Category Archives: ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ

ΘΛΙΨΗ ΣΤΟ ΚΑΛΟΝΕΡΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΗ. ΚΑΤΕΛΗΞΕ Ο ΤΑΚΗΣ ΓΚΟΓΚΑΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΤΡΙΦΥΛΙΑΚΟΥ. ΝΕΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ. ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ ΤΡΑΚΑΡΙΣΜΑ. ΣΥΛΛΥΠΗΤΗΡΙΟ ΜΗΝΥΜΑ ΑΠΟ ΦΙΛΟΥΣ.

Η νεκρώσιμη ακολουθία για τον άτυχο Παναγιώτη Γκόγκα θα τελεστεί την Κυριακή 2 Μαρτίου το πρωί στις 11 η ώρα στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Καλό Νερό.

Νεκρός απο τροχαίο το αγαπημένο παιδί του Καλονερου και Πρόεδρος του ΠΑΟ Καλού Νερού. 

Συγκλονισμένος είναι ο ποδοσφαιρικός κόσμος της ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ και η κοινωνία του Καλονερου απο το θανατηφόρο τροχαίο που σημειώθηκε κατω από άγνωστες συνθήκες στην Εθνική Οδό Τσακώνα –Καλό Νερό στο ύψος του Κοπανακίου πριν την διασταύρωση με το χωριό Αρτικι.
Νεκρός είναι ο νεαρός 43αχρονος πρόεδρος του ΠΑΟ Καλού Νερού Παναγιώτης Γκόγκας ο οποίος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο της Κυπαρισσίας αλλά ήταν αργά. Στο νοσοκομείο που γέμισε απο κόσμο φθάνουν διαρκώς φίλοι, γνωστοί και πλήθος κόσμου με το αναπάντητο ερώτημα ΓΙΑΤΙ να μένει στα βουβά χείλη όλων…Το ευτύχημα είναι, πως  η σύζυγός του και το παιδί του, που επέβαιναν του αυτοκινήτου, τραυματίσθηκαν πολύ ελαφρά και δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο.

 Το αυτοκίνητο που οδηγούσε έφυγε από την πορεία του πάνω σε στροφή με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του. Το αυτοκίνητο εκινείτο με κατεύθυνση προς Κυπαρισσία και την ώρα του δυστυχήματος έβρεχε.

http://radio936.blogspot.gr/2014/03/blog-post.html

Η ανακοίνωση της Αστυνομίας για το θανάσιμο τραυματισμό του 44χρονου Παναγιώτη Γκόγκα.
 
Χθες (28.2.2014) το βράδυ, στο 50ο χλμ της Εθνικής Οδού Καλαμάτας-Πύργου, Ι.Χ. επιβατηγό όχημα που οδηγούσε 44χρονος ημεδαπός συγκρούστηκε με Ι.Χ. επιβατηγό όχημα που οδηγούσε 27χρονος ημεδαπός. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης, ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του 44χρονου και ο τραυματισμός συνολικά τεσσάρων (4) ατόμων, ενός (1) 27χρονου ημεδαπού,  ενός (1) 7χρονου ημεδαπού, καθώς και δύο (2) ημεδαπών γυναικών, ηλικίας 35 και 23 ετών, που επέβαιναν στα δύο οχήματα.  Προανάκριση διενεργεί το Τμήμα Τροχαίας Κυπαρισσίας.  – See more at: http://www.tharrosnews.gr/news/content/44%CF%87%CF%81%CE%BF

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΟΥ ΚΑΛΟ ΤΑΞΕΙΔΙ!!!!!!!!

Κεριά

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας

σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -

χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,

μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·

τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,

κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,

και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.

Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω

τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,

τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

ΝΑΙ! ΚΑΙ ΗΣΟΥΝ ΠΟΛΥ ΑΛΗΘΙΝΟΣ!!!!!!!

αιώνια κοντά μας θά’σαι…

Γιώργος @ Μπίλλυ Κολοκοτρώνη

ΣΑΚΗΣ ΜΠΟΥΛΑΣ. ΕΝΑΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΑΣ ΑΦΗΣΕ ΧΡΟΝΟΥΣ.

