H MAΛΗ ΤΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ «ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ ΣΤΗ ΜΑΛΗ» ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΓΡΙΠΛΗ – ΑΕΤΟΣ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ.

Η Μάλη της Τριφυλίας κι ο Αετός.

Πριν από λίγες μέρες γύρισα από τη Τριφυλία, από το παράθυρο του δωματίου μου ατένιζα τη Μάλη, ένα οροπέδιο που κάποτε έσφυζε από ζωή, όμως ξάφνου τα νερά στέρεψαν και σιγά σιγά οι κάτοικοι έφυγαν προς τη θάλασσα.  Οι λιγοστοί κάτοικοι που έχουν ανακαινίσει τα παλιά λιθόκτιστα σπίτια τους είναι κτηνοτρόφοι.
Η Μάλη έχει υψόμετρο 956 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 37,1708218985 και γεωγραφικό μήκος 21,7135034967.
Το χωριό της Μάλης κατασκευάστηκε το 1893 από τον τότε πρωθυπουργό της χώρας Σωτήρη Σωτηρόπουλο, ένα μονοπάτι από λαξευμένους βράχους, πλάτους περίπου ενός μέτρου, που συνέδεε το χωριό με τα Φιλιατρά. Το μονοπάτι αυτό, αν και έχει καταστραφεί εν μέρει, παραμένει εκεί πανέμορφο και αρμονικά συνταιριασμένο με την αγριάδα του τοπίου, ότι πρέπει για πεζοπορία.

Στα βουνά της Μάλης βρίσκεται η τρούπα του Γιαννόπουλου μια ιστορική σπηλιά. Ο Γιάννος Γιαννόπουλος  ήταν ο πατέρας του ονομαστού σημαιοφόρου Ηλία Γιαννόπουλου  που υπερέτησε υπό τις διαταγές του καπετάνιου Αθανασίου Γρηγοριάδη μαζί με έναν Κατσικάρη από το χωριό Ψάρι της ορεινής Τριφυλίας. Ο Γιάννος άξιος και γενναίος  πολεμιστής είχε πολεμήσει υπέρ της λευτεριάς της πατρίδας μας κατά την επανάσταση του 1769 – 1770. (Ορλοφικά) Καταγόταν από το Κρυονέρι (Σαρακινάδα). Είχε μαλώσει με τον Τούρκο Αγά της περιοχής για οικονομικούς και οικογενειακούς λόγους, στον οποίο είχε στείλει ειδοποίηση ότι αν τύχει και συναντηθούν οι δρόμοι τους θα τον χαλάσει. Μετά από αυτό ο Αγάς τον είχε επικηρύξει με μεγάλο χρηματικό ποσό και τον καταδίωκε. Το λιμέρι του ήταν στην περίφημη σπηλιά.
Πλέον μόνο ηλικιωμένοι γνωρίζουν και ξέρουν την τοποθεσία. Όσοι την έχουν επισκεφτεί ακόμη και σήμερα μπορούν να δουν ίχνη φωτιάς και απομεινάρια από κόκκαλα τροφής.
Το 15αυγουστο γίνεται πανηγύρι στη Μάλη, κερνούν στο κόσμο Γίδα βραστή.
Ο Κυπαρίσσιος διηγηματογράφος Δημήτρης Μαγριπλής έχει γράψει ένα υπέροχο διήγημα με τίτλο «Βατόμουρα στη Μάλη».

