YΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΓΑΡΓΑΛΙΑΝΩΝ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΗΛΙΟ.

Η ανάλυση είναι από τον Ηλία Γιαννόπουλο στο Θάρρος και τα βιντεάκια από τον Δημήτρη …Γιαννόπουλο στο ΚοπανάΚι news.  Kαι καλύτερα το κείμενο του Ηλία, παρά δικό μου που είμαι και λίγο αράθυμος και ποιος θα με …κρατήσει.  Για να καταλάβετε τι εννοώ,  πρώτα-πρώτα θα περιλάμβανα τον κύριο ομιλητή, τον σύντροφο -και για να μη γίνει καμιά παρανόηση, σύντροφοι για μένα είναι όλοι οι προοδευτικοί άνθρωποι, μέχρι και τον …Κόλλια, παρ΄ότι είναι λίαν …ξεροκέφαλος- ο κύριος ομιλητής λοιπόν ο Γιάννης Μηλιός, παραήταν …κατανοητός και άντε να …εκτιμήσεις κάποιον που τον…καταλαβαίνεις. Δυστυχώς ο κοσμάκης, έχει μάθει στους ακαταλαβίστικους …παρλαπίπες, τους δήθεν, που χάνονται είτε σε καθαρευουσιάνικους όρους είτε σε  δύσκολες μαρξιστικές έννοιες. Έπειτα τα περισσότερα είναι στα βιντεάκια,που χρειάστηκα ώρες ατελείωτες να τα …ψιλιμοντάρω – βλέπετε ο …υπερφωτισμός της αίθουσας τα αλλοίωσε-  και ατελείωτες ώρες να τα ανεβάσω στο youtube.

Ανοιχτή συνέλευση ΣΥΡΙΖΑ με τον Γ. Μηλιό

Image«Υπάρχει ελπίδα με την εναλλακτική πρόταση της ριζοσπαστικής Αριστεράς»