Πέθανε ο Σάκης Μπουλάς

Έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος τραγουδιστής και ηθοποιός, Σάκης Μπουλάς, ο οποίος το τελευταίο χρονικό διάστημα έδινε μάχη με την επάρατη νόσο.

Πέθανε ο Σάκης Μπουλάς

Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας και το τελευταίο διάστημα νοσηλευόταν σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, δίνοντας μάχη για τη ζωή του. 

Η συνέχεια:

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=63967002

ΠΟΥ ΕΠΕΣΑΝ ΟΙ 7.948 ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (ΟΛΑ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ) – Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1995

1-540f058c78

“Οι νεκροί στρατιώτες του Ελληνοϊταλικού μετώπου βρίσκονται παντού. Στην Τρεμπεσίνα και το Πόγραδετς, στο 731 και στην Κλεισούρα, στα υψώματα Μπούμπεσι, και στην πεδιάδα του Βούρκου. Στο Μάλι Σπατ και την Κορυτσά.
Ενταφιασμένοι όπως-όπως, κατά την διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, πολλοί άταφοι, απλά σκεπασμένοι από το χιόνι. Ο πλήρης κατάλογος οπλιτών και αξιωματικών – 7,948 ψυχές – που έπεσαν κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-1941 εντός του αλβανικού εδάφους.

Νίκος Κούνδουρος: “Αυτόν το μισότρελο φαντάρο να μου τον δώσετε”. Αφιέρωμα στον Θανάση Βέγγο.

«Ως γόνος μεγάλης οικογένειας που ήμουν, οι βασανιστές θέλησαν να αλαφρύνουν το δικό μου βασανιστήριο στο Μακρονήσι. «Το Βέγγο τον γνώρισα στο Μακρονήσι. Ήμουνα σ’ ένα βουνό επάνω και προσπαθούσα να στήσω ένα αντίσκηνο να κοιμηθώ, ανάμεσα στη μάζα του λόχου, στα τέσσερις χιλιάδες αντίσκηνα παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ανάμεσα σε τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους, τρομαγμένους και κουρασμένους. Πήγα στην κορυφή του βουνού, με την ευλογία της διοίκησης, να στήσω τη σκηνή μου και τη ζωή μου. Κι εκεί που καθόμουνα και χάζευα και κοίταζα πως ν’ αρχίσω, μόνος τελείως, μ’ ένα αντίσκηνο πεταμένο χάμου, μ’ ένα σκεπάρνι και με πασσάλους, βλέπω μια σιλουέτα περίεργη, μέσα σ’ αυτές τις φοβερές χλαίνες που μας δίνανε, τις βρώμικες, ξεσκισμένες. Καταφθάνει, κουβαλώντας σανίδια από κιβώτια κι ένα σφυρί. Έφτιαξε κάτι, μια κατασκευή, ένα επίπεδο με τις σανίδες, και μου λέει ξαφνικά: ‘Συναγωνιστή -ευλογημένη λέξη, που τελικά έχει γίνει ρετσινιά- συναγωνιστή, θα πεθάνεις’, λέει. ‘Το βράδυ κάνει κρύο. Βάλε την κουβέρτα σου πάνω στα σανίδια.. Λέω: ‘Εσένα τι σε νοιάζει αν πεθάνω εγώ; Κι εσύ θα πεθάνεις’. Ούτε γέλασε καν ούτε και δε γέλασε. Πήρε τη διαλυμένη σκηνή κι άρχισε να τη στήνει μέσα στους πασσάλους της. Τον χάζευα, σκεφτόμουνα πως αυτός ή τρελός είναι ή άγιος. Τέλος πάντων, το ίδιο κάνει. Έκανα διάφορες σκέψεις, αφηρημένος και κουρασμένος, αλλά έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με το Βέγγο.Τρία υπαίθρια θέατρα χτίστηκαν στη Μακρόνησο από το 1947 μέχρι το 1950. Τα έχτισαν οι ίδιοι οι εξόριστοι για την «ιδεολογική αναμόρφωσή τους» με πέτρες που έσπαγαν μόνοι τους από το βραχώδες έδαφος. 

Έμεινε μαζί μου όλα τα χρόνια της Μακρονήσου. Είχα χρεωθεί την κατασκευή ενός θεάτρου -ήμουν τριτοετής της αρχιτεκτονικής τότε. Πήγα στη διοίκηση και λέω: “Αυτόν το μισότρελο φαντάρο να μου τον δώσετε”. Κι έτσι βρέθηκα να φτιάχνω το θέατρο με το Θανάση βοηθό. Στήσαμε τη σκηνή, ανεβάσαμε το πρώτο έργο, και να ο Βέγγος ηθοποιός και να ο Βέγγος πρωταγωνιστής και να ο Βέγγος αγαπημένος ολόκληρου του τάγματος, και να ο Βέγγος η ανακούφισή μας, η λύτρωση μας και το χαμόγελό μας».

 Ο Βασίλης Βέγγος, γιος του ηθοποιού, σε μια από τις σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις του, μιλά στο φακό του Σολδάτου (Ένας άνθρωπος παντός καιρού), για τον πατέρα του. «Στην Κατοχή, ο παππούς ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μετά, όταν ο πατέρας κλήθηκε να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία,  να πάει βεβαίως στη Μακρόνησο», λέει. Και συνεχίζει: «Θα έλεγα ότι ο πατέρας θα πρέπει να είναι από τους λίγους, αν όχι ο μοναδικός, που η Μακρόνησος του ‘έκανε καλό’, μακροπρόθεσμα. Γιατί αν δεν είχε πάει στη Μακρόνησο, δε θα είχε γνωρίσει το Νίκο Κούνδουρο, και κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν μέχρι και σήμερα ένας πάρα πολύ καλός κατασκευαστής δερμάτινων ειδών (.) Εκεί κάποια στιγμή γνωρίστηκαν με το Νίκο Κούνδουρο και έκαναν κάποια σκετσάκια για τις γιορτές. Οπότε ο Νίκος, όταν απολύονταν σαν, του είπε: «Θανάση, κάποια στιγμή, θα κάνουμε ταινία και θα σε φωνάξω και σένα να πάρεις μέρος», έτσι κι έγινε. Ο πατέρας, βέβαια, όταν απολύθηκε, επέστρεψε στην κανονική του δουλειά, κάπου στο Μοναστηράκι, αν θυμάμαι καλά, και ξέχασε τελείως την ιστορία του Κούνδουρου, ώσπου κάποια στιγμή, όταν ο Νίκος ετοιμαζόταν να γυρίσει την πρώτη του ταινία, τη ‘Μαγική Πόλη’, τον φώναξε (.)».

Διαβάστε όλο το αφιέρωμα, αξίζει τον κόπο: http://www.os3.gr/arhive_afieromata/gr_afieromata_thanasis_veggos.html

ΥΓ: Ευχαριστώ την Σόνια, που μου   θύμισε τον αθάνατο Θανάση.

ΕΦΥΓΕ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑ Η ΠΟΛΥ ΠΑΝΟΥ, ΠΟΥ ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ.

Μου έλεγε η μητέρα μου η συχωρεμένη “ήταν η …γιαβουκλού του αδελφού μου του Γιώργη” έφυγε και μπάρμπας μου και όταν τον είχα ρωτήσει μ’ απάντησε “ρε 10 χρονών ήτανε, μου την πήρε ο Μπιθικώτσης”. Θεός σχωρέστην την αγαπημένη μας στην Πάτρα και σ’ όλη την Ελλάδα.

Πέθανε η Πόλυ Πάνου

Η Πόλυ Πάνου είναι μια ολόκληρη ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Μια ιστορία βιωμένη βαθιά από μια τραγουδίστρια που μετέφερε στην ερμηνεία της, τα βιώματά της, την ιδιοσυγκρασία της αλλά και την θέλησή της να κάνει αυτό που αγαπά.

Γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Τη γενέθλια ημέρα αυτή. Χρειάστηκαν μόνο δέκα χρόνια για να ανέβει στο πάλκο. Κοριτσάκι πράμα, σε ηλικία 10 ετών παίρνει μέρος σε έναν διαγωνισμό. Στην Πάτρα φυσικά. Εμφανιζόταν ο Σταύρος Τζουανάκος και η Πόλυ Πάνου τραγούδησε το «Συλβάνα, Συλβάνα μου τρελή πεθαίνω για ένα σου φιλί». Πήρε το πρώτο βραβείο ανάμεσα σε 260 παιδιά. Ένα χρόνο μετά πήρε ένα ακόμη… βραβείο την φορά αυτή από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Ο τελευταίος είχε επισκεφθεί την Πάτρα, το 1951 με την λαϊκή του ορχήστρα. Είχε μαζί του την Εβελίνα,την τραγουδίστρια της κομπανίας. Τσακώθηκαν όμως και έφυγε και φυσικά έπρεπε παρόλο που δεν ήταν εύκολο να βρει άλλη. Τι σου είναι η ζωή όμως καμιά φορά. Ο sir όποτε επισκεπτόταν την Πάτρα πήγαινε σε συγκεκριμένο κουρείο, κοντά στο σπίτι της Πόλυς. Ο κουρέας φίλος του Γρηγόρη Μπιθικώτση του μίλησε για την μικρούλα που έχει καλή φωνή και ο τραγουδιστής πήγε σπίτι της να την βρει. Εκείνη όμως ήταν στο σχολείο. Ο Γρηγόρης περίμενε, η μητέρα της του επέτρεψε να την περιμένει άλλωστε. Και κάποια στιγμή βλέπει ένα μικρό παιδί, ψηλό, αδύνατο, καχεκτικό με σοσόνι και σχολική τσάντα να περνάει το κατώφλι της πόρτας. Η πρώτη του εντύπωση δεν θα ήταν και η καλύτερη. Η δεύτερη όμως τα άλλαξε όλα. Του τραγούδησε δύο κομμάτια του Τζουανάκου. Ο Μπιθικώτσης, την βάφτισε Πόλυ Πάνου (Πολυτιμή Κολιοπάνου) και γυρνώντας στην μητέρα της της λέει, «έχεις ένα παιδί που έχει χρυσό λαρύγγι και θα σώσει την οικογένειά σου. Θα μου την δώσεις να την πάρω στο κέντρο που τραγουδάω;», Με τα πολλά την έπεισε την μάνα της, έραψε και δύο φορεματάκια και το «παιδί θαύμα» εμφανίζεται με απόλυτη επιτυχία στο μαγαζί. Πατημένο πήγαινε…

Ακολούθησε περιοδεία στο Αγρίνιο με την ίδια επιτυχία, επιστροφή στην Πάτρα και βαλίτσες για Αθήνα. Όχι τόσο εύκολα αλλά ανάγκα και η μάνα πείθεται. Μάνα και κόρη στην πρωτεύουσα, φιλοξενούνται στο σπίτι του Γρηγόρη επί έξι μήνες και κάπου εκεί, τον Σεπτέμβριο του 1952 περνάει την πόρτα της Κολούμπια. Ιεροεξεταστής ο Μηλιόπουλος, που είχε διώξει τον Καζαντζίδη επειδή μιμόταν (στην αρχή) τον Τσαουσάκη και δεν του άρεσε. Την Πόλυ Πάνου δεν την έδιωξε αλλά και την βάφτισε και αυτός, ως την «Βέμπο του λαϊκού τραγουδιού».

Η πορεία της με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση σε αυτά τα πρώτα βήματά της είναι άρρηκτα δεμένη. Το πρώτη της τραγούδι ήταν το «Πήρα την στράτα την κακιά» σε μουσική του Γρηγόρη. Κυκλοφόρησε σε δίσκο των 78 στροφών. Δεν έγινε όμως μεγάλη επιτυχία. Οι πρώτες μεγάλες επιτυχίες ήταν το «Ένα σφάλμα έκανα», το «Δαχτυλίδι», «Τα αδέρφια δε χωρίζουνε», «Να πας να πεις της μάνας μου»…

Σε όλη της τη ζωή λοιπόν η Πόλυ Πάνου δεν έκανε τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από να υπηρετήσει το λαϊκό τραγούδι. Με μπέσα και μαγκιά, χωρίς φρου και φρου και αρώματα, κυρία μιας άλλης εποχής που σήμερα δεν υπάρχει. Η Πόλυ Πάνου, τραγούδησε την αγάπη, τον έρωτα, την καθημερινότητα, την ζωή με άλλα λόγια. Η Πόλυ Πάνου όπως έχει δηλώσει και σε μια συνέντευξή της «πριν και πάνω από όλα τραγούδησα για τον εαυτό μου. Σε εμένα έδινα και δίνω πάντα λογαριασμό».

