Αναμνήσεις από το Αρτίκι. Μια συγκινητική επιστολή του Δημήτρη Μητρόπουλου.

Στην ομοτράπεζα εκ δεξιών ο Πρόεδρος των ιστορικών συγγραφέων Ελλάδας Στάθης Παρασκευόπουλος που γνωρίζει αρκετά εκτός από την τοπική μας ιστορία, ο επίτιμος Υπαρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. στρατηγός αλλά και καθηγητής Δημήτρης Μητρόπουλος (και συγγραφέας και ….Αρτικαίος, ανιψιέ μου Γιάννη) που με την άρτια κατάρτισή του αποτελεί φάρο πολιτισμού, αλλά και συμπατριώτης καθηγητής Οικονομολόγο και πολιτικών επιστημών Σωτήρης Παπαδόπουλος που διδάσκει σε πανεπιστήμια της Γερμανίας και έρχεται κάθε χρόνο στον όμορφο τόπο μας.

Αγαπητέ  Δημήτρη
Θέλω να σε ευχαριστήσω,για το κείμενο που έβαλες στήν ιστοσελίδα σου, από το ρεπορτάζ του Γιάννη Μποζίκα, κατά την παραμονή μου στην Κυπαρισσία. Η προσθήκη σου της λέξης ΑΡΤΙΚΑΙΟΣ με ικανοποίησε ιδιαίτερα, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε το χωριό που μεγαλώσαμε και είδαμε το πρώτο φως της ημέρας.
Είναι η γενέτειρα των γονιών μας και των προγόνων μας.Το ΑΡΤΙΚΙ το αγαπώ και χαίρομαι όταν το επισκέπτομαι,να βλέπω συγγενείς φίλους και παλιούς γνώριμους.
Γεμίζει η καρδιά μου δύναμη να βλέπω και τη δρασκελιά που έκανε η ζωή, από τη νιότη μέχρι σήμερα.Το κλίμα,το φως,ο ουρανός,ο ορίζοντας και στο βάθος η θάλασσα,το όμορφο τοπίο, σε κάνουν να νιώθεις τυχερός άνθρωπος που γεννήθηκες σε αυτό το χωριό.
Η αγάπη μου για τη γενέθλια γη είναι ξεχωριστή κάθε φορά που βρίσκομαι κοντά της και με καλοσωρίζει όπως πάντα, με το δικό της χαμόγελo, με το δικό της αόρατο νεύμα.
Στο ΑΡΤΙΚΙ το αεράκι φυσάει νύχτα και μέρα και δροσίζει, όταν στη πόλη έχει ζέστη.. Νιώθαμε πόσο είμαστε τυχεροί για τη γή μας αυτή, της τριφυλλιακής ευλογημένης πεδιάδας , με λογής, λογής αγριολούλουδα στις πλαγιές και τους κάμπους, που αργοθρόιζαν οι λεύκες, που μοσχοβολoύσαν τα σπαρτά, τα χαμομήλια και οι ασφάκες. Όταν στην άκρη του ορίζοντα στέκεται κανείς σιωπηλά και αντικρίζει τα αφρισμένα κύματα στο καλονερό, σαν υδάτινους καθρέπτες περικυκλομένους από βουνίσιες δαντελωτές ομορφιές, αισθάνεται ιδιαίτερη ευχαρίστηση.
Oι απασχολήσεις αυτές στο ΑΡΤΙΚΙ , έχουν μείνει έντονες στη μνήμη μου .
Τώρα που ανατρέχω στο παρελθόν, δεν ξεχνώ τη ζωή του χωριού και την οδύνη μου. Όταν τελείωσα το Γυμνάσιο στο Κοπανάκι, πήγα στην τότε Χωροφυλακή, για μόνιμη εργασία, γιατί δεν είχαμε χρήματα στην οικογένεια αφού είμαστε φτωχοί.
Επειδή ο πατέρας σου Θανάσης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ΑΡΤΙΚΙ έχεις και εσύ Δημήτρη, ρίζες από το χωριό.Ο παππούς σου ο μπάρμπα Μήτρος ήταν αγαπητός και καλωσινάτος. Κάθε βράδυ έβγαινε στο καφενείο μαζί με άλλους συγχωριανούς και συζητούσαν διάφορα πράγματα, ιδιαίτερα ιστορίες από το στρατό, που παρακολουθούσαμε με ενδιαφέρον εμείς τα παιδιά. Η γιαγιά σου η Θειά Μήτρενα ήταν ψηλή, αδύνατη και πολύ δουλευταρού. Κάθε βραδάκι πήγαινε,όπως και οι άλλες γυναίκες με το βαρέλι στη πλάτη και τη βίκα στο χέρι, για νερό στη βρύση, που ήταν στην άκρη του χωριού.
Σου στέλνω και φωτογραφίες του χωριού μας.