«Υπάρχει ελπίδα με την εναλλακτική πρόταση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και τη συμμετοχή του κόσμου για την ανασυγκρότηση της χώρας» τονίστηκε στην ανοιχτή συνέλευση του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ Γαργαλιάνων, προχθές βράδυ, με ομιλητή τον καθηγητή του ΕΜΠ και μέλος της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ, Γιάννη Μηλιό.
Αξίζει να σημειωθεί πως αυτή ήταν η πρώτη πολιτική εκδήλωση της Οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ Γαργαλιάνων, που μόλις πριν από δύο εβδομάδες συγκροτήθηκε με την προσωρινή του γραμματεία, και στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, αφού και το περιεχόμενο της συζήτησης ήταν εξόχως σημαντικό και ο διάλογος που αναπτύχθηκε ήταν δημοκρατικός και γόνιμος και, κυρίως, η προσέλευση και συμμετοχή του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη, που η «Μπρίσκειος» Βιβλιοθήκη είχε γεμίσει ασφυκτικά. Πλέον, για την επόμενη εκδήλωση ίσως θα πρέπει να αναζητηθεί μεγαλύτερος χώρος!
Μεταξύ άλλων, ο Γιάννης Μηλιός τόνισε πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρ της Ευρώπης και του ευρώ, αλλά ενάντια στα μνημόνια της καταστροφής, και σημείωσε πως με την πρόταση της Αριστεράς μπορεί να δημιουργηθεί ένα δυνατό κοινωνικό κράτος.
Αναφερόμενος στη μνημονιακή πολιτική έκανε λόγο για «πόλεμο κοινωνικό», μίλησε για την κοινωνική και παραγωγική ανασυγκρότηση που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ με άξονες την αναδιανομή και τη δίκαιη κατανομή πλούτου και βαρών και τόνισε τους 6 πυλώνες – συμπλέγματα, για τον αγροτοτουρισμό, τη ναυτιλία, τη μεταποίηση, τις υπηρεσίες, τις τράπεζες κ.τ.λ.
Από την προσωρινή γραμματεία της Οργάνωσης του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ Γαργαλιάνων, ο Γιώργος Γκόνης, μιλώντας στο «Θ», σημείωσε: «Απόψε (σ.σ. προχθές) είναι μια σημαντική στιγμή για μας τους Γαργαλιανιώτες. Πριν από δύο εβδομάδας, σ’ αυτόν εδώ το χώρο, αποφασίσαμε να ιδρύσουμε Οργάνωση ΣΥΡΙΖΑ Γαργαλιάνων. Σε αυτό μας ώθησε η ευθύνη του αποτελέσματος των πρόσφατων εκλογών και ειδικά το μεγάλο ποσοστό που πήραμε και στους Γαργαλιάνους, 857 ψήφοι και δεύτερη δύναμη! Είναι μια πρώτη πρωτοβουλία. Πιστεύουμε ότι με τη συμμετοχή του κόσμου θα πάρουμε κι άλλες. Ήδη κουβεντιάζουμε να ανοίξουμε ζητήματα, τοπικά και κεντρικά πολιτικά, από τη διαχείριση των σκουπιδιών μέχρι το ζήτημα της ΕΟΖ, που προσπαθεί να προωθήσει ο περιφερειάρχης μας, ζητήματα αυτοδιοίκησης, ακόμη και ζητήματα μεταναστευτική πολιτικής. Είμαστε σε μια πολύ δύσκολη στιγμή ως κοινωνία. Βρισκόμαστε σε ένα αδιέξοδο από τη μνημονιακή πολιτική, που, δυστυχώς, έχει συνεργούς, εκτός από την τρόικα, την εσωτερική συγκυβέρνηση. Ο κόσμος βρίσκεται σε απόγνωση κι εμείς απόψε (σ.σ. προχθές), με την πρώτη μας εκδήλωση, θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε ένα βασικό ερώτημα που απασχολεί ολόκληρη την κοινωνία: “Υπάρχει ελπίδα; Υπάρχει εναλλακτική λύση;”. Δηλαδή, θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε, να αποσαφηνίσουμε την πρόταση της ριζοσπαστικής Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στη σημερινή καταστροφή. Ως προϋπόθεση, γιατί έτσι το έχουμε κατανοήσει ως ΣΥΡΙΖΑ, είναι η συμμετοχή του κόσμου. Χωρίς τη συμμετοχή του κόσμου έχουμε πειστεί, όσο δημοσκοπική άνοδο και αν έχουμε ή ακόμη και εκλογική πρωτιά και άριστα σχεδιασμένο πρόγραμμα, αυτό θα αποτύχει. Το σύνθημα είναι “Ο ΣΥΡΙΖΑ είσαι εσύ. Μην περιμένεις να κάνει πράγματα ο ΣΥΡΙΖΑ για σένα, κάνε εσύ για τον εαυτό σου και για την κοινωνία”. Έχουμε, λοιπόν, τη μεγάλη χαρά και τη μεγάλη τιμή να φιλοξενούμε έναν από τους κορυφαίους αριστερούς διανοητές της σύγχρονης εποχής, τον Γιάννη Μηλιό, μηχανικό – οικονομολόγο, μέλος της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, καθηγητή στο ΕΜΠ και πολυγραφότατο συγγραφέα».
Με τη σειρά του, ο Γιάννης Μηλιός τόνισε: «Σήμερα (σ.σ. προχθές) έχουμε εδώ στους Γαργαλιάνους την ανοιχτή συνέλευση του ΣΥΡΙΖΑ. Ήρθα για να συζητήσουμε με τους πολίτες για την εναλλακτική πρόταση της Αριστεράς. Θέλουμε να δείξουμε ότι στην ουσία υπάρχουν δύο προτάσεις. Η μία είναι το Μνημόνιο, η στρατηγική της καταστροφής, δηλαδή, για τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας, για τους εργαζόμενους, για τους μισθωτούς, για τους μικρούς επιχειρηματίες και τους αυτοαπασχολούμενους. Η άλλη πρόταση είναι η πρόταση της Αριστεράς! Η πρόταση που θέλει την ανάπτυξη, την κοινωνική και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, που βάζει στην προμετωπίδα τις κοινωνικές ανάγκες και το συμφέρον των πολλών, που θεωρεί ότι είναι εφικτή μια ευρωπαϊκή λύση προς το συμφέρον των λαών, που πρέπει να σταματήσει πλέον με την παρέμβαση του κόσμου τις πολιτικές της λιτότητας, τις πολιτικές που ευνοούν τις ελίτ, τους λίγους που συγκεντρώνουν εξουσία και πλούτο σε λίγα χέρια και που μετατρέπουν την Ευρώπη σε κάτι άλλο, σε κάτι διαφορετικό από αυτό που ξέραμε, καθώς καταστρέφουν το ευρωπαϊκό μοντέλο, το κοινωνικό κράτος, την κοινωνική προστασία, τα εισοδήματα. Με τη δύναμη των λαών μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα. Η χώρα μας βρίσκεται στην πρωτοπορία. Η κυβέρνηση της Αριστεράς στη χώρα μας είναι εφικτή και αυτό θα είναι η αρχή για μια πορεία ανάταξης της οικονομίας και της κοινωνίας, για την πρόοδο, την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική δικαιοσύνη».
Την ανοιχτή συνέλευση του ΣΥΡΙΖΑ – ΕΚΜ χαιρέτισε ο δήμαρχος Τριφυλίας, Κώστας Κόλλιας, επισημαίνοντας τη σημασία του διαλόγου πάνω στα προβλήματα και τις προτάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Παρόντες, μεταξύ άλλων, ήταν οι αντιδήμαρχοι Παναγιώτης Τσίγγανος και Γιάννης Μερκούρης, ο πρόεδρος του Δ.Σ. Γιάννης Καλκαβούρας, οι δημοτικοί σύμβουλοι Θανάσης Πετρόπουλος, Κώστας Αγγελόπουλος, Σωτήρης Καλογερόπουλος, Γιάννης Ρούσσης, Γιάννης Κατσούλας και ο πρόεδρος της Δ.Κ. Γαργαλιάνων Κωστής Αβδίκος.
Του Ηλία Γιαννόπουλου