Ισως για αυτό ακόμη και σήμερα ο κόσμος συνεχίζει να τραγουδά κομμάτια που φέρουν την υπογραφή της ίδιας στην ερμηνεία όπως μεταξύ άλλων είναι τα  «Μες την πολλή σκοτούρα μου», «Παίξε Χρήστο το Μπουζούκι», «Τι σου κανα και πίνεις», «Αλλα μου λεν τα μάτια σου», «Ενα σφάλμα έκανα», «Πάρε το δαχτυλίδι μου». Αλλωστε όπως είχε δηλώσει και η ίδια η νεολαία, ακούει ότι ακούει στη μουσική και το τραγούδια αλλά πάντα γυρίζει στο λαϊκό τραγούδι.

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=532221

Aπό τα Ψηλαλώνια της Πάτρας στην κορυφή του ελληνικού τραγουδιού.

.

Κι αυτός ο κόμπος όλο μεγαλώνει… του Κώστα Φουρίκου. Killah P (the Dogo Argentino) – Για το καλό μου –

Ξημέρωσε και ξέρεις ότι μετράμε έναν λιγότερο σήμερα. Παύλος Φύσσας ή αλλιώς Killah P. Ετών 34. Αντιφασίστας. Μουσικός. Ένας από μας. Και τώρα πια δεν αναπνέει. Η καρδιά του σταμάτησε από χέρι φασίστα. Κι εσύ σκέφτεσαι όλα αυτά που έπρεπε να ‘χουν γίνει και δεν έγιναν. Κι αυτόν τον κόμπο που όλο μεγαλώνει.

Το είχες προβλέψει βέβαια. Οι εκτιμήσεις είχαν γίνει έγκαιρα. «Η φασιστική βία θα κλιμακωθεί». «Μαχαιρώνουν, χτυπάνε, τραυματίζουν, κάποια στιγμή θα γίνει το κακό». Όμως συνήθιζες, ξόρκιζες ανέξοδα το κακό κι ας μην το παραδεχόσουν. Και τώρα… Ένας από μας. Που τα μάτια του έκλεισαν χωρίς να δουν το όνειρο ζωντανό. Τον αναγνώρισαν φασίστες σε μια καφετέρια λέει κι έτσι απλά του πήραν τη ζωή. Το είχες προβλέψει. Όμως τώρα έγινε. Γι αυτό ο κόμπος όλο μεγαλώνει.

 

Γιατί μόνο τις κοίταζες τις ειδήσεις για τα τόσα άδεια σπίτια, τις γεμάτες βιτρίνες, τα γεμάτα ράφια των σουπερμάρκετ. Και δίπλα σου μετανάστες κι Έλληνες απόκληροι στοιβάζονταν σε τρύπες κι ωθούνταν στο περιθώριο, στην παρανομία, στο σκοτάδι. Και μετά εμφανίζονταν τα σκουλήκια για να κάνουν πολιτική με τον πόνο το δικό σου και του διπλανού σου. Να τον κατηγορήσουν και να σπείρουν το μίσος. Για να φυτρώσει κι άλλος πόνος. Και συ τους άφησες. Γι αυτό ο κόμπος όλο μεγαλώνει.

Γιατί δεν έκανες την ανάγκη, ιστορία. Δεν ύψωσες τη συλλογικότητα στο βάθρο που της πρέπει, να την κάνεις αλληλεγγύη για την τροφή, για την επιβίωση, για τον πολιτισμό. Να την κάνεις στέκια και κοινότητες αλληλοβοήθειας για όλους κι άφησες τα σκουλήκια να κάνουν τις κρατικές επιχορηγήσεις, «συσσίτια μόνο για Έλληνες». Και να απλώνουν κι άλλο το μίσος.  Και γι αυτό ο κόμπος όλο μεγαλώνει.

Γιατί η ανεργία σαν τέρας μεγάλωσε και συ άφησες αυτούς που την προκαλούν να τη χρεώνουν στους πιο αδύναμους , αυτούς που κρατάν στη δούλεψή τους με τους πιο εξευτελιστικούς κι απάνθρωπους όρους . Και τα σκουλήκια εμφανίστηκαν ξανά, ουρλιάζοντας «δουλειά μόνο για Έλληνες». Για Έλληνες που να δουλεύουν με τους ίδιους γαμημένους, εξευτελιστικούς όρους. Κι εσύ δεν κατάφερες να εξηγήσεις το έγκλημα και την κοροϊδία. Και γι αυτό ο κόμπος όλο μεγαλώνει.

Γιατί άφησες την πατρίδα να γίνει βρισιά και όπλο στα χέρια των δολοφόνων. Τον τόπο που μεγάλωσες κι αγάπησες, τους φίλους  και τις αναμνήσεις σου, τη γειτονιά, τους δρόμους και την πόλη σου να τη βρωμίσουν και να την κάνουν θεωρίες συνωμοσίας, μεγάλες ιδέες και αλυτρωτικές φαντασιώσεις οι λιγόψυχοι. Μια πατρίδα που πρέπει να κατακτήσει, να ταπεινώσει, να νικήσει και να σκοτώσει τους άλλους, τους ξένους, τους δήθεν εχθρούς. Και ξέχασες ότι κι εκεί έχει ανθρώπους με τον ίδιο πόνο, τα ίδια προβλήματα, τα ίδια άγχη και τα ίδια όνειρα. Γι αυτό ο κόμπος όλο μεγαλώνει.

Γιατί δεν κατανόησες βαθιά τον κίνδυνο. Και δεν οργάνωσες την αυτοάμυνα. Δε συντόνισες αποφασιστικά όπως έπρεπε όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις. Την ίδια στιγμή που το κράτος κι η ψευτοδημοκρατία έδειχναν το αληθινό τους πρόσωπο κι οργάνωναν τους κρατικούς και παρακρατικούς στρατούς τους, εσύ κωλυσιεργούσες, δείλιαζες, έβρισκες δικαιολογίες κι αργοπορούσες. Γι αυτό ο κόμπος όλο μεγαλώνει.

18 Σεπτέμβρη του 2013. Και μη βιαστείς να λυτρωθείς απ’ τον κόμπο αυτό αδερφέ μου. Χρησιμοποίησε τον. Όχι πια, γι αυτά που δεν έγιναν. Αλλά γι αυτά που πρέπει να γίνουν από σήμερα κιόλας. Κάνε τον κόμπο, όρκο και οργή. Εκδίκηση και τιμωρία. Φλόγα και καταστροφή. Για τους μαχαιροβγάλτες και γι αυτούς που τους όπλισαν. Αυτούς που έχεις αφήσει να σε διαφεντεύουν με εκβιαστικά διλήμματα και με το φόβο. Για τους πολιτικούς της κυβέρνησης και τους ειδικούς των μέσων ενημέρωσης. Τους τραπεζίτες και τους εφοπλιστές. Αυτούς που σου κλέβουν την ανάσα λίγο λίγο.

Και μόνο τότε, όταν τους καταστρέψεις, άσε τον κόμπο να λυθεί αδερφέ μου. Γιατί τότε θα μπορείς ξανά να δημιουργήσεις απ ‘ την αρχή αυτόν τον κόσμο. Με ισότητα, ελευθερία και κοινοκτημοσύνη. Χωρίς φασίστες και θάνατο. Χωρίς αφεντικά κι ανεργία. Τότε που λέξεις και έννοιες σαν και αυτές: απροσάρμοστοι – καταπίεση – μοναξιά – τιμή – κέρδος – εξευτελισμός θα ‘ναι φυλαγμένες μόνο για το μάθημα της ιστορίας. Και τότε θα ξέρεις ότι ο Παύλος κι ο Θανάσης, ο Αλέξης, ο Μιχάλης κι ο Νίκος δε φύγαν άδικα.  Ότι ξαναζούν μέσα από μια τέτοια καταστροφή κι από μια τέτοια δημιουργία. Και σου χαμογελάνε από κει ψηλά με τη γροθιά τους σφιγμένη κι υψωμένη στον αέρα…

Παύλος Φύσσας/ Killah P. Ετών 34. Αντιφασίστας. Αθάνατος!

Εχει και συνέχεια: http://ilesxi.wordpress.com/2013/09/18/1

Η γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη …γυναίκα. “Γνωρίζεις πολύ καλά πως την αγαπάς μου” είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με.

