Πιτσά (Σιτοχώρι) 29 Οκτωβρίου 1942. Η πρώτη ρίψη όπλων και εφοδίων στην κατεχόμενη Πελοπόννησο. Του Δημήτρη Α. Δριμή.

Πιτσά (Σιτοχώρι) 29 Οκτωβρίου 1942
Η πρώτη ρίψη όπλων και εφοδίων στην κατεχόμενη Πελοπόννησο.

Δημήτρης Α. Δριμής
Συντονιστική Γραμματεία Αυτοδιοίκησης ΣΥΡΙΖΑ, Δ.Σ. ΕΔΙΑ 1940-1974,
τ. Δήμαρχος Αετού Μεσσηνίας
Η χώρα μας την περίοδο 1941 – 1944 μοιράστηκε σε ζώνες ελέγχου ανάμεσα στη Γερμανία, την Ιταλία και τη Βουλγαρία. Η Ιταλική ζώνη κατοχής περιλάμβανε τα 2/3 της Ελλάδας. Σε αυτή τη ζώνη ανήκε η Πελοπόννησος και η περιοχή Ορεινής Τριφυλίας – Ολυμπίας. Στο Κοπανάκι, κέντρο της Ορεινής Τριφυλίας, εγκαταστάθηκαν ισχυρές Ιταλικές δυνάμεις ενώ ενισχυμένο φυλάκιο από 150 άνδρες τοποθετήθηκε στη θέση «Κακόρεμα», για την προστασία των πέτρινων γεφυριών της σιδηροδρομικής γραμμής Κοπανακίου- Καλονερού.
Την 27η Ιουλίου 1941 στο Κοπανάκι ιδρύθηκε η αντιστασιακή οργάνωση Νέα Φιλική Εταιρία (Ν.Φ.Ε.) Ορεινής Τριφυλίας. Η οργάνωση αργότερα προσχώρησε στο ΕΑΜ. Τον Ιούλιο του 1942, σε σύσκεψη αντιπροσωπειών του ΕΑΜ Άνω Μεσσηνίας και Ορεινής Τριφυλίας, που έγινε στο Βασιλικό, αποφασίστηκε η συγκρότηση δύο ανταρτοομάδων, των δεκαπέντε περίπου ανδρών η κάθε μία, με σκοπό την οργάνωση ένοπλης αντίστασης. Στρατιωτικός υπεύθυνος για την Άνω Μεσσηνία ορίστηκε ο υπολοχαγός Κώστας Κανελλόπουλος, από την Καλλιρρόη και για την Ορεινή Τριφυλία – Ολυμπία ο ανθυπολοχαγός Ναπολέοντας Παπαγιαννόπουλος από το Ψάρι.
Την 29η Οκτωβρίου 1942 πραγματοποιήθηκε στο χωριό Πιτσά Τριφυλίας η πρώτη στην Πελοπόννησο ρίψη όπλων και εφοδίων από συμμαχικό αεροπλάνο. Η επόμενη ρίψη έγινε στη θέση «Λόγγο», μεταξύ Πλατανίων και Αυλώνας, τη νύχτα της 21ης προς 22α Μαίου 1943 με την παρουσία και τον έλεγχο Αγγλικής στρατιωτικής αποστολής, που αποτελείτο από τον Ταγματάρχη Ρίντ και τον Υπολοχαγό Πίτερ και είχε εγκατασταθεί στο βουνό «βουνί» των Πλατανίων. Η ρίψη στο Πιτσά έγινε χωρίς να έχει προηγηθεί αποστολή Αξιωματικών Συνδέσμων. Έπεσαν συνολικά 17 δέματα τα οποία περιείχαν σύγχρονο εξοπλισμό για 30 περίπου άντρες. Υπήρχαν έξι Ιταλικά οπλοπολυβόλα μπρέντα, τριάντα ατομικά αυτόματα Στέν, είκοσι ιταλικές αραβίδες, είκοσι περίστροφα, ικανός αριθμός ιταλικών και αγγλικών χειρομβοβίδων, εκρηκτικές ύλες και μηχανισμοί, αρκετά πυρομαχικά, αρκετά ζευγάρια από στρατιωτικά άρβυλα και είδη ιματισμού.