Πρώτο βίντεο, το ξεκίνημα, η εισήγηση του Γιώργη Γκόνη -μίλησε και για τον …Καλλικράτης και στο τέλος, σε ερώτησή μου που δεν καταγράφηκε λόγω εξαντλήσεως της …μπαταρίας της μηχανής μου, διαβεβαίωσε για την αναθεώρηση του σχεδίου- και το ξεκίνημα της ομιλίας του Γιάννη Μιλιού. Στο δεύτερο βίντεο συνεχίζεται η ομιλία.

Στο τρίτο βίντεο τελειώνει η κύρια ομιλία, χαιρετά και αποχωρεί λόγω …υποχρεώσεων ο Δήμαρχος με τους αντιδημάρχους του Γιάννη Μερκούρη και Παναγιώτη Τσίγγανο -ουδέν σχόλιον για την παρουσία τους- και αρχίζουν οι …καυτές ερωτήσεις.

Στο τέταρτο και τελευταίο …φουντώνει η συζήτηση και εκεί … μέχρι για το …Μάαστριχ απάντησε ο άνθρωπος και μέχρι για τον …θερμοσίφωνα εξήγησε. Έρχεται …δεν ανέβηκε -ΑΝΕΒΗΚΕ-ακόμα στο γιού τούμπ. (Αλήθεια πως σας φαίνεται η …γκλίς γρίκ, γραφή;).

ΠΑΛΑΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΤΑ ΞΑΝΑ …ΖΗΣΟΥΜΕ, ΟΠΩΣ ΠΑΕΙ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ.

