Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΦΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ. ΤΟΥ ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ.

ΤΟ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΠΑΝΑΚΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΡΑ ΡΟΥΓΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΦΟΥ (ΤΙΝΤΗΡΗ), Εργασία ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ, komianos.wordpress.com

(Πάσχα 14-4-1974, Καφενείο Σοφού (Τίντηρη) ΣΟΦΟΥ ΣΠΥΡΟΥΛΑ-ΜΠΡΟΥΣΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ-ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ-ΧΑΜΠΕΣΗΣ ΣΤΑΘΗΣ-ΣΟΦΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ-ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΦΩΤΕΙΝΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, φωτογρ.αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ)

Βρισκόμαστε μου έλεγε πέρσι τέτοια εποχή η Σπυριδούλα Σοφού λες και ήταν μάντης, ένα βηματάκι, όχι ολόκληρο βήμα πριν το κλείσιμο. Δεν αντέχουμε άλλο Σπύρο μου, όπου και να κοιτάξεις ερημιά και καταχνιά, τα έξοδα πολλά και εγώ είναι ζήτημα αν ψήνω 4 με 5 καφέδες και αν σερβίρω 4 με 5 ποτά ή μπύρες την ήμερα. Εδώ που κάποτε κτυπούσε η καρδιά της κάτω ρούγας του Κοπανακίου, οι μόνοι που έχουν απομείνει σήμερα είναι μόνο κάτι γέροντες, αραιά και που κάνουν την εμφάνισή τους, πίνουν το καφεδάκι τους λέμε και καμιά κουβέντα, και μαθαίνω κανένα νέο. Αυτός είναι και ο λόγος που το κρατάω ανοικτό, για να μη με πιάνει παραλογιά. Πόσα λεφτά να κερδίσεις την ημέρα με 50 λεπτά που παίρνω για κάθε ένα καφέ; Αν δεν είχαμε και τους ξένους εργαζόμενους ματανάστες, έστω αυτούς τους λίγους, το καφενείο θα θύμιζε ΚΑΠΗ. Σήμερα ευτυχώς έστω και αυτοί οι λίγοι χωριάτες ή οι Αθηναίοι που έρχονται για ελιές ή διακοπές, τις γιορτές ή τα Σαβατοκύριακα, μου προσφέρουν μια ανάσα ζωής, με ξανανοιώνουν! Το μαγαζί αυτό λειτουργεί πάνω από 110 χρόνια. Είναι το παλαιότερο και πιο γνωστό μαγαζί στο χωριό Κοπανάκι της ορεινής Τριφυλίας. Το ξεκίνησε γύρω στο 1900 περίπου σαν μονοπώλειο και χάνι ο Βαρυμποπαίος Δημήτρης Σοφός γνωστός ως (Τίντηρης) με την γυναίκα του Σταθούλα. Εκεί μπορούσε ο χωρικός να αγοράσει αλάτι, πετρέλαιο, σπίρτα, είδη παντοπωλείου και συγχρόνως είχαν και κατάστημα νεοτερισμών. Το μονοπώλειο σταμάτησε το 1917. Δίπλα είχαν και λιοτρίβι, που μετά το αγόρασε η Ρεβέκα Παπασταμάτη. Οι περαστικοί ξεπέζευαν και δένανε τα ζωντανά τους στο λιοτριβιό ή στις γύρω χαμοκέλες για να τα ποτίσουν και να τα ταίσουν, οι αγωγιάτες για να φάνε ένα πιάτο φαγητό να ξαποστάσουν και να ξαναπάρουν το δρόμο για τον προορισμό τους. Μετά το το 1917 αφού πουλήσανε το μονοπώλειο, ο νέος διάδοχος ο Χρήστος Σοφός (τίντηρης), ανέλαβε την επιχείρηση και άνοιξε κουρείο, παντοπωλείο, καφενείο, συγχρόνως ασχολείτο με αγροτικές εργασίες και δούλευε μεταφέροντας με το κάρο του εμπορεύματα ή άλλα αγαθά . Βοηθός του στη ζωή και στη δουλειά η γυναίκα του Φωτούλα. Το 1932 αγόρασε ένα μαύρο φορτοταξί. Τότε ο άνδρας μου ο Γιώργης ήταν 13 ετών, δεν πρόλαβε να τελειώσει το Δημοτικό Σχολείο παρ΄ όλο που λάτρευε τα γράμματα, στην Πέμπτη τάξη τον σταμάτησε, και του έδωσε το κάρο με το άλογο να το δουλεύει, οι ανάγκες πολλές και τα χρέη έτρεχαν. Ο μπάρμπα Χρήστος πέθανε το αρχές του 1946. Ο Γιώργη

(Αναμνηστική φωτογραφία μπροστά στο καφενείο του ΤΙΝΤΗΡΗ. ΙΩΑΝ.ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΣΑΚΟΣ)-ΑΝΔΡ.ΤΖΑΒΕΛΑΣ-ΒΑΣ.ΓΚΟΤΣΗΣ (ΚΟΥΝΕΛΗΣ)-ΚΙΜ.ΡΗΓΑΣ-ΣΤΑΘΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ-ΘΑΝ.ΜΑΡΑΒΕΛΗΣ-ΜΗΤΣΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ-ΑΝΤ.ΜΠΕΜΠΟΝΗΣ-ΠΑΝΑΓ,ΜΥΛΩΝΑΣ-ΗΛ.ΡΗΓΑΣ-ΠΑΝ.ΡΗΓΑΣ (ΔΑΣΚΑΛΟΣ)-ΗΛ.ΚΑΝΟΠΟΥΛΟΣ-ΑΡΙΣΤ.ΡΗΓΑΣ.ΙΩΑΝ.ΜΠΡΟΥΣΤΗΣ)

Σοφός (Τίντηρης) το κάρο το βάστηξε και στην διάρκεια της κατοχής μέχρι το 1956. Το 1950 παντρευτήκαμε και από τότε ανέλαβα το καφενείο μόνη μου με την πεθερά μου και την κουνιάδα μου Τασία. Το 1954 όταν γύρισε από την αεροπορία ο κουνιάδος μου Δημήτρης Σοφός το δουλέψαμε μαζί. Από τότε 60 ολόκληρα χρόνια, μια ζωή σερβίριζα ότι μπορείς να φαντασθείς. Καφέδες σε μπρίκι χάλκινο επάνω στην χόβολη, έχεις πιει καφέ καβουρδισμένο στο χέρι; και όταν τον έκοβες στον μύλο του καφέ η μοσχοβολιά του σου έσπαζε τα ρουθούνια. Άσε που όταν ψηνότανε γέμιζε με την ευωδία του τα μερακλίδικα ρουθούνια των πελατών. Ποτέ δεν έψησα καφέ με ζεστό νερό γιατί έκοβε, πάντα χρησιμοποιούσα κρύο νερό ή χλιαρό. Πρώτα έριχνα την ζάχαρη στο νερό, ανακάτευα καλά και μετά έριχνα τον καφέ, ανακάτευα αργά μέχρι να αρχίσει να φουσκώσει. Αργούσε να γίνει βέβαια… αλλά το αποτέλεσμα ήταν τέτοιο που όλοι οι πελάτες ερχόντουσαν στο καφενείο για να απολαύσουν τον μερακλίδικο Ελληνικό καφεδάκι τους, σερβιρισμένο σε χοντρό φλιτζάνι, με την συνοδεία ενός σέρτικου τσιγάρου. Η δουλειά δεν σταματούσε ποτέ, αν δεν σερβίριζα καφέδες, θα ετοίμαζα φαγητό για την οικογένεια ή για τους εργάτες που έφτιαχναν τον κεντρικό δρόμο, στα χωράφια ή στο λιοτρίβι της Ρεβέκας. Μόλις εύρισκα καιρό πήγαινα και στα κτήματα και στα ζωντανά μου, άσε τις μπουγάδες… το τι έχουν τραβήξει αυτά τα χέρια δεν λέγεται μία ζωή βάσανα. Στα μαγαζάκια αυτά κάποτε βρίσκανε θαλπωρή οι ξωμάχοι αγρότες, εδώ κτύπαγε η καρδιά του χωριού. Το παραδοσιακό καφενείο εξαφανίζεται, οι νέοι φεύγουν γιατί δεν υπάρχει και τίποτα να τους κρατήσει, τα γερόντια αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας, και αργά ή γρήγορα φεύγουν από τη ζωή. Αναπολεί τα περασμένα χαϊδεύοντας τα σιδερένια τραπεζάκια και τις γερασμένες ξύλινες με ψαθί καρέκλες. Σε αυτές τις καρέκλες που κάποτε γέμιζαν με ξωμάχους αγρότες. Κάθε πρωί πέρναγαν 30 τουλάχιστον άνθρωποι και άλλοι τόσοι μαζευόντουσαν τα βράδια. Άλλοι έπαιζαν το τάβλι τους, άλλοι τα χαρτάκια τους, άλλοι έπιναν το καφεδάκι τους, το λουκούμι τους, το παστέλι, την κομπόστα τους (γλυκό του κουταλιού), τα παιδιά το υποβρύχιό τους, το ουζάκι ή το τσιπουράκι τους, πάντα συνοδεία με ένα ποτήρι δροσερό νερό από το πηγάδι της αυλής. Τα πειράγματα και οι πολιτικές συζητήσεις εδινάν και έπαιρναν, εδώ ήταν η μικρή βουλή της