Η επιχείρηση οργανώθηκε από το Ναπολέοντα Παπαγιαννόπουλο και τον «Προμηθέα ΙΙ», μια από τις οργανώσεις που έδρασαν στην Ελλάδα στη διάρκεια της Κατοχής, για λογαριασμό της βρετανικής SOE (Special Operations Executive = διεύθυνση ειδικών υπηρεσιών). Η επαφή του Ναπολέοντα με την οργάνωση έγινε μέσω του αδελφού του και μέλους του «Προμηθέα ΙΙ» Γεώργιου Παπαγιαννόπουλου, Πλωτάρχη του π.ν. και απότακτου του κινήματος του 1935.
Ο «Προμηθέας ΙΙ» συνέδεσε το Ναπολέοντα, που πήρε τον κωδικό «Σούνιο», με το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής (ΣΜΑ). Σε συνάντηση του Ναπολέοντα στην Αθήνα, το Σεπτέμβρη του 1942, με σύνδεσμο του «Προμηθέα ΙΙ», καθορίστηκε η ρίψη όπλων, για τη δημιουργία αντάρτικου, να γίνει μεταξύ 1ης έως 4η Οκτωβρίου και ώρες από 9:00 έως 1:00 τη νύχτα στο λόφο «Μαστραντώνη» του Πιτσά. Σήμα αναγνώρισης ήταν πέντε φωτιές σε σχήμα σταυρού και σε απόσταση τριακοσίων περίπου μέτρων η μία από την άλλη. Από το κέντρο του σταυρού θα απαντούσαν με φακό στα φωτεινά σήματα του αεροπλάνου. Οι βραδιές αναμονής πέρασαν άκαρπες. Ο Παπαγιαννόπουλος ανέβηκε και πάλι στην Αθήνα. Πληροφορήθηκε πως η ρίψη ματαιώθηκε για λόγους επιχειρήσεων και κανονίστηκε νέα ρίψη στο ίδιο μέρος, με το ίδιο σήμα αναγνώρισης και τις ίδιες ώρες μεταξύ 26ης και 29ης Οκτωβρίου.
Από το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου οκτώ άνθρωποι του ΕΑΜ περίμεναν και πάλι στο λόφο. Τη νύχτα της 29ης και ώρα 1:00 π.μ., ακούστηκε βόμβος αεροπλάνου. Η αγωνία και η συγκίνηση των ανθρώπων που περίμεναν τόσες νύχτες κορυφώθηκε. Οι στιγμές ήταν ιστορικές. Το συμμαχικό αεροπλάνο ήρθε, από την πλευρά της Κυπαρισσίας και έριξε τα δέματα. Κανένα όμως δεν έπεσε στο χώρο υποδοχής. Μόνο δύο κιβώτια βρέθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Πρίν ξημερώσει αποφασίστηκε να φύγει, για λόγους ασφαλείας, ο γνωστός στην περιοχή γιατρός Κανελλόπουλος Π. από την Αυλώνα και να συνεχίσουν την έρευνα ανεύρεσης των υπολοίπων κιβωτίων οι Πιτσαίοι με το Χρ. Αντωνόπουλο, ο Ναπ. Παπαγιαννόπουλος, ο Γιάννης Παπαδόπουλος από το Βασιλικό και ο Στ. Λαμπρόπουλος από την Αυλώνα. Το πρωί έγινε γνωστό πως έντεκα δέματα είχαν πέσει στο πέτρινο αλώνι των αδελφών Χρήστου και Θόδωρου Λιάτσου και ένα δέμα στη θέση «Κεφαράπι» κοντά στο χωριό. Τρία άλλα δέματα που είχαν πέσει προς το Ρίπεσι βρέθηκαν την επόμενη μέρα.