Παραδοσιακά επαγγέλματα που χάθηκαν ή χάνονται

Αγγειοπλάστης 

Το επάγγελμα του αγγειοπλάστη το εξασκούσαν σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας, όπου υπήρχε κατάλληλο χώμα και όπου είχε αναπτυχθεί η σπουδαία παράδοση στη δημιουργία αγγειοπλαστικών αντικειμένων. Έτσι κατασκεύαζαν όλα τα μεγέθη μολυβικών μαγειρικών σκευών και πιατικών, κούπες με χερούλι και χωρίς χερούλι ακόμα κατασκεύαζαν κανάτια κρασιού διάφορα μικροσκεύη, όπως θυμιατήρια κ.α. Στα έργα τους έργα τους ακόμα συγκαταλέγονται σταμνιά που μετέφεραν νερό, πιθάρια διαφόρων μεγεθών για λάδι, για κρασί, για ψωμί, κολυμβήθρες, καπνοδόχους και πολλά άλλα.

Αγωγιάτης 

Ο επαγγελματίας που κάνει μεταφορές με φορτηγό ζώο .
– Οι αγωγιάτες, που επονομάζονταν και «κιρατζήδες», μετέφεραν τα εμπορεύματα ή διακινούσαν τους ταξιδιώτες με άλογα και συχνότερα με μουλάρια. Λόγω των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των οικισμών, η μετακίνηση των ανθρώπων και η διακίνηση των προϊόντων με τα ζώα ήταν ο κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς μέχρι τη δεκαετία του 1930 και σε μερικές περιοχές μέχρι τη δεκαετία του 1950. Οι αγωγιάτες προέρχονταν συνήθως από το στρώμα των ακτημόνων αγροτών και ήταν οργανωμένοι σε πολυμελή σωματεία στα χωριά και στις κωμοπόλεις . Μεγάλος αριθμός αγωγιατών εργαζόταν στα εργοστάσια, στα ελαιοτριβεία, στα ταλκορυχεία και γενικότερα σε όλες τις βιομηχανικές ζώνες . Πολλοί μουσικοί, αγρότες και άλλοι επαγγελματίες κατέφυγαν στο επάγγελμα του αγωγιάτη κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την ανέχεια και την πείνα, μετά την κατάσχεση όλου του ελαιόλαδου και την παράλυση του εμπορίου και των συγκοινωνιών. 
– Οι αγωγιάτες είναι οι «πρόδρομοι» των αυτοκινητιστών. Πραγματοποιούσαν επί πληρωμή ιδιωτικές μεταφορές εμπορευμάτων, κρασιών (σε ασκιά), διακινούσαν ταξιδιώτες, ιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας, κυρίως δε μετέφεραν δημητριακά .

Βαρελάς

Ήταν τεχνίτης, ειδικός στην κατασκευή βαρελόσχημων και σκαφοειδών σκευών, που τα κατασκεύαζαν από ξύλο καστανιάς ή δρυός. Το ξύλο περνούσε από ειδική επεξεργασία και μετά το έκοβαν σε λεπτές σανίδες, που βρέχανε για να παίρνουν εύκολα την κατάλληλη κλίση. Κατόπιν περνούσαν τα στεφάνια, τα χτυπούσαν με το ματσακόνι για να σφίξουν καλά και μετά τοποθετούσαν τους δυο επίπεδους πυθμένες. Οι αποθήκες παλιά ήταν γεμάτες με βαρέλια κλπ.

Γαλατάς

 

Γανωτής (Καλαντζής)

Οι γανωτζήδες ήταν συνήθως πλανόδιοι τεχνίτες που αναλάμβαναν το γαλβανισμό και το στίλβωμα των χάλκινων οικιακών σκευών, όπως τα ταψιά, τα καζάνια, τα κουτάλια,τα πηρούνια κλπ. Το «γάνωμα» έπρεπε να γίνεται συχνά για λόγους υγείας, κυρίως σε στα σκεύη που χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα, οπότε οι γανωτζήδες είχαν δουλειά όλο το χρόνο
– Γανωτής (Καλαντζής): Τα παλιά μπακιρένια οικιακά σκεύη (ταψιά, καζάνια, κουτάλια, πιρούνια κλπ.), με τον καιρό οξειδώνονταν και έπρεπε να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους με ειδικό μέταλλο (καλάι – κασσίτερος). Είχαν μαζί τους τα απαραίτητα εργαλεία και έκαναν τη δουλειά τους επί τόπου, ενώ παλιότερα η πληρωμή τους ήταν σε είδος (αυγά, καλαμπόκι, σιτάρι). Αφού καθάριζαν καλά τα σκεύη, αλείφανε το εσωτερικό τους με σπίρτο και το τρίβανε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγαν το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχναν μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζαν καλά, άπλωναν το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα… Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει.