Γίνε & εσύ κρίκος στην ανθρώπινη αλυσίδα αγάπης,προσφοράς & αλληλεγγύης

 

Η γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη γυναίκα.
‘Γνωρίζεις πολύ καλά πως την αγαπάς’ μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με.

‘Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της χρόνο.’
‘Μα εγώ ΕΣΕΝΑ αγαπώ’ της είπα έντονα.
‘Το ξέρω. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη.’

Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που.’
Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά για κινηματογράφο.
‘Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;’ με ρώτησε.
Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.
‘Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί’ της απάντησα. ‘Οι δυο μας μόνοι… Τί λες;’
Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: ‘Θα το ήθελα πολύ.’
Εκείνη την Παρασκευή, καθώς οδηγούσα μετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός που προηγείται ενός ραντεβού… Και πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια ήταν φοβερά συγκινημένη!
Με περίμενε στην πόρτα φορώντας το παλιό καλό παλτό της, είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ήταν ντυμένη με το φόρεμα με το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο του γάμου της. Το πρόσωπό της χαμογελούσε, ακτινοβολούσε φως, όπως το πρόσωπο ενός αγγέλου.
‘Είπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου και όλες τους συγκινήθηκαν’ μου είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου. ‘Δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι αύριο για να μάθουν τα πάντα για τη βραδυνή έξοδό μας.’
Πήγαμε σε ένα εστιατόριο όχι από τα καλά, αλλά με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο σαν να ήταν ΄Η Πρώτη Κυρία της χώρας.΄
Μόλις καθήσαμε, έπρεπε εγώ να της διαβάσω τον κατάλογο με τα φαγητά. Το μόνο που ΄έπιαναν΄ τα μάτια της ήταν κάτι μεγάλες φιγούρες.
Μόλις έφθασα στη μέση του καταλόγου, σήκωσα το πρόσωπό μου. Η μαμά μου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και με χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.

‘Εγώ ήμουν αυτή που σου διάβαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν μικρός, θυμάσαι;’
‘Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ξεκουραστείς και να μου επιτρέψεις να σου ανταποδώσω τη χάρη’ απάντησα.
Κατά τη διάρκεια του γεύματος είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση, τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας κάθε μέρα.
Μιλούσαμε για ώρες, που τελικά χάσαμε την ταινία στον κινηματογράφο.
‘Θα βγω μαζί σου την επόμενη φορά, αν μου επιτρέψεις να κάνω εγώ την πρόταση’ μου είπε η μητέρα μου καθώς την επέστρεφα στο σπίτι. Την φίλησα, την αγκάλιασα.
‘Πώς πήγε το ραντεβού;’ θέλησε να μάθει η γυναίκα μου μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.
‘Πολύ όμορφα, σ΄ευχαριστώ. Περισσότερο κι απ΄ό,τι περίμενα.’ της απάντησα.

Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου ΄έφυγε΄ από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα.
Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φακέλο από το εστιατόριο όπου είχαμε δειπνήσει η μητέρα μου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε:

‘Το δείπνο είναι προπληρωμένο. Ήμουν σχεδόν βέβαιη πως δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ, κι έτσι πλήρωσα για δύο άτομα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να αισθανθείς τί σήμαινε εκείνη η βραδιά για μένα. Σε αγαπώ!’

Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη σπουδαιότητα του να είχα πει εγκαίρως ‘ΣΕ ΑΓΑΠΩ’.
Συνειδητοποίησα ακόμη τη σπουδαιότητα του να δίνουμε στους αγαπημένους μας το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σημαντικό από την οικογένεια σου. Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δεν μπορούν να περιμένουν.

Εάν ζει η μητέρα σου ………. Απόλαυσε τη στιγμή.

Εάν δεν ζει …………………….. Να τη θυμάσαι.

Εάν έχεις μητέρα ……………. Προώθησε αυτό κείμενο.
Αμέσως θα κάνεις κάποιον να αισθανθεί κάτι για κάποια που ξέχασε, για αυτό το υπέροχο ον που αποκαλείται… ΜΗΤΕΡΑ!

Και να θυμάσαι πάντοτε:
Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί!
Ούτε μπορεί να γυρίσει πίσω.