Το γεγονός της ρίψης όπλων έγινε γνωστό στους κατοίκους, οι οποίοι αντικρύζοντας το περιεχόμενο του δέματος στο «Κεφαράπι», φυσίγγια και εκρηκτικούς μηχανισμούς, ανησύχησαν. Θεώρησαν πως τα είχαν ρίξει σκόπιμα οι Ιταλοί για να δοκιμάσουν την υπακοή τους. Κρίσιμος αποδείχτηκε ο ρόλος του Αντωνόπουλου στο χειρισμό της υπόθεσης. Αφού μάζεψε τους συγχωριανούς του, παρουσία του προέδρου και του παπά του χωριού, τους είπε πως η ρίψη δεν έγινε από τους Ιταλούς αλλά από τους Άγγλους σε συνεννόηση με το ΕΑΜ της Ορεινής Τριφυλίας, για τη δημιουργία αντάρτικου κατά των κατακτητών και πως ο ίδιος με δέκα οπλισμένους αντάρτες και έναν αξιωματικό περίμεναν για μέρες τη ρίψη. Τους είπε ακόμα πως κατανούσε τους φόβους τους για πιθανό κάψιμο του χωριού τους αν μάθαιναν οι Ιταλοί πως τους απέκρυψαν το γεγονός της ρίψης. Για να μην υποστεί, λοιπόν, αντίποινα το χωριό πρότεινε όχι να αποκρύψουν αλλά αντίθετα να ενημερώσουν οι ίδιοι οι κάτοικοι τους Ιταλούς για το γεγονός. Να μην τους ενημερώσουν όμως αμέσως. Να φυλάξουν, μάλιστα, και να τους παραδώσουν το ένα κιβώτιο με τα όπλα και το αλεξίπτωτο που έπεσε κοντά στο χωριό στη θέση «Κεφαράπι». Τα άλλα έντεκα κιβώτια όμως θα τα πάρουν οι αντάρτες.
Αφού συμφώνησαν σε αυτά ανέλαβε ο πρόεδρος του χωριού να πάει στο Κοπανάκι, αργά το απόγευμα και να ενημερώσει τους Ιταλούς. Η πρόνοια να ενημερωθούν οι Ιταλοί αργά ήταν σκόπιμη. Γνώριζαν πως οι Ιταλοί δεν θα ξεκινούσαν νύχτα για το χωριό αλλά θα πήγαιναν την επόμενη μέρα. Ήταν, άλλωστε, πρόσφατο και το γεγονός της επίθεσης και διάλυσης Ιταλικού αποσπάσματος Καραμπινιέρων στην Καλλιρρόη στις 5 Αυγούστου 1942, όπου σκοτώθηκε και ο διερμηνέας και συνεργάτης τους Κωστάκης Βενούτσιος. Είχαν έτσι όλη τη μέρα και τη νύχτα στη διάθεσή τους, για να κρύψουν και ασφαλίσουν τα όπλα. Έτσι και έγινε. Ο Αντωνόπουλος με νέους του χωριού πήγαν στο πετράλωνο των Λιατσαίων να ασφαλίσουν τα δέματα και να πουν στους αντάρτες, που περίμεναν εκεί τα όσα συμφωνήθηκαν, ενώ ο πρόεδρος του χωριού, Αποστόλης Μπεκιάρης, αργά το απόγευμα πήγε στο Κοπανάκι και ενημέρωσε τους Ιταλούς, για το κιβώτιο με τα όπλα
Η ιδέα του Αντωνόπουλου για την απόκρυψη των όπλων ήταν μοναδική. Μετέφεραν τα κιβώτια κοντά σε μία μάντρα είκοσι πέντε περίπου μέτρων, την οποία αφού γκρέμισαν την ξανάχτισαν τοποθετώντας μέσα τα δεκατρία κιβώτια. Στη συνέχεια ο ιδιοκτήτης του χωραφιού όργωσε το χωράφι. Ήταν, άλλωστε, εποχή οργώματος. Το χωράφι ήταν πλέον ομοιόμορφο και η όλη εικόνα του χώρου δεν δημιουργούσε υποψίες.