Γυρολόγος (Πραματευτής) 

Έφερνε παλιά στα χωριά, φορτωμένος ή με το ζώο ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς : υφάσματα με τον πήχη, πουκάμισα, κάλτσες, κλωστές, εσώρουχα, κουμπιά, λάστιχο, κουβαρίστρες, τσατσάρες, χτένια, βαφές και πολλά άλλα ακόμα. Η πληρωμή γίνονταν συνήθως σε είδος.
– Το επάγγελμα του πλανόδιου εμπόρου, που γυρνούσε στα χωριά και στις γειτονιές, ασκούσαν επαγγελματίες διαφόρων ειδικοτήτων, που ήταν συχνά και παραγωγοί του προϊόντος. Οι έμποροι αυτοί μετέφεραν το εμπόρευμά τους στους ώμους ή πάνω στο υποζύγιο που τους συνόδευε. Οι χαλβατζήδες που έφτιαχναν το χαλβά και οι σαλεπιτζήδες που έβραζαν και πουλούσαν το ζεστό σαλέπι, ήταν χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της πρώτης κατηγορίας. Αντίθετα οι γαλατάδες, οι πλανόδιοι υφασματέμποροι (ή «μπασματζήδες») που εφοδίαζαν τα χωριά της αγροτικής περιφέρειας, οι «μπαχτσαβάνηδες», που καλλιεργούσαν και πουλούσαν τα λαχανοπωρικά, καθώς και άλλοι πλανόδιοι έμποροι, μετέφεραν τα προϊόντα τους με το γαϊδουράκι, που έφερε το φορτίο του μέσα σε ειδικά κοφίνια. Οι γαλατάδες περνούσαν από τις γειτονιές κάθε πρωί και έφερναν φρέσκο γάλα μέσα σε ειδικά δοχεία από αλουμίνιο. Οι «μπαχτσαβάνηδες» που ονομάζονταν και «περιβολάρηδες» καλλιεργούσαν τα οπωρολαχανικά τους στα περιβόλια τους και τα διέθεταν στους εμπορομανάβηδες, ή τα πουλούσαν μόνοι τους στις συνοικίες. 

Ζευγάς 

Οι ζευγάδες αναλάμβαναν το όργωμα, τη σπορά και τη συγκομιδή των χωραφιών. Οι ζευγάδες όργωναν με το ξύλινο αλέτρι που το έσερναν δύο βόδια ή μουλάρια (τα «ζευγαρόβοδα»). Κάποιες φορές, οι ίδιοι εκτός από τα δικά τους χωράφια, όργωναν κι έσπερναν και τα χωράφια άλλων κατοίκων και αμείβονταν επιπλέον , επειδή διέθεταν την τέχνη τους αλλά και τη «συρμαγιά» (δηλαδή τα βόδια και το αλέτρι). Σήμερα ο ζευγάς έχει εξαφανιστεί, αφού το όποιο όργωμα γίνεται πια με μηχανικά μέσα .

Καλαθοποιός 

Σε περιοχές που αφθονούσαν οι λυγαριές, οι μυρτιές, οι σφάκες (πικροδάφνες) και τα καλάμια, ευδοκίμησε και το επάγγελμα του καλαθοποιού. Από τις μυρτιές και κυρίως από τις λυγαριές οι καλαθοποιοί αποσπούσαν μακριές βίτσες με το τσερτσέτο (ειδικό μαχαίρι) και έκαναν τους σκελετούς για να πλέξουν με τα σχισμένα καλάμια καλάθια, κοφίνιa, ψαροκόφινα και άλλα ενώ μόνο με τις βίτσες έπλεκαν στουπιά για τυρί, κόφτες για τη μεταφορά των σταφυλιών κ.ά.