Με ιδιαίτερη Εκτίμηση και Αγάπη

 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ Α Ρ Τ Ι Κ Α Ι Ο Σ
Α Ν Α Μ Ν Η Σ Ε Ι Σ  Α Π Ο ΤΟ Α Ρ Τ Ι Κ Ι
Το  Αρτίκι είναι το χωριό που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Με γεμίζει ικανοποίηση και χαρά ,όταν πηγαίνω και βλέπω το σπίτι που άφησα. Κτίστηκε πριν 120 εκατόν είκοσι χρόνια από τον Παππού μου Γιάννη.Οι σκαλιστές πέτρες και τα αγγονάρια, με τεχνική της εποχής έχει να κάνει.
Από το σπίτι μου στο Αρτίκι σαν παιδί, έχω πολλές αναμνήσεις, γιατί εκεί μεγάλωσα και έμαθα γράμματα, με πολλές στερήσεις. Οι γονεις πήγαιναν πρωί πρωί στα κτήματα για εργασία καθημερινά και  επέστρεφαν κουρασμένοι καβάλα στα μουλάρια τα βραδυνά. Τώρα που σκέφτομαι πως πέρασαν τα παιδικά μου χρόνια, που όλα τα καλοκαίρια εργαζόμαστε και κοιμόμαστε στα αλώνια. Δοξάζω τον μεγαλοδύναμο που στάθηκα στα πόδια μου και μεγάλωσα, αφού όλο το χρόνο που μούμενε, στο διάβασμα τον ανάλωσα.
Η πιο δύσκολη εργασία ήταν το σπάρσιμο και όργωμα στα χωράφια.
Να κρατάς το αλέτρι όλη τη μέρα, σε εργασία, που δεν είχα συμπάθεια. Οι παλάμες των χεριών μου, πολλές φορές, έβγαζαν φουσκάλες.Έτσι αποφάσισα να φύγω από το χωριό, γιατί οι δυσκολίες ήταν μεγάλες. Τα δύο μουλάρια και οι δυό κατσίκες, ήταν η καθημερινή μου φροντίδα. Στα χωράφια να τα πηγαίνω για να φάνε και να περνώ την μέρα με δυσκολία.
Είχαμε και γαλόπουλα και τα καλοκαίρια, εγώ τα μεριμνούσα, αφού η μητέρα μου τον Ιούνιο τα αγόραζε, καίτοι εγώ δεν το επιθυμούσα. Στο δάσος πήγαινα για ξύλα, που πουλούσα στο φούρνο στο Κοπανάκι. Για  κάθε φόρτωμα του μουλαριού,έπαιρνα και ένα δεκαρικάκι.
Μαθητής στο Γυμνάσιο 16 ετών, όταν ήρθε στο σπίτι μας ο ηλεκτρισμός.
Στο αμπάρι τα βράδυα, ο ύπνος μου στο αχυρένιο στρώμα,γλυκασμός.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s