Οι Ιταλοί έφτασαν στο χωριό την άλλη μέρα. Σε έρευνες που έκαναν δεν ανακάλυψαν τίποτα, πήραν το δέμα που βρέθηκε στο χωριό, ευχαρίστησαν τους κατοίκους για τη συνεργασία τους και έφυγαν. Το τέχνασμα του Αντωνόπουλου αποδείχτηκε σωτήριο. Το ίδιο και η σιωπή των κατοίκων. Οι Ιταλοί δεν υποψιάστηκαν κάτι το ύποπτο και το χωριό δεν μπήκε σε περιπέτειες αντιποίνων.
Το γεγονός της ρίψης των όπλων υπήρξε κρίσιμης σημασίας για την εξέλιξη της Εθνικής Αντίστασης στην ευρύτερη περιοχή. Τρομοκράτησε τους Ιταλούς που διέδωσαν πως κάποιο δικό τους δήθεν αεροπλάνο έκανε κατά λάθος τη ρίψη. Ενίσχυσε το ηθικό και το κύρος του ΕΑΜ και αύξησε την επιρροή του στους τοπικούς πληθυσμούς καθώς φάνηκε η διεθνής διάσταση της αντίστασης και η σύνδεσή της με τους Άγγλους και το συμμαχικό αγώνα. Ανέδειξε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του ΕΑΜ στην προετοιμασία της εθνικής αντίστασης στην Ορεινή Τριφυλία. Ενίσχυσε τη μαχητική ικανότητα του ΕΛΑΣ, καθώς εξοπλίστηκαν με σύγχρονο οπλισμό οι δύο ανταρτοομάδες της Άνω Μεσσηνίας και της Ορεινής Τριφυλίας, και τον κατέστησε ικανό να σχεδιάζει και υλοποιεί στρατιωτικές ενέργειες.
Το γεγονός έχει καταγραφεί ισχυρά στην τοπική μνήμη. Ο σύλλογος του χωριού, το καλοκαίρι του 2009, ανήγηρε μνημείο και τοποθέτησε αναμνηστική πλάκα στο λόφο «Μαστραντώνη», όπου σήμερα βρίσκεται και το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής.
Υ.Γ. Η πρώτη δημόσια εμφάνιση της ανταρτοομάδας Ορεινής Τριφυλίας, που συγκροτήθηκε την 28η Φεβρουαρίου 1943 στην Κόκλα και αποτελείτο αρχικά, από 12 άντρες με στρατιωτικό υπεύθυνο το Ναπ. Παπαγιαννόπουλο, πολιτικό υπεύθυνο τον Χρ. Αντωνόπουλο από το Πιτσά και καπετάνιο το Γιάννη Παπαδόπουλο από το Βασιλικό, έγινε στο Κοπανάκι την Κυριακή 21 Μαρτίου 1943, σε συλλαλητήριο που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια του Παζαριού. Αντικείμενο του συλλαλητηρίου ήταν η διαμαρτυρία κατά της σχεδιαζόμενης από τους Γερμανούς πολιτικής επιστράτευσης και της υποχρέωσης του ανδρικού πληθυσμού της χώρας μας να προσφέρει στις δυνάμεις κατοχής εργασία ακόμα και έξω από την Ελλάδα. Ομιλητές ήταν ο Π. Γεωργακόπουλος από το Πιτσά και ο 18/χρονος Γ. Τασιόπουλος από τη Φούσια. Η Ιταλική φρουρά αιφνιδιάστηκε και παρέμεινε κλεισμένη στα καταλύματά της ενώ από το Τηλεγραφείο του Κοπανακίου οι πολίτες της Ορεινής Τριφυλίας έστειλαν τηλεγράφημα διαμαρτυρίας στην Κυβέρνηση.

‘Αρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα Ελευθερία της Μεσσηνίας, 5ης-6ης Νοεμβρίου 2016.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s