Ο Αετός Τριφυλίας

 Βόρεια της Μάλης βρίσκεται το χωριό Αετός, ένας απο τους πιο βασανισμένους τόπους της χώρας. Το 1454 ένα χρόνο μετά την άλωση της Πόλης ο Μωάμεθ ο β’ ο πορθητής ύστερα από τη νίκη του σε μάχη στη θέση Πλατανάκια, κατέστρεψε ολοσχερώς τον Αετό. Το χωριό  καταστράφηκε ξανά το 1647 όταν οι Τούρκοι κατέπνιξαν την επανάσταση ντόπιων πληθυσμών.  Το μελανότερο σημείο της σύγχρονης ιστορίας του Αετού γράφτηκε την 11η Σεπτεμβρίου του 1943 όταν οι Γερμανοί, στις 7 το πρωί βομβάρδισαν το χωριό και ένα γερμανικό σύνταγμα το έκαψε και το λεηλάτησε, ως αντίποινα για το θάνατο 3 Γερμανών από τους αντάρτες.
Σήμερα ο Αετός είναι πανέμορφος και αξίζει να πάτε.τα σπίτια αναπαλαιώθηκαν,
Στο κέντρο του Αετού βρίσκονται τα καταστήματα και τα καφενεία, ενώ στο Κεφαλόβρυσο με τα αιωνόβια πλατάνια και τα τρεχούμενα νερά βρίσκονται οι ταβέρνες.  Εκει στέκει ακόμα ναΐσκος της Παναγίας που χτίστηκε περίπου τον 10ο αιώνα στα θεμέλια αρχαίου ναού  του 6ου π.Χ. αιώνα. Φιλοξενεί βυζαντινές αγιογραφίες.  24 χιλιόμετρα από τη Κυπαρισσία.

http://einai-adynaton.blogspot.gr/2015/11/malhtrifilia.html

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΜΑΛΗ, ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΚΑΙ Η ΤΡΟΥΠΑ ΤΟΥ …ΓΙΑΝΝΟΠΛΟΥ.

https://kopanakinews.wordpress.com/2012/12/05/%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%B9%CF%80

ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ ΣΤΗ ΜΑΛΗ

pic

«Περνάς τα ύψη και αν νικήσεις τη θέα, βρίσκεσαι εμπρός στην πόρτα του βράχου. Την φυλάει ο φόβος. Αν κλείσεις τα αυτιά σου στη φωνή που μιλάει για πτώση, πέρασες»

Βατόμουρα στη Μάλη

Του Δ. Γ. Μαγριπλή

Όταν έφευγε ο τελευταίος, το μόνο που ακουγόταν στο οροπέδιο ήταν τα βήματα. Ακόμη και τα άγρια σάστισαν.
– Που πάει αναρωτήθηκαν;
Άρχισαν να βγαίνουν δειλά – δειλά από τρύπες, από σχισμές στους βράχους, από λαγούμια, μέσα από βατώνες και ρουμάνια. Μαζεύτηκαν όλα στον πλάτανο. Χαλασμός. Εκεί η τρελή προσπάθησε να τα καθησυχάσει.
– Θα ξαναρθούν, είπε με φωνή ανθρώπινη.
Κανείς δεν έδωσε σημασία στα λόγια της μάγισσας, παρά μόνο άρχισαν να κανονίζονται χωρίς τον άνθρωπο. Πρώτα έφυγαν οι γάτες και ύστερα κάποιες χήνες πέταξαν για αλλού. Ένα δύο κοκόρια που γλύτωσαν τη σφαγή, πριν την ανθρώπινη αποχώρηση, ανέβηκαν ψηλά στο δέντρο και σπάνια ξαναπάτησαν έδαφος. Έζησαν αρκετά, μα χωρίς συνέχεια. Όταν σταμάτησε το κικιρίκου, τότε ο χρόνος μετρήθηκε με το φως και το σκοτάδι. Έτσι απλά. Οι μήνες, τα χρόνια, ακόμη και οι μνήμες, περικυκλώθηκαν στην αρχή και ύστερα πνίγηκαν από τις κλάρες των βάτων. Ποιος θυμόταν τη μεγάλη πολιτεία, με τα εφτά χωριά; Κανείς.
Ακόμη και αν βρισκόσουνα εκεί, το μόνο που έλεγε κάτι από το μύθο, ήταν το πηγάδι. Μα και τούτο είχε αρχίσει να μιλά όλο και πιο λίγο, μέχρι που έπρεπε να είσαι τυχερός, για να ξεδιψάσεις. Κάποιες χρονιές δεν είχε σταγόνα. Τότε η βασίλισσα, σκιά του τόπου, φώναζε τη μάγισσα και την χτένιζε. Τις έκανε όλα τα χατίρια και ύστερα, την άφηνε πάλι να φυλάει τον κάμπο, τις λίμνες και τα πηγάδια που είχαν στερέψει. Αυτή ούρλιαζε μαζί με τον άνεμο και από ψηλά κοιτούσε την βατοπολιτεία.

