μιας συλλογής. Ξεχωρίζουν οι πορσελάνινες κούκλες ντυμένες με τοπικές ενδυμασίες της βασίλισσας Όλγας,δωρεά στο Λύκειο των Ελληνίδων το 1914. Επίσης, παρουσιάζονται κούκλες Barbie από τις συλλογές του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματοςντυμένες κι αυτές με ελληνικές τοπικές ενδυμασίες που δημιούργησε η Φανής Καζές τη δεκαετία 1960-1970, καθώς και τα PlaymoGreeks του Πέτρου Καμινιώτη.

Τα σύγχρονα εκθέματα και οι δημιουργοί τους

Στοχεύοντας στην πολυεπίπεδηερμηνεία, για πρώτη φορά κλήθηκε μία εικαστικός ως «εντεταλμένος» ερμηνευτής, να ερμηνεύσει δηλαδή με το δικό της «καλλιτεχνικό ιδίωμα»θέματα που δεν έχουν αφήσει υλικά τεκμήρια. Πρόκειται για τη Μαίρη Θηβαίου, Visual Artist, η οποία, μεταξύ άλλων, δημιούργησε μία εικαστική εγκατάσταση με τίτλο «Reciprocal Relationship», εμπνεόμενη από το εθιμικό πλαίσιο που περιέβαλε τις πράξεις υιοθεσίαςκυρίως στη Θράκη, αλλά και σε διάφορα μέρη του ελλαδικού χώρου κατά τον 19ο αι.

Σύμφωνα με μια θρακική παράδοση, η μαία περνούσε το ψυχοπαίδι τρεις φορές μέσα από το πουκάμισο της θετής μητέρας. Το έβαζε από το άνοιγμα του λαιμού και το έβγαζεαπό τα πόδια, παριστάνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι «υποβοηθά» τη φυσική πράξη της γέννησής του. Το πουκάμισο της εγκατάστασης λειτουργεί ως υποκατάστατο του ίδιου του σώματος του θετού γονιού.Εσωτερικά του πουκαμίσου, ένας μηχανισμός, που λειτουργεί ως αναφορά μιας «μαίας», κινεί μια υφασμάτινη ταινία που φέρει ραμμένα στόματα,δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι τα ραμμένα στόματα ανοιγοκλείνουν, σαν να προσπαθούν να «μιλήσουν» για θέματα που ακόμη και σήμερα κουβεντιάζονται δύσκολα γιατί θεωρούνται ταμπού.

Η μνήμη ως υλικό μιας έκθεσης

«Η έκθεση δανείζεται τον τίτλο της από μία φράση του Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, παρμένη από το βιβλίο που έγραψε το 1942 με τίτλο Pilote de guerre. Σε ηλικία τότε 40 ετών ο Εξιπερί γράφει: “Κατάγομαι από την παιδική μου ηλικία και επιθυμώ να επιστρέφω σ’ αυτήν”, εξηγώντας ότι τα παιδικά χρόνια επανέρχονται διαρκώς στο μυαλό μας μέσα από τις αναμνήσεις», εξηγεί η Τόνια Βελίσκου. «Εμπνεόμενοι λοιπόν από τα λόγια του, δημιουργήσαμε μια έκθεση με θέμα την παιδική ενδυμασία και ιστορίες-αναμνήσεις γύρω από αυτήν.

Η αφήγηση βασίζεται σε μια φανταστική ιστορία, εμπνευσμένη από την ταινία κινουμένων σχεδίων της Pixar Τα μυαλά που κουβαλάς (Inside/Out, 2015). Κεντρικό πρόσωπο είναι η Μνημοσύνη, η προσωποποίηση της μνήμης του ανθρώπου, η οποία ξεκινά ένα περιπετειώδες ταξίδι αναζήτησης αναμνήσεων από την παιδική της ηλικία. Στο ταξίδι της αυτό –όπως συμβαίνει στα περισσότερα παραμύθια- η ηρωίδα περνά δοκιμασίες και συναντά «εχθρούς». Στην προσπάθεια  της να «αποδράσει» από τη λήθη έχει πλάι της μαγικούς βοηθούς και μαγικά μέσα. Τους “αντιήρωες” στην ιστορία μας εκπροσωπούν η Ξεχασιά, ο Χρόνος, το Φερμουάρ – που προσπαθεί να τις κλείσει το στόμα και να αποσιωπήσει όλες τις αναμνήσεις-, ο Σκόρος και ο Λεκές,ενώ σύμμαχοι της Μνημοσύνης είναι η Ίαση, γιατρός στο επάγγελμα, ειδική να ανασύρει ιστορίες ζωής, βιώματα και η Μούσα, που εργάζεται στο Μουσείο και έχει ως αποστολή να διατηρεί ζωντανές τις αναμνήσεις των ανθρώπων.

Η φανταστική ιστορία λειτουργεί ως πλατφόρμα πάνω στην οποία αναπτύσσεταιη αφήγηση της έκθεσης. Ενδύματα, φωτογραφίες και παιχνίδια, μαζί με εικόνες και ήχους, ανατροφοδοτούν τη μνήμη της ηρωίδας, ενώ, παράλληλα, δημιουργούν σημεία εκκίνησης για προσωπικές αναμνήσεις που αναφέρονται στην παιδική ηλικία. Με αυτό το σκεπτικό η αφήγηση κινείται ανάμεσα στη μυθοπλασία και στα τεκμήρια με τέτοιο τρόπο ώστε το ένα να υπερκαλύπτει το άλλο.

Για παράδειγμα, ο προθάλαμος του Μουσείου έχει μετατραπεί σε ένα “δωμάτιο ανάκλησης αναμνήσεων” από την παιδική ηλικία της Μνημοσύνης, όπου ο χρόνος κυλάει προς τα πίσω. Γενικά η αφήγηση αφορμάται από μικρές ιστορίεςσχετικές με τις βασικές ανάγκες ενός παιδιού από τη στιγμή της γέννησής του – όπως το φαγητό, ο ύπνος, το λούσιμό του και το παιχνίδι- και καταλήγει στα αντικείμενα, αντιπροσωπευτικά των παραπάνω αναγκών».

Info έκθεσης:

Κατάγομαι από την παιδική μου ηλικία | Δεκέμβριος 2017 – Μάιος 2019, Δευτέρα-Παρασκευή: 10.00-14.00 | Μουσείο Ιστορίας της Ελληνικής Ενδυμασίας (Δημοκρίτου 7, Κολωνάκι)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Από το Κοπανάκι και τα χωριά όλης της Τριφυλίας

Αρέσει σε %d bloggers: