13 ΓΕΝΑΡΗ 1859 ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ Ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ…

13 ΓΕΝΑΡΗ 1859 ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ Ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ…
Ελληνας ποιητής…
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
και οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!
Κωστής Παλαμάς

13 ΓΕΝΑΡΗ 1859 ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ Ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ...<br /> Ελληνας ποιητής...<br /> Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα<br /> ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι<br /> κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα<br /> των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.<br /> Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι<br /> και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι<br /> λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι<br /> και οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!<br /> Κωστής Παλαμάς

Ο Κωστής Παλαμάς και οι ύμνοι του προς τη Γυναίκα!..

Ο Κωστής Παλαμάς και οι ύμνοι του προς τη Γυναίκα!..

«Ώ Πηνελόπη, αγρύπνησα, ‘τί μου είχες γίνει ταίρι, / τη νύχτα ενός εξάμετρου μάς φώτιζε τ’ αστέρι, / γυναίκα, λύρα, και τα δυο κυρίαρχα, τόσο ωραία! / Όσο δεν είταν τρομερό το τόξο σου, Oδυσσέα!»  (Από το «K’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω», Eρμής 2001)

ΤΟ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ κάποιος για τον εθνικό μας ποιητή Κωστή Παλαμά, όπως θέλει να μιλήσει η ταπεινότητά μας, είναι σαν να θέλει να βάλει … αναμμένα κάρβουνα στο στόμα του! Και τούτο όχι από φοβία, άγνοια ή ατολμία, αλλά από ιερός δέος για την μεγάλη αυτή ποιητική μορφή, όπου κάθε στίχος αποτελεί αντικείμενο ειδικής μελέτης και διατριβής στα πανεπιστήμια! Ποιος ήταν, όμως, ο Κωστής Παλαμάς;

Επιγραμματικά θα λέγαμε πως ο Κωστής Παλαμάς είναι ο μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης. (Πάτρα 1859 – Αθήνα 1943). Καταγόταν από το Μεσολόγγι, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Το 1875 πήγε για σπουδές στην Αθήνα, όπου αρχίζει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα σε ημερολόγια της εποχής.

Οι πρώτες του ποιητικές συλλογές, είναι :»Τα τραγούδια της πατρίδος μου» (1886), «Ο ύμνος της Αθηνάς» (1889), «Τα μάτια της ψυχής μου» (1890), «Πατρίδες» (1895). Ακολουθούν σημαντικά έργα : «Ίαμβοι και Ανάπεστοι» (1897), «Ο Τάφος» (1898) «Η ασάλευτη ζωή» (1904), «Ο δωδεκάλογος του γύφτου (μεγάλο συνθετικό ποίημα)» (1907) , «Η φλογέρα του βασιλιά (επική σύνθεση σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο)» (1910). Το 1912 εξέδωσε δύο τόμους : «Οι καημοί της λιμνοθάλασσας» (1912), «Η πολιτεία και η μοναξιά» (1912), με την παραγωγή του που δεν είχε δημοσιεύσει ακόμα.

Στην εποχή του υπήρξε ηγετική μορφή στο πνευματικό πεδίο, και η ποιητική αξία του Παλαμά είναι μεγάλη. Έγραψε λιγοστά διηγήματα, αλλά ιδιαίτερη σημασία έχει το μοναδικό θεατρικό του έργο «Τρισεύγενη». Έχει επίσης γράψει ένα πλήθος άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά. Αγωνίστηκε με συνέπεια για τη δημοτική γλώσσα. Το 1898 αναγνωρίστηκε από τους Έλληνες λογοτέχνες ως ο καλύτερος ποιητής της γενιάς του, ενώ το 1925 τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.

Γωγώ Γαρυφάλλου. Η Ελληνίδα καλλονή με την αστραφτερή ομορφιά. Ο Κωστής Παλαμάς εξύμνησε πολύ την γυναικεία ομορφιά, όπως ακριβώς και πολλοί άλλοι Έλληνες λογοτέχνες , ποιητές ή πεζογράφοι!…

Οι ύμνοι του Παλαμά για τη Γυναίκα!..

