ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΣΤΟ ΚΟΠΑΝΑΚΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ.

Με αίμα βάφτηκε η επέκταση του  δικτύου αποχέτευσης στο Κοπανάκι. Εργάτης καταπλακώθηκε από χώματα μετά την υποχώρηση πλαϊνού τοιχώματος.  Οι δυνάμεις της πυροσβεστικής προσπαθούν από τις 12 παρά να απεγκλωβίσουν την σωρό του άτυχου εργάτη, Αλβανικής καταγωγής, με δυο ανήλικα τέκνα. Ο θάνατος σύμφωνα με μαρτυρίες ήταν ακαριαίος και το όχημα των πρώτων βοηθειών αναμένει για την μεταφορά της σωρού. Ανύπαρκτα  τα μέτρα ασφαλείας.

 

Ένας πιτσιρικάς και το μπόι της ζωής μας…Του Αντώνη Πετρόγιαννη από το «Θάρρος».

Ένας πιτσιρικάς και το μπόι της ζωής μας…

Την ιστορία την έμαθα πρόσφατα. Ήτανε, λέει στο σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του ’44, που οι «προοδευμένοι» και «πλεονασματικοί» –σήμερα– στον προϋπολογισμό τους κατακτητές, εκτελέσανε 200 πατριώτες. Γνωστή η ιστορία σχεδόν σε όλους. Άγνωστη η ΙΣΤΟΡΙΑ, έτσι, με κεφαλαία γράμματα, ενός πιτσιρικά 12 χρονών, που συνελήφθη με τους υπόλοιπους άνδρες.
Στήθηκαν όλοι στο μεγάλο μαντρότοιχο με αντίκρυ τους τα θηριώδη πολυβόλα. Και καθώς ήτανε οργανωμένοι οι κατακτητές –όπως και σήμερα– και δεν ήθελαν τίποτα να αφήνουν στην τύχη, πάκτωσαν τα πυροβόλα σε ψηλές τσιμεντένιες εξέδρες, έτσι που το ύψος βολής να φτάνει ένα αντρίκειο μπόι. Δεν είχε γίνει πρόβλεψη για παιδιά.
Στις προοδευμένες δυτικές κοινωνίες τα παιδιά δεν προβλέπεται να στήνονται απέναντι στα αποσπάσματα. Μα, τι κρίμα, σε τούτο τον έρμο τόπο, ένα παιδί, ένα δωδεκάχρονο παλικαράκι, στάθηκε απέναντι στα πολυβόλα.
Εύστροφος ο «μικρός», καθώς έκοβε το μάτι του, πήρε χαμπάρι πως το μπόι του ήταν κάτω από τη γραμμή του θερισμού. Κι ανασηκώθηκε στα ακροδάχτυλα… να μην τη βγάλει καθαρή… να μην κουτσοβολευτεί αυτός δίπλα στους σκοτωμένους…
Ένα δωδεκάχρονο παιδί ανασηκώθηκε στ’ ακροδάχτυλα… και γίνηκαν μεμιάς, αυτοί οι 2-3 πόντοι, χιλιόμετρα ήθους. Όταν αρχίνισαν τα όργανα του θανάτου, όχι μόνο κανείς δεν έσκυψε να φυλαχτεί, μα κι ένα παιδί, ένα παιδί, ανασηκώθηκε για να μην ξεφύγει…
Πώς γίνηκε και οι πιτσιρικάδες που μεγάλωσαν από τότε, όσοι γλίτωσαν, όσοι γέννησαν παιδιά, πώς γίνηκε να φτιάξουνε ένα άνθρωπο που σκύβει συνέχεια για να φυλαχτεί…
Πώς γίνηκε σε 70 χρόνια δρόμου να κοντύναμε όλοι τόσο πολύ και μας νοιάζει μοναχά να περάσει το κεφάλι μας κάτω απ’ τα «μέτρα», να μη μας αγγίξουνε εμάς και τσιμέντο οι άλλοι γύρω μας…
Πώς γίνηκε σε δυο γενιές να θάφτηκε τόσο ήθος κάτω από εισαγόμενα μπιχλιμπίδια και πλαστικά πλήκτρα…
Τώρα, απέναντι στα ίδια πακτωμένα πυροβόλα, στέκεται βουβός ένας ολόκληρος λαός με την ψυχή του κουρελιασμένη, όλοι «μοιραίοι και άβουλοι αντάμα», θεατές της ζωής μας με μόνη έννοια μη και μας πέσει η σακούλα με το ποπκόρν από τα σφιγμένα ποδάρια μας… Τώρα που πακτώνουν στα τσιμέντα την ίδια τη ζωή και το μέλλον του τόπου μας…Του Αντώνη Πετρόγιαννη

– See more at: http://www.tharrosnews.gr/articles/%CE%BC%CE%B5-

«If I Were a Rich Man» ‘Ενα υπέροχο τραγούδι με τον Chaim Topol, από την ταινία «Βιολιστής στην στέγη».

Lyrics: Dear God, you made many, many poor people. I realize, of course, that it’s no shame to be poor. But it’s no great honor either! So, what would have been so terrible if I had a small fortune?»

If I were a rich man, Ya ha deedle deedle, bubba bubba deedle deedle dum. All day long I’d biddy biddy bum. If I were a wealthy man. I wouldn’t have to work hard. Ya ha deedle deedle, bubba bubba deedle deedle dum. If I were a biddy biddy rich, Yidle-diddle-didle-didle man. I’d build a big tall house with rooms by the dozen, Right in the middle of the town. A fine tin roof with real wooden floors below. There would be one long staircase just going up, And one even longer coming down, And one more leading nowhere, just for show. I’d fill my yard with chicks and turkeys and geese and ducks For the town to see and hear. Squawking just as noisily as they can. With each loud «cheep» «swaqwk» «honk» «quack» Would land like a trumpet on the ear, As if to say «Here lives a wealthy man.» If I were a rich man, Ya ha deedle deedle, bubba bubba deedle deedle dum. All day long I’d biddy biddy bum. If I were a wealthy man. I wouldn’t have to work hard. Ya ha deedle deedle, bubba bubba deedle deedle dum. If I were a biddy biddy rich, Yidle-diddle-didle-didle man. I see my wife, my Golde, looking like a rich man’s wife With a proper double-chin. Supervising meals to her heart’s delight. I see her putting on airs and strutting like a peacock. Oy, what a happy mood she’s in. Screaming at the servants, day and night. The most important men in town would come to fawn on me! They would ask me to advise them, Like a Solomon the Wise. «If you please, Reb Tevye…» «Pardon me, Reb Tevye…» Posing problems that would cross a rabbi’s eyes! And it won’t make one bit of difference if i answer right or wrong. When you’re rich, they think you really know! If I were rich, I’d have the time that I lack To sit in the synagogue and pray. And maybe have a seat by the Eastern wall. And I’d discuss the holy books with the learned men, several hours every day. That would be the sweetest thing of all. If I were a rich man, Ya ha deedle deedle, bubba bubba deedle deedle dum. All day long I’d biddy biddy bum. If I were a wealthy man. I wouldn’t have to work hard. Ya ha deedle deedle, bubba bubba deedle deedle dum. Lord who mad the lion and the lamb, You decreed I should be what I am. Would it spoil some vast eternal plan? If I were a wealthy man.