κάτω ρούγας. Κάποτε αποτελούσε σημείο αναφοράς του χωριού, τώρα λίγες κονσέρβες στα ράφια, λίγα πακέτα τσιγάρα, χαρτικά και τρόφιμα πρώτης ανάγκης. Δίπλα στον πάγκο η περίφημη πλεχτομηχανή, αγορασμένη το 1970 από την Καλαμάτα. Παρά τον φόρτο εργασίας πάντα εύρισκε χρόνο να ασχοληθεί με το πλέξιμο πουλόβερ, μπλούζες, κασκόλ, φούστες, ζακέτες και τόσα άλλα γυναικεία ή ανδρικά, περήφανη για την όμορφη και προσεκτική δουλειά της. Δεν θέλει ούτε να το σκέπτεται ότι μπορεί κάποια στιγμή να κλείσει το καφενεδάκι της λέει, «Θα πεθάνω την άλλη μέρα από την παραλογιά και το μαράζι». Κάθε πρωί συναντιώμαστε 4-5 άνθρωποι και πίνοντας το καφεδάκι μας, σχολιάζουμε την επικαιρότητα ανταλλάσουμε απόψεις και νέα, το ίδιο και το βράδυ. Αν κλείσει και αυτό το μαγαζάκι θα κάνουμε ρούγα όπως παλιά, κάτω από τις μουριές της διπλανής πλατείας του Παπασταμάτη, θα πάρουμε τα σκαμνάκια μας και θα καθόμαστε δίπλα στο πεζοδρόμιο. «Αν χαθεί η επικοινωνία, πάει χαθήκαμε και εμείς», σημειώνει ο καινουργιοφερμένος στην πέρα ρούγα Νίκος Χιώτης. Την ίδια γνώμη έχουν και ο Παπαγεωργίου Δημήτρης, το ίδιο και ο Τάσσο – Ρήγας. Το παραδοσιακό καφενεδάκι εξαφανίζεται, μαζί του χάνονται και όλα τα στοιχεία που γενιές και γενιές ξωμάχων αγάπησαν. Τις ξύλινες με ψαθί καρέκλες, τα σιδερένια στρογγυλά τραπεζάκια, το τάβλι, η ξεφτισμένη από την πολύ χρήση τράπουλα, η κομπόστα, το μερακλήδικο καφεδάκι, το ούζο με τα στραγάλια, η μυρωδιά του καπνού από σέρτικα τσιγάρα, οι πολιτικές συζητήσεις, οι μικροπαρεξηγήσεις, τα καλαμπούρια. Ο μαρασμός είναι εμφανής και η εικόνα θλιβερή. Τα παραδοσιακά στέκια της αγροτιάς κατεβάζουν ρολά, και αυτά που μένουν ανοικτά είναι για την τιμή των όπλων. Η κυρά Σπυρούλα με σερβίρει το καφεδάκι μου στην αυλή του καφενείου λέγοντάς με πίκρα: «πόσο θα ήθελα να σου έψηνα καφέ στην χόβολη… τότε θα έβλεπες την διαφορά». Οι πολιτικές αλλά και κοινωνικές συζητήσεις στα παλιά καφενεία τα μετέτρεψαν σε χώρους δημοκρατίας. Εκεί άνθρωποι διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, αριστεροί, δεξιοί, βενιζελικοί κ.α., παναθηναϊκοί, ολυμπιακοί, διαφωνούσαν πίνοντας παρέα τον καφέ τους, αλλά λίγες φορές χάλαγαν τις καρδιές τους και την φιλία τους. Απόδειξη περίτρανη το δέσιμο τους κατά την διάρκεια της κατοχής τον καιρό του εμφυλίου, ασχέτως πολιτικών πεποιθήσεων, ενώ στο πάνω Κοπανάκι οι εκτελεσθέντες και απωλεσθέντες από όλες τις παρατάξεις ήταν πάρα πολλές, στην κάτω ρούγα δεν «λύθηκε μύτη» στην κυριολεξία! . Από το καφενείο του Σοφού πέρασαν άνθρωποι των γραμμάτων, και του μόχθου όπως ο δάσκαλος Παναγιώτης Ρήγας, ο Γιώργη Κανόπουλος (Γιώργη Κάνος), ο Παναγιώτης Ματζώρος, ο Θανάσης Κοκκίνης, Γιάννης Χριστοφιλόπουλος (Τσάκος), Πάνο – Σοφός, Μπάμπης Χριστοφιλόπουλος (Τσάκος), εδώ