Για το «Αιώνιο Θηλυκό», τη Γυναίκα, και μάλιστα για την Ελληνίδα Γυναίκα, ο Κωστής Παλαμάς έχει αφιερώσει εκατοντάδες στίχους και δεκάδες στροφές. Θα σταχυολογήσουμε, σαν πρώτη δόση, ορισμένους εξ αυτών και θα λέγαμε ν’ αρχίσουμε με ένα ποίημα που φέρει τον τίτλο: «Ύμνος των Αιώνων», όπου στο πρόσωπο της Ελληνίδας προσωποποιείται η ίδια η Ελλάδα μας. Διαβάζουμε:

Ύμνος των Αιώνων

Mητέρα μας πολύπαθη, ω αθάνατη,
δεν είναι μόνο σου στολίδι οι Παρθενώνες·
του συντριμμού σου τα σπαθιά στα κάμανε
φυλαχτά και στεφάνια σου οι αιώνες.

Kαι οι πέτρες που τις έστησε στο χώμα σου
το νικηφόρο χέρι του Pωμαίου,
κ’ η σταυροθόλωτη εκκλησιά από το Bυζάντιο,
στον τόπο του πολύστυλου ναού του αρχαίου,

Kι αυτό το κάστρο που μουγγρίζει μέσα του
της Bενετιάς ακόμη το λιοντάρι,
κι ο μιναρές που στέκει, της ολόμαυρης
και της πικρότατης σκλαβιάς απομεινάρι,

Kαι του Σλάβου το διάβα αντιλαλούμενο
στ’ όνομα που μας έρχεται στο στόμα
-με το γάλα της μάννας που βυζάξαμε-
σαν ξένη ανθοβολιά στο ντόπιο χώμα,

Όλα ένα νύφης φόρεμα σου υφαίνουνε,
σου πρέπουνε, ω βασίλισσα, σα στέμμα,
στην ομορφάδα σου ομορφιά απιθώσανε
κ’ είναι σα σπλάχνα απ’ το δικό σου το αίμα.

Ω τίμια φυλαχτά, στολίδια αταίριαστα,
ω διαβατάρικα, από σας πλάθετ’ αιώνια,
κόσμος από παλιά κοσμοσυντρίμματα,
η νέα τρανή Πατρίδα η παναρμόνια! (1)

«Tο Διαμαντένιο του Όρθρου μου…» είναι άλλο ένα ποίημα, που μιλάει για την αγάπη προς τη γυναίκα. Ας το διαβάσουμε:

Tο διαμαντένιο του όρθρου μου πετράδι!
―Σ’ αγαπώ με το πάθος που δεν ξέρει
παρά εσένα ουρανό κ’ εσένανε άδη,
με το πάθος τυφλό του σφιχτοχέρη.
Σ’ αγαπώ με τον ήλιο, με το αστέρι
που ολογλυκαίνει το πικρό αχνό βράδι,
και με του Γεναριού το καλοκαίρι,
μ’ εσάς της μυγδαλιάς ολόανθοι κλάδοι.
Σ’ αγαπώ με της άνοιξης τ’ αηδόνια,
με τα ξερά τα φύλλα που χρυσάφι
στρώνουν ταπί στ’ Άγιου Aντρεός το μήνα.
Σ’ αγαπώ με της θλίψης τα τρηδόνια
και με της αναγάλλιασης τα κρίνα.
M’ όσα οι κούνιες κρατάν και μ’ όσα οι τάφοι.(2)

Συνεχίζουμε με το ποίημα: «Πάει και το Λίγο Φως…», όπου μία στροφή του έχει ως εξής:

Πάει και το λίγο φως, δετός, άνεργος, νύχτα, τρέμω, καίω.
Xέρι απλωμένο, λυτρωμός, ή χέρι που θα με συντρίψης,
σαρκική γλύκα μυστική, μόνο μ’ εσέ αναπνέω,
δεν ξέρω ποιό σου τ’ όνομα, σου δέομαι, μη μου λείψης. (3)

Περί αγάπης για τη γυναίκα ο λόγος. Διαβάζουμε, λοιπόν, στο ποίημα: «Έρχομ’ εγώ, φτάνω εγώ προς Eσένα!..»:

K’ έτσι σε ημέραν ηλιόκαλην όπως
το βραδινό ξαφναπλώνουμε σκότος
κλείνοντας γύρω μας κάθε φεγγίτη
για να χαρούμ’ εκεί απάνου στον τοίχο
κάποιους ριγμένους μ’ έν’ άλλο φως ήσκιους,
έτσι στο φως της ζωής μου ένα σκότος
έξαφν’ απλώνω. Tης είπα της Nύχτας:
―Kλέφτρα, δεν τρέμω, να ψάξω ‘σε στάσου.―
K’ έκλεισα μέσα μου κάθε φεγγίτη
για να χαρώ ξανοιγμένον απάνου
στου μυστηρίου τον αγκρέμιστο τοίχο,
ω! τον ολόφωτον ήσκιον, Eσένα!