Καρεκλάς 

Με τη χρησιμοποίηση ξύλων από πλάτανο ή από άλλα άγρια συνήθως δέντρα και με τη βοήθεια σχοινιών από βουρλιά ή αφράτου των ποταμών, ο καρεκλάς δημιουργούσε τις καρέκλες που ήταν τριών ειδών. Οι συνηθισμένες με κάθισμα και πλάτη πίσω, οι κοντούλες που δεν είχαν πλάτη και οι ραχατιλίδικες στις οποίες το ένα από τα μπροστινά πόδια ήταν υπερυψωμένο και συνδεόταν με το πίσω πόδι με πλάγιο ξύλινο μπράτσο ώστε να χρησιμεύει για να ακουμπάει αυτός που κάθεται.

Καφεπαντοπώλης 

Στα περισσότερα χωριά της Ελλάδας, τις περισσότερες φορές ο καφετζής συνδύαζε τη λειτουργία του καφενείου του με την πώληση ειδών που δεν έβγαζε ο τόπος του, όπως καφέ, τσιγάρα, ζάχαρη, τσάι, ρύζι, μπακαλιάρο, σπίρτα, παστές σαρδέλες, φρίσες (ρέγγες), πιπερικύμινο, ταραμά, χαλβά και άλλα. Ακόμη μπορούσε να έχει πανιά, κλωστές, βελόνες, δέρματα και ίσως είδη τσαγκάρικου. 

Κτίστης

Ο κτίστης ήταν στις πόλεις και στα χωριά πολύ διαδεδομένο επάγγελμα, επειδή τότε όλα τα σπίτια χτίζονταν με πέτρες απελέκητες και πελεκημένες. Οι κτίστες ακόμη έκαναν μερεμέτια, επισκεύαζαν παλιά σπίτια κ.ά. Σ’ αυτούς υπάγονται και οι πελεκάνοι που έβγαζαν και πελεκούσαν κατάλληλες για πελέκημα πέτρες κι έκαναν τις καμαρόπετρες, τις μυλόπετρες και τα πελέκια για τις πόρτες και τα παράθυρα. Οι ίδιοι έκαναν καμπαναριά που απαιτούσαν μεγάλη αντίληψη και προχωρημένη τεχνική.

Λούστρος

Όταν ο κόσμος περπατούσε σε χωμάτινους δρόμους, τα παπούτσια σκονίζονταν ή λασπώνονταν εύκολα. Τότε γνώρισε άνθηση και το επάγγελμα του λουστραδόρου. Αυτός μ’ ένα κασελάκι μπροστά του, αληθινό κομψοτέχνημα, και γύρω του να κρέμονται οι βούρτσες και τα βερνίκια με τα διάφορα χρώματα, κάθονταν σ’ ένα χαμηλό σκαμνάκι, στην αρχή της πλατείας στο Καρπενήσι, και περίμενε υπομονετικά. Για να προσελκύσει τους πελάτες γίνονταν ταχυδακτυλουργός ή χτύπαγε ρυθμικά το κασελάκι. Ο πελάτης πλησίαζε κι άπλωνε, όπως ήταν όρθιος, πρώτα το δεξί πόδι πάνω στην ειδική μεταλλική θέση της κασέλας κι έπειτα το άλλο. Έτσι άρχισε η «ιεροτελεστία» του βαψίματος…

Μεταπράτης 

Γυρνώντας από χωριό σε χωριό με φορτηγό ζώο ( γάιδαρο ή μουλάρι) αγόραζε μικρές ή μεγάλες ποσότητες προϊόντων από τους χωρικούς τα οποία και μεταπουλούσε σε άλλα χωριά με διάφορο κέρδος. Στους μεταπράτες ανήκουν και οι κερατζήδες και οι πραματευτάδες.