(ΟΤΙ ΑΠΕΜΕΙΝΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΦΩΤΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΌ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΣΟΦΟΥ ΣΠΥΡΟΥΛΑΣ ΣΤΙΣ 27 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010. Φωτογραφικό αρχείο ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ)

πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στον ιδιόμορφο αγαπητό σε όλους και που άφησε πρόωρα με τον χαμό του την πέρα ρούγα, Νικολάκη Χριστοφιλόπουλο (Παπαλόπα), Γιώργη και Γιάννη Καράμπελα (Κατσουλογιανναίους), τον φανατικό λάτρη του ποτού Γιώργη Μπεμπόνη. Σήμερα οι λιγοστοί αλλά μόνιμοι θαμώνες μετρημένοι στα δάκτυλα, Τάσος Ρήγας, Παπαγεωργίου Δημήτρης, Χαμπεσής Στάθης, φανατικοί ταβλαδόροι, ο Κώστα Μυλωνάς, ο Αποστόλης Παυλόπουλος, ο Νίκος Χιώτης, ο γράφων Κομιανός Σπύρος και οι Αλβανοί Γιώργης, Άλεξ, Γιάννης και τζίμης με τις οικογένειές τους. Όλα αυτά μέχρι τις 27 Ιουλίου 2010 στις 6.00 μ.μ την ώρα που είμαστε έξω από το καφενεδάκι, μία έντονη μυρωδιά από φωτιά και ένα πυκνό σύννεφο καπνού μας τύλιξε. Αιτία ένα ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα και το παραδοσιακό καφενεδάκι της Σπυριδούλας Σοφού έγινε παρανάλωμα πυρός, η καταστροφή ήταν πραγματικό πλήγμα για όλους μας, όσο και αν προσπαθήσαμε και παρ΄όλο που η πυροσβεστική ήρθε γρήγορα δεν κατάφερε να παρά να περισώσει μερικά έπιπλα και το οίκημα που ευτυχώς δεν έπαθε σοβαρές ζημιές. Πιστοί εμείς οι εναπομείναντες θαμώνες, αντί να πάρουμε τα σκαμνάκια μας και να κάνουμε «ρούγα» στην πλατεία Παπασταμάτη, επισκεπτόμαστε την κυρά Σπυρούλα Σοφού με την ιδιότητα του γείτονα και επισκέπτη, για να μη νοιώθει μόνη, να έχει κάποιον να μιλήσει και να σπάσει την μοναξιά της. Όσο για μένα οι επισκέψεις μου είναι ευκαιρία να εκμαιεύσω τις απαραίτητες πληροφορίες για το ιστολόγιό μου, γιατί πραγματικά παρά την ηλικία της 84 χρονών, είναι για μένα ένας πραγματικός θησαυρός πληροφοριών, και επιπλέον να γεύομαι τον μερακλίδικο αλλά σπιτικό πλέον καφέ της, που με τόση μαεστρία και τέχνη ψήνει!