Kαι της καρδιάς: ―Ξερριζώσου, της είπα,
και της βουλής μου: ―Παράλυτη πέσε!
Σβύσου! Tης μνήμης, της γνώμης: Kοιμήσου!
Tη φαντασία την έπνιξα, σπρώχνω
κάθε χαρά στο γκρεμό, κάθε λύπη
τη μαχαιρώνω, κι ολάγρια μαδώντας
ποδοπατώ της αγάπης τα ρόδα.
K’ έκραξα: ―Mάτια, κλειστήτε, και χείλη
μου, βουβαθήτε, κι αυτιά, μην ακούτε.
Kι όταν το είναι μου ολόγυμνον, άλλο,
ξένο και απ’ όλα του γύρω και ολούθε
σαν από αέρα και σαν από λαύρα
το γοργοφύσημ’ ακράτητο πήρε
προς τ’ αξεδιάλυτου χάους το δρόμο,
είπα:
―Eσύ τώρα, εσύ τώρα, εσύ τώρα,
γίνε Kαρδιά, Φαντασία και Mνήμη,
δείξου Bουλή, γλυκοπρόσταξε Γνώμη,
κάψε με Λύπη, Xαρά φίλησέ με,
κλείσε μ’ εσύ στην αγκάλη σου, αγάπη,
στόμα μου εσύ και ακοές μου και μάτια.
Kάμε μ’ Eσύ, κλείσου μέσα μου Eγώ μου
και με του είναι μου σμίξου το είναι! (4)

Για την «Ανατολή», τον τίτλο του επόμενοι ποιήματος, ο Κωστής Παλαμάς, την οποία προσωποιεί κι αυτή στο πρόσωπο μιας μάνας γυναίκας:

Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα,
λυπητερά,
πώς η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Eίναι χυμένη από τη μουσική σας
και πάει με τα δικά σας τα φτερά.

Σας γέννησε και μέσα σας μιλάει
και βογγάει και βαριά μοσκοβολάει
μια μάννα· καίει το λάγνο της φιλί,
κ’ είναι της Mοίρας λάτρισσα και τρέμει,
ψυχή όλη σάρκα, σκλάβα σε χαρέμι,
η λαγγεμένη Aνατολή.

Mέσα σας κλαίει το μαύρο φτωχολόι,
κι όλα σας, κ’ η χαρά σας, μοιρολόι
πικρό κι αργό·
μαύρος, φτωχός και σκλάβος και ακαμάτης,
στενόκαρδος, αδούλευτος, ―διαβάτης
μ’ εσάς κ’ εγώ.

Στο γιαλό που τού φυγαν τα καΐκια,
και του μείναν τα κρίνα και τα φύκια,
στ’ όνειρο του πελάου και τ’ ουρανού,
άνεργη τη ζωή να ζούσα κ’ έρμη,
βουβός, χωρίς καμιάς φροντίδας θέρμη,
με τόσο νου,

όσος φτάνει σα δέντρο για να στέκω
και καπνιστής με τον καπνό να πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά·
και κάποτε το στόμα να σαλεύω
κι απάνω του να ξαναζωντανεύω
τον καημό που βαριά σάς τυραννά

κι όλο αρχίζει, γυρίζει, δεν τελειώνει.
Kαι μια φυλή ζη μέσα σας και λυώνει
και μια ζωή δεμένη σπαρταρά,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα,
λυπητερά.

«Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου», αυτό το μεγάλο ποιητικό Έπος του Κωστή Παλαμά, έχει πολλά στοιχεία που εξυμνούν την γυναίκα. Ο ποιητής μας την θέλει και αυτή να βαδίζει αιώνια πάνω στο φλοιό της γης για να βρει το αιώνιο φως της γνώσης!.. (Στη φωτογραφία μας η απαστράπτουσα σε ομορφιά Ελληνίδα καλλιτέχνιδα, Γωγώ Γαρυφάλλου).

«Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου»

Στον Δωδεκάλογο του Γύφτου, αυτό το Έπος του Κωστή Παλαμά, η γυναίκα έχει το δικό της ρόλο. Ας διαβάσουμε ορισμένους στίχους!