Τα φυτά από την αγάπη της θέριευαν και αγκύλωναν από ηδονή κάθε ανθρώπινο. Τούτο μάλλον τα λίπαινε γιατί ο καρπός τους και γεύση ανείπωτη είχε και ο όγκος τους μεγάλος και παράταιρος, για το είδος, ήταν. Άλλοι έλεγαν πως από ζήλεια, κάρπιζαν. Η μάγισσα νωρίς κάθε φθινόπωρο, χτύπαγε τα σαράντα κακάβια που μάζευαν το νερό της πηγής. Εκεί κάτω, χάιδευε και κανάκευε τη κόρη της κυράς της. Είχε πνιγεί το χρόνο που στέρεψαν τα νερά. Λίγο πριν φύγει ο άνθρωπος. Μάλλον για αυτό το χρώμα της ωρίμανσής τους είναι το μαύρο και άμα τα σφίξεις αφήνουνε στα χέρια σου το χρώμα του αίματος και στα ρούχα για πάντα την απόδειξη της συνάντησης. Είναι όμως πειρασμός…
Παρά τα αγκάθια και το δύσβατο της αναζήτησής τους, παρά την μάγισσα και τις σκιές, δεν μπορείς παρά να υποκύψεις. Η ανηφόρα του βουνού είναι εκεί και σε προσμένει. Απλά απαιτεί κουράγιο και όλα τα άλλα σε δυναμώνουν.

Περνάς τα ύψη και αν νικήσεις τη θέα, βρίσκεσαι εμπρός στην πόρτα του βράχου. Την φυλάει ο φόβος. Αν κλείσεις τα αυτιά σου στη φωνή που μιλάει για πτώση, πέρασες. Ύστερα θέλει μικρή προσοχή. Το δρόμο στο δείχνουν οι κήποι με τη φτέρη και οι αριές. Σε αυτές δίνεις διαπιστευτήρια. Τα δέντρα αιώνες καταγράφουν την είσοδο και έξοδο από το φυσικό κάστρο. Το νοιώθεις. Η ανάσα σου γίνεται πιο αραιή και θες το χρόνο σου ώστε να ξεκινήσεις πάλι το δρόμο, για την ακρόπολη. Περνάς λοιπόν τον κάμπο με τις αγκορτσιές και ύστερα από την κίτρινη απλωμένη σοδειά από ζιζάνια, που οργίασαν στον κάμπο καλοκαιριάτικα, φτάνεις το πρώτο πηγάδι. Μην σταματήσεις. Δεν έχει νόημα. Θα ακούς νερό αλλά δεν θα το βλέπεις. Άμα επιμείνεις και βάλεις το αυτί σου κοντύτερα θα φοβηθείς. Θα ακούσεις τεντζέρια να χτυπάνε και γέλια της τρέλας. Δεν το συνιστώ. Από κει και μετά ο δρόμος είναι καλός, τουλάχιστον μέχρι τον πλάτανο. Ύστερα ακολουθείς το πάθος σου.