Μπακάλης 

Πνιγμένος στα ράφια με τις κονσέρβες, τις ζάχαρες τα ζυμαρικά και όλα τα απαραίτητα για το μαγείρεμα της νοικοκυράς. Τα περισσότερα χύμα και αγορασμένα βερεσέ. Χωρίς ψυγείο, πουλούσε όλα τα βασικά είδη και τρόφιμα χύμα. Συνήθως, το μπακάλικο ήταν εμπορικό και καπηλειό. Σήμερα με τους όρους που διαμορφώθηκαν από την σύγχρονη οικονομία και την επικράτηση των σούπερ μάρκετ τα μπακάλικα χάθηκαν, εκτός από εκείνα τα λίγα που λειτουργούν ακόμα στα χωριά.

Μπασματζής (Υφασματοπώλης) 

Σε λίγα κεφαλοχώρια , υπήρχαν τα καταστήματα υφασμάτων, που συνήθως ήταν και ραφτάδικα. Εμπορικά που πουλούσαν όλα τα είδη που είχαν ζήτηση εδώ, όπως μεταξωτά, βαμβακερά, βελούδινα, χασέδες, ποπλίνες, αλατζάδες, τσίτια κλπ.

Μυλωνάς 

Η καλλιέργεια σιτηρών ήταν πολύ διαδεδομένη μέχρι το 17ο αιώνα, ενώ στη συνέχεια περιορίστηκε σημαντικά. Οι άνθρωποι τότε φρόντιζαν δυο φορές το χρόνο, (φθινόπωρο – άνοιξη), για την παρασκευή του σταρένιου ή καλαμποκίσιου αλευριού. Μετέφεραν τα τσουβάλια τους το πρωί στο μύλο για άλεσμα και επέστρεφαν το βράδυ. Αλευρόμυλοι υπήρχαν σε όλα τα χωριά , οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν υδρόμυλοι, δηλαδή τους κινούσε η δύναμη του νερού, οπότε τους έχτιζαν πάντα δίπλα σε ποτάμια και ρεματιές. Σήμερα λειτουργούν ελάχιστοι.Ο μύλος ήταν συνήθως το σπίτι του μυλωνά. Κάτω από τις μυλόπετρες υπήρχε ένας μικρός χώρος, όπου ήταν εγκατεστημένος ο κινητός μηχανισμός, όπου έπεφτε από το βαγένι το και τον περιέστρεφε.
– Ο αλεστικός μηχανισμός είχε δυο οριζόντιες κυλινδρικές μυλόπετρες, τη μια πάνω στην άλλη, με την κάτω ακίνητη. Το σιτάρι διοχετεύονταν ανάμεσά τους από μια τρύπα στο κέντρο της επάνω περιστρεφόμενης πέτρας. Με την κίνηση το σιτάρι ή το καλαμπόκι συνθλίβεται ανάμεσα στις πέτρες και μετατρέπεται σε σκόνη. Ως αμοιβή του ο μυλωνάς κράταγε ένα μέρος από τα αλεστικά (5-12%) και σπάνια έπαιρνε χρήματα. Οι υδρόμυλοι έπαιρναν ως αλεστικό δικαίωμα ένα «σινίκι» (= 6 οκάδες) για την άλεση 100 οκάδων σιτηρών .

Μπογιατζής

Οι μπογιατζήδες έβαφαν βαμβακερά και μάλλινα νήματα, πατητές και πατανιές, χηράμια και άλλα. Χρησιμοποιούσαν κυρίως φυτικά χρώματα αλά και του εμπορίου. Ειδικά για το κόκκινο χρησιμοποιούσαν ριζάρι και για σταθερότατη βαφή βελανιδόκουπες.