Εργασία : ΚΟΜΙΑΝΟΣ ΠΙΠΗΣ , komianos.wordpress.com

7 σκέψεις σχετικά με το “Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΦΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΠΑΝΑΚΙ. ΤΟΥ ΠΙΠΗ ΚΟΜΙΑΝΟΥ.”

    1. ειμαι η δημοσιογραφος ζαννα μπεμπονη κορη του μητσου μπεμπονη που γεννηθηκε στο σιτοχωρο-πιτσα το 1908 και μενω στου γκυζη στην αθηνα.μετα τον χαμο των γονιων μου αναζητω στο κοπανακι τους συγκενεις μου δριμαιους-δριμη,τον αριστειδη,αν θυμαμαι καλα και τα παιδια του,στον αετο τα ξαδελφια μου μπεμποναιους,τους μητρογιαννοπουλαίους γιατι η γιαγια γιαννούλα-αννα ήταν κοριτσι μητρογιαννοπουλου το εμειλ μου ειναι paliozana@gmail.com αν μπορειται επικοινωνηστε μαζι μου

      1. κυρια μπεμπονη,
        ονομαζομαι μπεμπονης,με καταγωγη απο το κοπανακι, απο οτι γνωριζω δεν υπαρχει μπεμπονης απο το πιτσα-σιτοχωρι.
        το επωνυμο αυτο, προερχεται απο αετο, βαριμποπη-μοναστηρι.
        ειμαι στη διαθεση σας για οτι γνωριζω.

      2. Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΕΜΠΟΝΗΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΗΤΑΝ ΑΔΕΡΦΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ, ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ ΓΥΡΩ ΣΤΑ1910
        Ο Γιώργης Μπεμπόνης ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ (ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΓΕΝΕΙΑΣ)

  1. Υπήρχε Μπεμπόνης στο Πιτσά, μου το βεβαίωσε ο Αγγελής ο Μπεκιάρης. Δεν έχει σχέση με τους Μπεμπόνιδες στο Κάτω Κοπανάκι.
    Κα Ζάνια, μήπως ο πατέρας σας είχε ΤΑΞΙ;

  2. ναι ο μπαμπας ειχε ταξι οπως και ο θειος μου ο Θοδωρος.μενουμε στου Γκυζη.συγγενειςεχω τον Αριστειδη Δριμη.η γιαγια μου Γιαννουλα η Αννα Μητρογιαννοπουλου ηταν από το Σιδηροκαστρο.φετοσ συνταξιοδοτηθηκα ααπό το Εταπ μμε ωςδημοσιογρΑφος.Το οικοπεδο πισω από το ηρωο στο Πιτσα ειναι της οικογενειας.Τωρα ε’ιμαι λευτερη υποχρεωσεων και θα κατεβω κατω.Ο Αγγελης ητανοικογενειακος φιλος γραψτε μου σρ\το ιν μποξ στο φεις μπουκ να σας στειλω το τηλεφωνομου ΖΑΝΑ ΜΠΕΜΠΟΝΗ πολυ χαρηκα που σας εχω βρει

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s