Ανοίγεις τη σακούλα και συλλέγεις. Όπως σε πάνε τα βάτα. Μικρά – μεγάλα όλα χρειάζονται για την κομπόστα. Στα υψώματα θυμήσου τις στέγες και στα βαθιά τις στέρνες και τα θεμέλια. Η ποσότητα αρκεί. Μην επιμείνεις. Το οροπέδιο δεν είναι για νύχτα. Και η μέρα φεύγει νωρίτερα. Ο ήλιος κίτρινος φεύγει, οι κοκκινάδες και τα παιχνίδια στα κύματα είναι για το γιαλό. Στον γυρισμό άμα ακούσεις φωνές και άλλες γητειές να ξέρεις πως ούτε να στρέψεις το βλέμμα δεν κάνει. Κοιτάς την πόρτα, περνάς και φεύγει ο φόβος μαζί με τις σκιές. Μπροστά σου πάλι ημέρα. Η δύση.
Κάθε χρόνο το κάνω. Κι εφέτος ξανά. Για το καλό μου έβαλα κερί στα αυτιά μου. Μα πριν γυρίσω είπα να αφήσω τις σειρήνες του μύθου. Έμπειρος πια, τι είχα να φοβηθώ; Λίγο πριν τα τελευταία ερείπια της ακρόπολης άκουσα κάποιον να με φωνάζει. Συνέχισα απτόητος. Μα να’ σου πάλι φωνή και όχι μόνο. Ποδοβολητό. Τα χρειάστηκα. Κάποιος έτρεχε πίσω μου. Πάγωσα. Δεν μπορούσα να κάνω βήμα. Άρχισα μια ατελείωτη αυτοκριτική και κόντεψα να σιχαθώ τα βατόμουρα. Σε κείνο τον αιώνα της ακινησίας μία σκόνη δίπλα μου έσπασε τη σιγή.
– Έ… πατριώτη έλα να σε δροσίσουμε, χτυπήσαμε φλέβα με την γεώτρηση…


Ο Δ. Γ. Μαγριπλής είναι διδάκτορας της Κοινωνιολογίας και πρωτοεμφανίστηκε στην λογοτεχνία με το ψευδώνυμο Φώτης Αδάμης και τα «Μαθήματα Κηπουρικής και άλλα διηγήματα», από τις εκδόσεις Σοκόλη, το 2007. Το 2010 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική του συλλογή: «Στα τέταρτα του χρόνου» στο «Χρώμα και λόγος», Επί- γνωση / Αν. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με την εικαστικό Α. Κοκονάκη. Το 2011 κυκλοφόρησε η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο: «Κρυφές Ενοχές», στην σειρά Επί- γνωση, του εκδοτικού οίκου Αν. Σταμούλη, στην Θεσσαλονίκη. Τα βιβλία του κυκλοφορούν διαδικτυακά, σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας.

ΔΙΑΓΟΡΑΣ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ. ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ …ΠΑΡΕΛΘΟΝ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΧΙΑ ΒΑΣΙΛΗ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟ.

«Φίλε  Σάκη, σου στέλνω κάποιες φωτογραφίες με την ομαδάρα που κυριαρχούσε στα γήπεδα της Μεσσηνίας το 1974-75. Έχω γράψει αρκετές αναμνήσεις από την εποχή εκείνη, αλλά επειδή είναι χειρόγραφες δεν τις έστειλα. Τώρα …εκπαιδεύομαι στο ίντερνετ και μόλις καταφέρω να τις κάνω ηλεκτρονικές, θα τις στείλω στο kopanakinews. Aν θέλει μπορεί να τις δημοσιεύσει και τα σχόλια τα κάνω εγώ αργότερα. Ότι εσύ νομίζεις, οι φωτογραφίες είναι δικές σου και θα σου στείλω και πολλές ακόμα.

λοχίας!!!

Χαιρετισμούς στον φίλο μας Δημήτρη, Εξαιρετικός!!!»

Ποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του και τους φίλους του, σ΄αυτές τις Ιστορικές φωτογραφίες που μας έστειλε ο λοχίας ο Βασίλης; Ποιος τον θυμάται τότε που έπαιξε μπάλα στον Διαγόρα; Είχε έρθει με την ΜΟΜΑ και έμεινε στον Άη Γιώργη που είχαν κατασκηνώσει για 2 χρόνια, κάποιο δρόμο φτιάχνανε. Έχει να μας πει πολλά από τότε και περιμένω με αγωνία και χαρά να τα φιλοξενήσω στο μπλογκ μας. Πέρασε το καλοκαίρι από το Κοπανάκι και γνωρίστηκε με τον Σάκη τον Γεωργιόπουλο, τον …Μπέο μας και μίλησε και μαζί μου στο τηλέφωνο. Αναμένω την συνέχεια από έναν άνθρωπο που ήρθε και έδωσε την ψυχή του στην ομάδα μας και εκεί την έχει ακόμα.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία στο γήπεδο «Τσατσούλη» και έγχρωμη  στο γήπεδο της Κυπαρισσίας.