Νερουλάς

(Ν)τελάλης 

Η λέξη είναι μάλλον τούρκικη και σημαίνει «αυτός που ανακοινώνει τα μαντάτα», ο δημόσιος κήρυκας. Οι ντελάληδες διαλαλούσαν στους κατοίκους των κωμοπόλεων και των χωριών τα νέα που έφταναν με τον τηλέγραφο ή τα εμπορεύματα που έφερναν στις πλατείες των χωριών οι πραματευτάδες . Η δυνατή φωνή και κυρίως ο τρόπος που παρουσίαζαν συνοπτικά τα νέα ή διαφήμιζαν τα προϊόντα, τους καθιστούσε γνωστούς στην τοπική κοινωνία. Έβαζε την παλάμη στο στόμα, σαν χωνί, κι έπαιρνε τις γειτονιές φωνάζοντας. Η αμοιβή του ήταν ένα ποτηράκι τσίπουρο ή λίγο κολατσιό. Η ευρεία διάδοση των εφημερίδων, του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης υποκατέστησε σταδιακά τους ντελάληδες σε όλα τα χωριά του νησιού.

Ντενεκετζής 

Ο ντενεκετζής κατασκεύαζε χρηστικά αντικείμενα του νοικοκυριού και γενικότερα της αγροτικής ζωής όπως χωνιά, λύχνους, μαστραπάδες, κουβάδες, φανάρια, μπρίκια του καφέ, σουρωτήρια, κουτσουνάρες και άλλα. 

Παγοπώλης

Πεταλωτής 

Αλμπάνης (από το τουρκικού nalbant, αλμπάνης = πεταλωτής)
Παλιά υπήρχαν πολλοί πεταλωτές μια και ήταν απαραίτητοι αφού κάθε σπίτι στο χωριό είχε και ένα ζώο για τις δουλειές του, γαϊδούρι ή μουλάρι. Ο πεταλωτής έβαζε στα ζώα τα πέταλα που ήταν ας πούμε τα παπούτσια τους. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο πεταλωτής ήταν τα πέταλα, το σφυρί, η τανάλια, το σατράτσι και τα καρφιά. Στην αρχή ακινητοποιούσαν το πόδι του ζώου και ο πεταλωτής έβγαζε το παλιό φθαρμένο πέταλο.
– Μετά με το σατράτσι που ήταν ένα μαχαίρι σε σχήμα μικρού τσεκουριού έκοβε την οπλή του ζώου από κάτω έτσι ώστε να την ισιώσει. Μετά έβαζε το καινούργιο το πέταλο και το κάρφωνε με τα ειδικά καρφιά. Τα καρφιά αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα ήταν σε διάφορα μεγέθη και τα κατασκεύαζαν από σίδερο. Τα πέταλα είχαν τρύπες γύρω – γύρω για να μπαίνουν τα καρφιά. Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου. Αυτό γινόταν για να μπορεί να περπατάει στους κακοτράχαλους δρόμους χωρίς να πληγώνονται τα πόδια του και για να διατηρεί την ισορροπία του.
– Τα πέταλα ήταν σιδερένια και κατασκευάζονταν χειροποίητα στο αμόνι, ενώ οι τεχνίτες που τα έφτιαχναν αναλάμβαναν ταυτόχρονα και το το πετάλωμα των ζώων, που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία και δεξιοτεχνία. Οι πεταλωτές συχνά ασκούσαν παράλληλα και το επάγγελμα του σιδερά, ενώ κάποιοι από αυτούς ήταν και πρακτικοί κτηνίατροι ή αναλάμβαναν και τον ευνουχισμό (μουνούχισμα) των ζώων.

Σαμαράς

Κρεοπώλης (Χασάπης) 

Επειδή παλιά δεν υπήρχαν ψυγεία, για να συντηρήσουν το κρέας, το φρεσκοσφαγμένο το πρωί ζώο έπρεπε να διατεθεί σε 24 ώρες. (Αλλού έδεναν κομμάτια κρέας με σχοινιά και το κατέβαζαν στο βάθος πηγαδιού). Αρχικά οι κρεοπώλες ήταν πλανόδιοι, αλλά αργότερα στήθηκαν πάγκοι και στεγάστηκαν σε ξύλινες παράγκες. Έπαιρναν τη χαντζάρα, έκοβαν όσο ήθελε η νοικοκυρά κι αφού ξεκρέμαγαν την παλάντζα, ζύγιζε το κρέας… 

Αναλυτικό ρεπορτάζ στο blog της μερόπης: http://meropitopik.blogspot.gr/2009/10/blog-post_20.html