Αφροδίτη Μάνου: Ιδού εγώ εν απογνώσει. Ανυποψίαστος τρομοκράτης, κι άπειρα φοβισμένος.

Εγώ, απλός προσκυνητής των λόγων Ο, με χιλιάδες περιέργειες, μύστης των χαλυβουργείων Αγέλαστος εργάτης της καθέτου ανάπτυξης Χαμένος σε μέλανες δρυμούς καπνοδόχων Κοινωφελής μοναχικός, κρατικός υπάλληλος Σύντροφος ή πολίτης Ιδού εγώ εν απογνώσει Εγώ, απλός σαλπιγκτής υποχωρήσεων Ο μύστης αυτοσχέδιων νέων θεωριών Χτισμένος μες στη μοναξιά Που παίρνει την ζωή μου Μετρώ τις απώλειες που με κατακλύζουν Ανυποψίαστος τρομοκράτης, κι άπειρα φοβισμένος.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΟΥ ΣΥΓΝΩΜΗ ΑΛΛΑ «ΣΥ …ΕΙΠΑΣ» KAI OXI O MHTΣΑΡΑΣ Ο ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ BLOG . ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΟΥ …ΣΤΟΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΡΧΗ.

Ανοικτή Επιστολή
Προς τον Αντιδήμαρχο Τεχνικών Έργων Δήμου Τριφυλίας.
Αγαπητέ Κύριε Τσίγγανε.
Παρακολούθησα μέσω του διαδικτύου την εισήγησή σας (ως αρμόδιος Αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων) στην 8η Συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Τριφυλίας. Διαβάζοντας τον τίτλο του θέματος : «Χωρίς όραμα και φτωχότερο από πέρυσι» το τεχνικό πρόγραμμα, στην αρχή πίστεψα ότι είναι ένας αυθαίρετος, υπερβολικός τίτλος των διαχειριστών  της ιστοσελίδας. Όμως έκπληκτος διαπίστωσα ότι ο τίτλος αυτός δίδεται από εσάς!

Τι λέτε με  λίγα λόγια με τον πλέον επίσημο τρόπο : «Η Πόλις εάλω …». Κανένα έργο δεν είναι δυνατόν να εκτελεστεί στο Δήμο Τριφυλίας, καμία παρέμβαση δεν θα πραγματοποιηθεί ώστε να βελτιώσει την άθλια κατάσταση των Πόλεων και των Χωριών, οι κάτοικοι (δημότες η μη) δεν πρέπει να ελπίζουν σε τίποτα!Έτσι για ένα ακόμη  χρόνο η Κυπαρισσία, τα Φιλιατρά , οι Γαργαλιάνοι και τα υπόλοιπα δημοτικά  διαμερίσματα, θα παραμείνουν χωρίς δρόμους, χωρίς φωτισμό, χωρίς πλατείες, χωρίς πεζοδρόμια, χωρίς κάδους απορριμμάτων, χωρίς απορριμματοφόρα, χωρίς, χωρίς, χωρίς…
Το μήνυμα που στέλνετε στους Πολίτες του Δήμου Τριφυλίας είναι σαφές και ξεκάθαρο: «Μην περιμένετε τίποτα, μην ελπίζετε σε τίποτα, τα πάντα γύρω μας έχουν καταρρεύσει και ο καθένας από εσάς κάνετε ότι σας φωτίσει ο Θεός…!!»
Κύριε Αντιδήμαρχε.
Ασφαλώς η τοποθέτησή σας δεν είναι προσωπική… Είναι η θέση της Δημοτικής Αρχής που εσείς ως αρμόδιος και υπεύθυνος αναλάβατε το βάρος να μεταφέρετε στη συνεδρίαση του Δ.Σ.
Όμως επειδή γνωρίζω το ήθος, την προσωπική, επαγγελματική και πολιτική διαδρομή σας,  επειδή ασφαλώς διαισθάνεστε και το βάρος του ονόματος που φέρετε, επειδή ασφαλώς έχετε μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την σημερινή κατάσταση, επειδή ασφαλώς οι πολιτικές σας φιλοδοξίες δεν εξαντλούνται έως τη θέση του Αντιδημάρχου του Δήμου Τριφυλίας θα περίμενα μεγαλύτερη γενναιότητα από  εσάς. Θα περίμενα δηλαδή στο τέλος της εισήγησης σας να ζητήσετε συγνώμη από τους Δημότες που σας εμπιστεύτηκαν και να υποβάλλεται την παραίτηση σας από τη θέση του Αντιδημάρχου Τεχνικών Έργων !
Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι καθόλου δεν σας τιμά να συνεχίζετε να παριστάνεται τον Αντιδήμαρχο Έργων μετά την δημόσια ομολογία σας ότι αδυνατείτε να προσφέρετε οτιδήποτε στους συνδημότες σας.
Κύριε Τσίγγανε ασφαλώς τα παραπάνω δεν αφορούν μόνο εσάς προσωπικά.
Αφορούν και τους άλλους αιρετούς που άφησαν τις Πόλεις γυμνές και ανυπεράσπιστες.
Δεν απευθύνομαι προς τον κ. Δήμαρχο γιατί όπως πολύ καλά γνωρίζετε «διατελεί εν πλήρη συγχύσει αθώος …» όπως λέει ο πατριώτης μας Μιχάλης Κατσαρός.
Με τιμή
Δημοδίαιτος

ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ. ΣΤΟ …ΤΣΑΚ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΕΤΕ


Χθες προβλήθηκαν 2 εξαιρετικές ταινίες.
Σήμερα ακολουθούν άλλες 2 ταινίες.

Ειδικά η δεύτερη αποτελεί σταθμό στον παγκόσμιο κινηματογράφο.

Πρόγραμμα προβολών Σάββατο, 26 Μαΐου 2012
19:00 Η Ζωή Είναι Ωραία του Ρομπέρτο Μπενίνι
21:00 Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας του Τόνι Κέι

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012
19:00 Το Αγόρι Πίσω από το Συρματόπλεγμα του Μάρκ Χέρμαν
21:00 Ο Μεγάλος Δικτάτωρ του Τσάρλι Τσάπλιν

ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΚΡΙΑ ΜΑΣ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ, Ο ΑΡΤΙΚΑΙΟΣ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΗΣ ΜΑΣ.

Το λιγότερο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να τον θυμηθούμε, τον θυμήθηκε και ο καλός  του φίλος Τίμος Φλέσσας.Μας έστειλε και τον δικό του λόγο ο αδελφός του Δημήτρης. Να διαβάσουμε τα σημειώματα που μας έστειλαν και να διαβάσουμε, μερικές αναμνήσεις που είχε ο Γιάννης από τα παιδικά του χρόνια στο Αρτίκι.

Διάφορες παλαιές- σποραδικές αναμνήσεις των πρώτων παιδικών χρόνων από το Αρτίκι. 

Θυμάμαι:

  • Θυμάμαι κάποιο ‘Μάγο’, στο πηγάδι στο Αρτίκι, να έχει ξαπλώσει κάτω και να κτυπούν με μια βαριά μια μεγάλη πέτρα που του είχαν βάλει επάνω στην κοιλιά του μέχρι να σπάσει, χωρίς αυτός να πάθει τίποτα.

  • Θυμάμαι τις ‘ξελασιές’, με το ξάσιμο των μαλλιών η με το ξεφύλημα και το γκριτζιάλισμα της κούκλας (καλαμπόκι), που γίνονταν κάτω στον κήπο μας, σε άλλους κήπους καθώς και στο Χωράφι του Παππού δίπλα στο σπίτι του, που με μεγάλη χαρά εμείς τα παιδιά περιμέναμε. Είχε αρκετό γέλοιο, τραγούδι, ιστορίες, ανέκδοτα και πετούσαν και τα λούκια από τα καλαμπόκια η μια γυναίκα στην άλλη.