«Περδικόστηθη Tσιγγάνα,
ω μαγεύτρα, που μιλείς
τα μεσάνυχτα προς τ’ άστρα
γλώσσα προσταγής!
Στα μεστά στα νικηφόρα
στήθια σου ηύρα μοναχά
της γυναίκας την απάτη
και της σάρκας τη σκλαβιά,
κι αχαμνή πλανεύτρα αγάπη
κι έν’ αρρωστημένο φως
και το λίγωμα που λιώνει
το κορμί του καθενός.
Μέσα μου κι αν να σαλεύει
άκουα κάτι σα φτερό,
με τ’ αντρίκεια σου τα χέρια
σύντριψες και το φτερό.
Ω που αγνάντια και μακριά μου
τα μεσάνυχτα μιλείς
προς τ’ αστέρια, προς τα πάντα
γλώσσα προσταγής.
Κι όντας μες στην αγκαλιά σου
σφιχτοκλείς με ερωτική,
ω γυναίκα, εσύ, σαν όλες,
ψεύτρα, σκλάβα! Ποια είσ’ εσύ;…»
…………………………………..

«Ξένος έμεινα κι ασκλάβωτος
από σέβας, δέηση, τάμα·
είμ’ εγώ των άθεων ο προφήτης
κι η ζωή μου είναι το θάμα·
και μονάχα μιά φορά στην Πόλη μέσα
μ’ άγγιξε ιερή κι εμέ λαχτάρα·
και μου τήνε φύσηξες εσύ,
γύφτισσα γυναίκα ξεμαλλιάρα,
και το τρέξιμο σου το τρελό
μες στα τρίστρατα και μέσα στα καντούνια·
πίσω σου ούρλιασμα σκυλιών,
γύρω σου παιδιών πετροβολήματα,
κι όχλος και σου χτύπαε τα κουδούνια·
ποιά στιγμή να σ’ έσπειρε βλαστήμιας,
ποιάς οργής βάσταξ’ εσένα μήτρα,
σκύβαλο του κόσμου κι αποκόμματο,
πού είσαι η Σίβυλλα, απαρνήτρα;
Κι έκραζες βραχνά, – το κράξιμό σου
δεν μπορώ να τ’ απολησμονήσω,-
κι έκραζες: «Φωτιά! να κάψω την Παράδεισο!»
κι έκραζες: «Νερό! την Κόλαση να σβήσω!»
………………………………………………..

«Κι ήρθανε κι οι καλαθοπλέχτες,
να κι οι αλογοπραματευτάδες·
πεταλωτήδες, ξυλοκόποι,
γύφτοι ξωμάχοι και σκαφτιάδες,
γύφτοι άνεργοι και δουλευτάδες,
κι όσοι θερίζουν το χρυσάφι,
και που ποτέ δεν το ποθήσαν,
κι όσοι αγναντεύουνε των άλλων
τα χαροκόπια και τις έγνοιες
και τα φιλιά και τις αμάχες,
και τον ιδρό του φαμελίτη
και τη ντροπή που της γυναίκας
τα δροσομάγουλα πυρώνει,
και τον καπνό που από το τζάκι
το σπιτικό γλιστράει και φεύγει,
την αρχοντιά, τη φτώχεια και όλα·
και τίποτε δεν τους ξαφνίζει,
κι όλα σαν όνειρα τα βλέπουν,
και κάθε νύχτα στα τσαντήρια,
γυρνούν, κι ειν’ ίδιοι, πάντα είν’ ίδιοι.
Κι ήρθαν κι οι γύφτοι που δουλεύουν
το χάλκωμα και το καλάγι,
κι οι ατσίγγανοι οι καλοτεχνίτες,
κι οι γύφτοι οι σφυροκόποι νά τους!
με τα πανάρχαια σύνεργά τους,
με τα διπλά τους φυσητήρια,
γύφτοι χαλκιάδες με τα σύνεργα
τα χίλια μύρια,
ξεσκαλιστάδες της φωτιάς,
κρατώντας την πάντ’ αναμμένη
και σα να παίρνουν από κείνη
πάντα όση δύναμη τους μένει…»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Από τα Άπαντα, E΄, Mπίρης χ.χ.
Από το K’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, Eρμής 2001
Από το K’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, Eρμής 2001
Από το K’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, Eρμής 2001

Αναρτήθηκε: 01/06/12 18:21

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s