  • Θυμάμαι στα χωράφια τα Παπαδέικα (όπου το Σχολείο σήμερα) που είχαν εκφορτώσει από τα μουλάρια  τρόφιμα οι Αντάρτες και ανάγκασαν μετά Αρτικαίους με τα μουλάρια τους να τα πάνε στου Καραμούσταφα (Αυλώνα) Κάποιοι Αρτικαίοι, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας μου και ο Νιονιάκος Στασινόπουλος, από τα φορτία αφαιρούσαν κρυφά πατάτες και τις έκρυβαν σε παραπλήσιους χώρους για να τις πάρουν αργότερα για να τις φάνε σπίτι τους η τέλος πάντων να ξεκουράσουν τα μουλάρια τους.

  • Θυμάμαι τους Κριτσαίους να έρχονται, έγκαιρα, στην εκκλησία πριν από την Ανάσταση και το χορό που ακολουθούσε στο προαύλιο της εκκλησίας, μετά το τέλος της Ανάστασης, από όλους σχεδόν, με μπροστάρη τον Παπά [Παπα-Παύλο].

  • Θυμάμαι που έριχναν, μέχρι και πρόσφατα, στην Εκκλησία έξω και μέσα Στρακακιώτες -Βαρελότα-  Πολυβόλα, αλλά και με κολομπίστολα. Συνεργεία που έφτιαχναν με σταφιδόχαρτα-μπαρούτι και φυτίλι τις στρακακιώτες, μεταξύ των οποίων και ο Θείος Μήτσος. Ο Χρήστος Στασινόπουλος είχε φτιάξει τόσες πολλές στρακακιώτες και για να μην του μείνουν, έριξε ακόμη και τη Δευτέρα της Λαμπρής, παρ όλο ότι ανήμερα της Ανάστασης το απόγευμα ενταφίασαν τη Γιαγιά του. Ένα έθιμο ακόμη ήταν να καίει με κερί ο ένας τα μαλλιά του άλλου μέσα στην Εκκλησία. Παραινέσεις του Παπά η και των Επιτρόπων να μη ρίχνουν εντός της Εκκλησίας ουδέν αποτέλεσμα έφερναν.

  • Θυμάμαι το Λιτρουβιό του Παππού Ηλία Αδαμόπουλου. Εμείς βγάζαμε ελιές τελευταίοι. Το άλλο Λιτρουβιό το είχαν ο Ηλίας Ηλιόπουλος με το Μήτσο Μητρόπουλο. Τα λιθάρια τα γύριζε άλογο.Το βίντζι και τις τσαντίλες.

  • Θυμάμαι τις Κυριακές το απόγευμα που ερχόταν στο Αρτίκι ο μπογιατζής με μπογιές και άλλα ψιλικά και με την καραμούζα του εφώναζε. Επίσης περιοδικά ερχόταν και ο Καλατζης [Γανωματής] και έδρευε συνήθως στο Λιτρουβιό του Παππού και γάνωνε τα χαλκώματα.

  • Θυμάμαι που με το λινάρι και το σπάρτο υφαίνανε πανιά. Τα έβαζαν στο νερό και τα μεν σπάρτα τα ξεφλούδιζαν το δε Λινάρι το έκοβαν με το μαγκάνι

  • Θυμάμαι την καρυδιά που φυτέψαμε στο κάτω μέρος του χωραφιού μας κάτω από το σπίτι, όταν μας την έδωσαν στο Σχολείο, μετά από απόφαση να βγάλουν όλα τα δέντρα από τον Κήπο του Σχολείου.

  • Θυμάμαι τα βράδια του 1940, μετά την κήρυξη του πολέμου από τους Ιταλούς, όταν ακούγαμε θόρυβο Αεροπλάνου σβήναμε το φως, λυχνάρι η λάμπα, για να μην φαίνεται από το φεγγίτη της κουζίνας και πηγαίναμε έξω προς τις λυγιές για να κρυφτούμε, φοβούμενοι βομβαρδισμό από Ιταλικά Αεροπλάνα.

  • Θυμάμαι όταν έκαψαν οι Γερμανοί τον Αετό. Όλοι από το Αρτίκι είχαμε πάει και κρυφτεί στο Κρίτσι στη Σπηλιά του Γεωργάκη

  • Θυμάμαι όταν οι Γερμανοί πέρασαν από το Αρτίκι. Η μάνα μου έκανε το πώς ήταν άρρωστη και ήταν στο κρεβάτι. Ήλθε μέσα στο σπίτι ένας Γερμανός και δεν δέχτηκε να πάρει φρεσκοζυμωμένο ψωμί που του προσέφερε η μητέρα μου αλλά βγήκε έξω και πήγε γύρω – γύρω από το σπίτι για να εισέλθει μέσα από την άλλη πίσω πόρτα η οποία ήταν κλειστή και χωρίς να περιμένει να του ανοίξουμε, έφυγε. Εν τω μεταξύ δυο μέτρα κάτω από εκεί που πέρασε στον κήπο, κάτω από το σπίτι, μέσα στα κουκιά, που ήταν ψιλά, είχαμε κρύψει όλα τα ρούχα του γιούκου, αλλά ευτυχώς δεν τα είδε γιατί θα μπορούσε να τους βάλει φωτιά και να τα κάψει. Φεύγοντας οι Γερμανοί πήραν και μια στάμνα με παστό της Κατερίνης του Κατσάκου και η οποία έτρεχε από πίσω στο Ρέμα το Αρτίκι παρακαλώντας τους να της τη δώσουν πίσω, αλλά μάταια. Εκείνη την εποχή τα ρούχα και άλλα πράγματα τα είχαμε κρύψει στο ποτάμι μέσα σε Σπηλιές, ενώ τις στάμνες με το παστό μέσα στις μάντρες κάτω στον κήπο.

  • Θυμάμαι τη μεταφορά του αχεριού στο σπίτι με τα χαράρια με τη ζέστη το Καλοκαίρι και το άδειασμά του στο μπλοκό από μέσα από το σπίτι.

  • Θυμάμαι τη Γριά Χαρίκλεια του Παναγούλη που ενώ ήταν τυφλή πήγαινε από το σπίτι της στο μαγαζί [δίπλα] και έδινε τσιγάρα από κούτες στους Σαρακιναδαίους καπνιστές αλλά και σε άλλους που τις ζητούσαν και γνώριζε ψηλαφίζοντας τα χρήματα να τους δίνει τα σωστά ρέστα και ακόμη την ικανότητά της να ξεματιάζει, όπως την περίπτωση της εξαδέλφης Ασπασίας από του Ντάρα

  • Θυμάμαι το σφάξιμο του γουρουνιού, το πάστωμα, τα λουκάνικα που καπνίζαμε στο τζάκι, την κοκαλοραχιά από το γουρούνι που φτιάχναμε με τραχανά, το λιώσιμο του παστού, τις μπριτζόλες που ψήναμε στα κάρβουνα, την οματιά, το γουρουνοσήκοτο, τις λαίνες που γέμιζε με παστό η μάνα μου, τη φούσκα του γουρουνιού που με ανυπομονησία περιμέναμε να πάρουμε και να την χρησιμοποιήσουμε για μπαλόνι και τα κλάματα που βάζαμε όταν καμιά φορά έσπαγε κατά το βγάλσιμό της

  • Θυμάμαι τη Βρύση του χωριού όπου πήγαιναν οι γυναίκες και έφερναν νερό με τις βαρέλες και αργούσαν, όταν ήταν μπασιά, γιατί δεν έβγαζε πολύ νερό, ιδίως το καλοκαίρι, επειδή πιθανόν ήταν ξεχασμένη ανοικτή ή γιατί ο Παππούς είχε ποτίσει επάνω το χωράφι του με τις πορτοκαλιές.

  • Θυμάμαι το φόβο που είχαμε όταν πηγαίναμε το Καλοκαίρι κρυφά για μπάνιο στο ποτάμι, μην το μάθουν οι γονείς μας ή έλθει κανένας και μας πάρει τα ρούχα, επειδή την εποχή εκείνη το μπάνιο δεν εθεωρείτο καλό πράγμα.

  • Θυμάμαι όταν πηγαινοερχόμασταν στο Σχολείο στο Κοπανάκι [τις τρεις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου] με τα πόδια [εγώ ενίοτε, γιατί έμενα στου Ραχηντουρ στη Θεία Σωτήρω] από του Λαζαδαμάκι. Μπάνιο στην επιστροφή στις Λίμνες στο ποτάμι στα Χέρισα. Κάπνισμα στο δρόμο [τότε μου έδιναν και μένα και δοκίμαζα και σχεδόν το είχα μάθει να το πηγαίνω κάτω]. Μάζεμα φιστίκια από το χωράφι που τα είχαν βγάλει και τους είχαν παραπέσει η ακόμη και από σκεπασμένους σωρούς στα Σοφέικα στο Σκορπέτσι. Τη συκιά του Μπελικάνη όπου τρώγαμε τα σύκα και μια φορά μας έπιασε και μας πήρε από ένα παπούτσι και ήθελε να πάει στο Γυμνασιάρχη για να μας δώσει αποβολή, αλλα χάρις στη Νικολέτα του Κουτσού δεν το έκανε και μας έδωσε πίσω τα παπούτσια [Μετά από μέρες ξαναπήγαν οι άλλοι και αφού έφαγαν σύκα τα έκαναν……. κιόλας επάνω στην συκιά και γι αυτό έλεγε ο Μπελικάνης ότι όχι μόνο μου φάγανε τα σύκα αλλά μου χεσ… και τη συκιά.Το τρένο με τα βαγόνια που παριστάναμε στο δρόμο στού Λαζαδαμάκι, τρέχοντας, με Μηχανή τον Παναγιώτη το Χριστόπουλο.

  • Θυμάμαι τη σειρά που είχαμε ένας κάθε μέρα να πηγαίνει ξύλα στο Σχολείο για τη σόμπα καθώς και τη σειρά που είχαμε να πηγαίνουμε κάθε μέρα στο Σχολείο ένα πιάτο φαγητό για τη Δασκάλα [η Δάσκαλο], εννοείται πάντα σχεδόν καλό φαΐ π.χ. κρέας, κοτόπουλο ή παστό [τους ταΐζαμε τότε τους δασκάλους].

  • Θυμάμαι που κάναμε μάθημα στο Δημοτικό όλες οι τάξεις σε μια αίθουσα πρωί-απόγευμα και τα Κριτσέικα παιδιά που πηγαινοερχόντουσαν καθημερινά [χειμώνα και μικρά παιδιά 7 ετών], το μεσημέρι στη διακοπή να κάθονται στην Εκκλησία και να τρώνε το ψωμοτύρι τους, να επιστρέφουν δε σχεδόν νύχτα στο Κρίτσι.

  • Θυμάμαι το πρώτο γραμμόφωνο που είχε ο Παππούς και κάποτε είχε βάλει μια πλάκα που έπαιζε κάτι «ότι ετσακώνοντο», όταν δε το άκουσα από το σπίτι μας έτρεξα να δω τι συμβαίνει στην Αγορά. Επίσης το πρώτο Ράδιο στο Αρτίκι της Κοινότητος με μεγάλη μπαταρία και με μεγάλο χωνί που αρχικά το είχαν στο σπίτι του Παππού και μετέπειτα του Μήτσου Μελά

  • Θυμάμαι που κτυπούσαμε την καμπάνα, και το ευχαριστιόμασταν και ιδιαίτερα όταν πέθανε ο Βασιλιάς Γεώργιος καθώς και ο Μητροπολίτης Τριφυλίας που την κτυπούσαμε όλη τη μέρα.

  • Θυμάμαι το πλύσιμο που έκαναν οι γυναίκες, πολλές μαζί, στο ποτάμι το ρέμα τα Αρτίκι,στο αυλάκι ατού Λελέ ή ατού Κουτσογιάννη, συνήθως τα Σάββατα και που πηγαίναμε και εμείς τα μικρά παιδιά για να μας λούσουνε με νερό από αλισίβα [είχε μέσα και στάχτη] από το λεβέτι και σαπούνι χωριάτικο [3 φορές σαπούνισμα].

+ Γιάννης Μητρόπουλος